Της Αναστασίας Χατζηιωαννίδου,

Όταν κανείς ακούσει τον όρο «Μέση Ανατολή» κατά πάσα πιθανότητα οι πρώτες λέξεις που θα σκεφτεί δε θα είναι «ασφάλεια», «ευημερία» ή, ακόμα περισσότερο, «ειρήνη». Ένα ακόμη κομμάτι της πολύπαθης αυτής περιοχής, ο Λίβανος, περιοχή που ίσως δεν προσελκύει τα φώτα της δημοσιότητας με την ίδια συχνότητα με τους γείτονές της, σπανίως διανύει περιόδους χωρίς πολιτικές αναταραχές, τόσο σπάνια μάλιστα που ίσως η τελευταία γενιά Λιβανέζων να μη γνωρίζει πώς είναι η ευημερία. Αντιθέτως, καθώς η κατάσταση στη χώρα επιδεινώνεται με ραγδαίους ρυθμούς, μια μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών της χώρας γνωρίζουν πώς είναι να ζουν χωρίς παροχή νερού ή ηλεκτρικού ρεύματος για αρκετές ώρες της ημέρας, ενώ παράλληλα να φορολογούνται για τις ίδιες υπηρεσίες σε βαθμό που το κόστος ζωής να μην είναι απλώς δυσβάστακτο αλλά μη βιώσιμο, όσο οι δημοκρατικοί θεσμοί απαξιώνονται όλο και περισσότερο και η διαφθορά εκτοξεύεται σε δυσθεώρητα ύψη.

Παραδόξως όμως, η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τους Λιβανέζους πολίτες δεν σχετίζεται με τα προαναφερθέντα, φαινομενικά τουλάχιστον: καθώς οι φόροι κινητής τηλεφωνίας είναι διαχρονικά δυσανάλογα υψηλοί, οι χρήστες έχουν στραφεί στις αντίστοιχες εφαρμογές instant messaging, με το WhatsApp να αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο κυρίαρχο λόγω της εξαιρετικής δημοφιλίας που απολαμβάνει (σχεδόν 85% των χρηστών smartphone). Όταν πριν μερικούς μήνες η τότε κυβέρνηση αποφάσισε την επιβολή νέου φόρου στις εφαρμογές αυτές, οι αντιδράσεις που πυροδοτήθηκαν δεν αποτέλεσαν παρά την κορυφή του παγόβουνου σε σύγκριση με την οργή που έχει συσσωρευθεί κατά τα περασμένα έτη, όσο σχεδόν το ένα τέταρτο του πληθυσμού της χώρας, σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Εντούτοις, παρόλο που η απόφαση για την επιβολή του περί ου ο λόγος φόρου ανακλήθηκε σχεδόν αμέσως, οι διαδηλώσεις μαίνονται με αυξανόμενη σφοδρότητα από τον περασμένο Οκτώβριο, έχοντας επεκταθεί σε πόλεις πέραν της πρωτεύουσας, Βηρυτού, καθώς η δυσαρέσκεια των πολιτών του Λιβάνου κορυφώνεται. Παρά την παραίτηση του πρωθυπουργού Σαάντ Χαρίρι στις 29 Οκτωβρίου, λίγες μόλις ημέρες μετά την έκρηξη των κινητοποιήσεων, η οργή που αναζωπυρώνει τις πολιτικές αναταράξεις δε φαίνεται να έχει κοπάσει.

