Της Μάρως Βλάχου,

Μια ριζική αλλαγή συνέβη πρόσφατα στην ελληνική νομοθεσία. Επιθυμώντας να επιτύχει την εναρμόνιση του εθνικού με το ευρωπαϊκό δίκαιο και συγκεκριμένα με την Οδηγία 2008/52/ΕΚ, αλλά και τη συμμόρφωση της χώρας με την καταδικαστική απόφαση C-729/17 (Επιτροπή κατά Ελλάδος), ο έλληνας νομοθέτης έφερε στο φως το νόμο 4640/2019. Το περιεχόμενο του νόμου, που αφορά την κατοχύρωση της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης, θα αναλυθεί κατωτέρω.

Το εν λόγω νομοθετικό πλαίσιο αφορά τη διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, όπως προβλέπεται και στη σχετική οδηγία. Σημαντική προϋπόθεση είναι τα μέρη να έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου, από το οποίο γεννάται η διαφορά. Για την εξουσία αυτή αποφαίνεται το ουσιαστικό δίκαιο. Οι διαφορές αναφέρονται στο άρθρο 6 του νόμου και πρόκειται για: 1) οικογενειακές διαφορές, με εξαίρεση όσες αφορούν διαζύγιο, ακύρωση γάμου, αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας γάμου κι εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 592 παρ.2 ΚΠολΔ, 2) οι κατά την τακτική διαδικασία εκδικαζόμενες διαφορές του Μονομελούς Πρωτοδικείου (αν υπερβαίνουν τα 30.000 ευρώ) και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, 3) οι διαφορές που ανακύπτουν από έγγραφη συμφωνία, στην οποία περιέχεται ρήτρα διαμεσολάβησης. Αν διάδικος είναι το Δημόσιο, ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ, τότε δεν εφαρμόζεται η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης.Το άρθρο 6 εδ. δ’ του υπό κρίση νόμου επιφορτίζει τον πληρεξούσιο δικηγόρο με ένα καθήκον: εκείνο της ενημέρωσης του εντολέα του για τη διαδικασία της διαμεσολάβησης. Καθίσταται φανερό πως ο νομοθέτης αξιολογεί την προσφυγή στη δικαστική επίλυση των διαφορών ως έσχατη λύση, η οποία θα μπορούσε να αποφευχθεί με τη δίοδο της διαμεσολάβησης. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και το έγγραφο φέρει τις υπογραφές και του εντολέα και του πληρεξουσίου. Ακολούθως, επιβάλλεται να κατατεθεί με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής, επί ποινή απαραδέκτου. Σε περίπτωση που τα μέρη επιθυμούν την προσφυγή σε διαμεσολάβηση, η συνεδρία, όπου είναι υποχρεωτική, χρειάζεται να λάβει χώρα πριν τη συζήτηση στο δικαστήριο, ειδάλλως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη. Η διαδικασία της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης περιγράφεται αναλυτικά στο άρθρο 7 του νόμου.

Ο νόμος αποσκοπεί στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το θεσμό της διαμεσολάβησης και στην έγκαιρη επίλυση των διαφορών τους. Φαίνεται να αποτελεί την πολυπόθητη λύση στην αργή κίνηση του μηχανισμού της δικαιοσύνης και του συνωστισμού υποθέσεων στα δικαστήρια. Υφίσταται, όμως, μια επιφύλαξη ως προς την αποτελεσματικότητα του υποχρεωτικού χαρακτήρα που προβλέπεται στον παρόντα νόμο. Οι εντολείς είθισται να ενημερώνονται από τους πληρεξούσιούς τους για την εναλλακτική λύση της διαμεσολάβησης. Ωστόσο, τείνουν οι ίδιοι να επιλέγουν τη δικαστική οδό, αποφαινόμενοι ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ικανοποιητική και συναινετική για αυτούς λύση. Οπότε, πράγματι θα βοηθήσει στην ταχεία επίλυση των διαφορών ή θα επιφορτίσει τους δικηγόρους με μια ακόμη διαδικαστική προϋπόθεση; Αναμένεται τα αποτελέσματα του νόμου αυτού να γίνουν αισθητά από την έναρξη ισχύος αυτού, ήτοι από τη 15η Ιανουαρίου 2020 για τις οικογενειακές διαφορές και από τη 15η Μαρτίου 2020 για τις διαφορές που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία.


Πηγές

Μαρία Βλάχου

Είναι φοιτήτρια στο τμήμα Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει λάβει μέρος τόσο σε προσομοιώσεις, όσο και σε σεμινάρια και ημερίδες σχετικά με το Δημόσιο, το Ποινικό Δίκαιο και ζητήματα της επικαιρότητας. Η αγάπη της για τα βιβλία την ώθησε στην αρθρογραφία. Στόχος της είναι η αυτοβελτίωση, καθώς πιστεύει ότι μόνο μέσα από την εσωτερική μας καλλιέργεια, μπορούμε να εξελίξουμε την κοινωνία στην οποία ζούμε.