Με βάση το πολιτικό σύστημα διαμοιρασμού της εξουσίας που ισχύει στον Λίβανο– αρχικά θεσπισμένο με σκοπό την ισότιμη εκπροσώπηση όλων των θρησκευτικών κοινοτήτων, στον απόηχο της αποαποικιοποίησης – ο πρωθυπουργός πρέπει να προέρχεται από την κοινότητα των σουνιτών μουσουλμάνων και ο προσφάτως παραιτηθείς Χαρίρι θεωρείται κατά παράδοση ο ηγέτης της σουνιτικής πολιτικής τάξης. Ο νέος πρωθυπουργός ,ωστόσο, Χασάν Ντιάμπ, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να σχηματίσει κυβέρνηση ανεξάρτητων τεχνοκρατών εντός έξι εβδομάδων (χονδρικά δηλαδή, μέχρι τον ερχόμενο Φεβρουάριο) προκειμένου να αντιμετωπίσει τη βαθιά οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα, τείνοντας, εκ πρώτης όψεως, ευήκοον ους στα αιτήματα των διαδηλωτών. Φαίνεται όμως πως ούτε οι διαβεβαιώσεις του αυτές πείθουν μεγάλες μάζες των ψηφοφόρων, αφού ο Ντιάμπ θεωρείται από τον μέσο Λιβανέζο εκπρόσωπος των «πολιτικών ελίτ» και, παρά τις σουνιτικές καταβολές του, αποτυγχάνει μέχρι στιγμής να συγκεντρώσει στο πρόσωπό του την εμπιστοσύνη της λαϊκής πλειοψηφίας. Σημαντικό ρόλο στην έντονη αυτή δυσπιστία διαδραματίζει η στήριξη που παρέχει στον Ντιάμπ η ισλαμική οργάνωση Χεζμπολλάχ, δυσπιστία που πιθανόν να επηρεάσει και τις εξωτερικές σχέσεις της χώρας: ο απεσταλμένος του State Department, Ντέιβιντ Χέιλ, στην πρόσφατη επίσκεψή του στη Βηρυτό, παρόλο που συναντήθηκε με τους νέους πολιτικούς ηγέτες της χώρας, αρκέστηκε στις τυπικές δηλώσεις και απέφυγε να παράσχει ξεκάθαρη στήριξη στη νέα κυβέρνηση. Στο ίδιο μήκος κύματος, διεθνείς αναλυτές εικάζουν ότι η στήριξη της Χεζμπολλάχ, εκτός από την εσωτερική αναταραχή που πυροδοτεί στις τάξεις των Χριστιανών, αλλά και των μη υποστηρικτών της Μουσουλμάνων, καθώς και την πολιτική ανασφάλεια που αυτή συνεπάγεται, είναι επίσης πολύ πιθανό να θέσει σε κίνδυνο την αποστολή κρίσιμης βοήθειας από τις δυτικές χώρες οι οποίες βλέπουν την, υποκινούμενη από τους μουλάδες του Ιράν, σιιτική τρομοκρατική οργάνωση ως αυτό που πραγματικά είναι.

Σε αυτό το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο, η ανάκαμψη της αιμάσσουσας οικονομίας του μικρού αυτού κράτους της Μέσης Ανατολής προς το παρόν δε διαφαίνεται στον ορίζοντα, τουλάχιστον όχι στο εγγύς μέλλον. Όσο η ικανοποίηση των αιτημάτων των διαδηλωτών για άρση του ισχύοντος σχισματικού συστήματος διαμοιρασμού της εξουσίας βάσει των θρησκευμάτων και για το σχηματισμό κυβέρνησης πολιτικής ανεξαρτησίας δεν επέρχεται από την παρούσα κεντρική πολιτική εξουσία, οι αναταραχές δύσκολα θα κοπάσουν αφ’εαυτού τους. Έτσι, οι κινητοποιήσεις που πυροδοτήθηκαν από μια αύξηση στους φόρους των τηλεπικοινωνιών– αρχικά αποδιδόμενες στη διεθνή αρθρογραφία ως «WhatsApp Revolution» – έχουν ίσως, μια ισχνή ευκαιρία να προκαλέσουν την αλλαγή του εκλογικού νόμου και να οδηγήσουν τη χώρα του κέδρου σε νέες εκλογές και αυτή τη φορά, σε μια νέα εποχή.


Αναστασία Χατζηιωαννίδου

Γεννηθείσα το 1997 και μεγαλωμένη μεταξύ Θεσσαλονίκης και Αθήνας, είναι τεταρτοετής φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Στη διάρκεια των σπουδών της έχει πάρει μέρος σε αρκετές προσομοιώσεις στα όργανα των Ηνωμένων Εθνών (MUN), καθώς το Διεθνές Δίκαιο αποτελεί τη μεγάλη της επιστημονική αγάπη, όπως επίσης και κύριο ακαδημαϊκό της ενδιαφέρον, μαζί με το Ποινικό Δίκαιο και την Πολιτική Φιλοσοφία.