Της Μαριλένας Γιαννίκα,

Κατα τα τέλη Νοεμβρίου ο κόσμος έγινε μάρτυρας εξελίξεων που επιβεβαιώνουν το τεταμένο κλίμα που επικρατεί στην ανατολική Μεσόγειο, αναφερόμενοι προφανώς στη διμερή συμφωνία μεταξύ Λιβύης-Τουρκίας, με την οποία οριοθετούνται οι φαινομενικές θαλάσσιες ζώνες των δύο χωρών και υιοθετείται συμφωνία συνεργασίας σε θέματα ασφάλειας που προβλέπει ενδεχόμενη αποστολή τουρκικής στρατιωτικής βοήθειας. Το μνημόνιο συνεργασίας επικρίθηκε κυρίως ως μία ακόμη πρωτοφανής καταπάτηση του διεθνούς δικαίου της θάλασσας από την Τουρκία, η οποία κλιμακώνει την ένταση στην περιοχή, στην παρούσα περίπτωση εντάσσοντας και έναν καινούργιο σύμμαχο, την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας της Λιβύης.

Ωστόσο, η ειδοποιός διαφορά της κίνησης αυτής από τον γενικό κανόνα της τουρκικής προκλητικότητας είναι το άλλο μέρος της συμφωνίας, η Λιβύη και τα αλληλοδιαπλεκόμενα συμφέροντα των γειτονικών κρατών. Αρχικά, η χώρα ελέγχεται κυρίως από δύο βασικές δυνάμεις, την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας στο δυτικό τμήμα, και τον Εθνικό Στρατό της Λιβύης υπό τον ισχυρό στρατηγό Χαφτάρ στο ανατολικό. Η πρώτη είναι αναγνωρισμένη από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) και χαίρει υποστήριξης από Τουρκία και Κατάρ, ενώ η δεύτερη υποστηρίζεται από Αίγυπτο, Ρωσία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η συμφωνία που υπεγράφη λοιπόν, αφορά κατά ένα σημαντικό τμήμα εδάφη που δε βρίσκονται υπό τον έλεγχο του αντισυμβαλλόμενου μέρους και κατά τα λοιπά, βρίσκει υποτυπώδες νομικό έρεισμα σε μία πολυμερή συμφωνία (Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας 1982) που η Τουρκία δεν έχει επικυρώσει.

Συνεπώς, πρωτεύων στόχος της Τουρκίας δεν είναι να περιορίσει γεωγραφικά μόνο Κύπρο και Ελλάδα δημιουργώντας τετελεσμένα- αυτά έτσι και αλλιώς θα προκύψουν εκ του αποτελέσματος- αλλά να αναδειχθεί ως κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή, προκειμένου να βρεθεί σε θέση ισχύος ενόψει της ενεργειακής της εκμετάλλευσης που έπεται. Λαμβάνοντας αυτό υπόψη, εξηγούνται και οι πρωτοφανείς αντιδράσεις από την πλευρά της Αιγύπτου με τον πρόεδρο Αμπντέλ Φάταχ αλ-Σίσι να καταγγείλει την προσπάθεια οποιουδήποτε να θέσει υπό τον έλεγχό του τη γειτονική Λιβύη, ανάγοντας το ζήτημα σε θέμα εθνικής ασφάλειας για τη χώρα. Παράλληλα, εν μέσω των εξελίξεων ο στρατηγός Χαφτάρ έδωσε στις 12 Δεκεμβρίου επίσημη εντολή, ώστε οι δυνάμεις του να κινηθούν προς την πρωτεύουσα Τρίπολη.

Το καταλυτικότερο στοιχείο ωστόσο, αποτελεί η στάση ουδετερότητας που έχει διατηρηθεί καθόλη τη διάρκεια του αναβρασμού από τους μεγάλους διεθνείς παράγοντες, πλην της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντε Λάινεν, να έχει εκφράσει τη στήριξή της τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο. Σε αντίθεση με την θέση αυτή, οι εκπρόσωποι των Ηνωμένων Εθνών απέφυγαν τον οποιοδήποτε σχολιασμό δηλώνοντας απλώς ότι έχουν λάβει γνώση των γεγονότων και των επιστολών διαμαρτυρίας και πως το ζήτημα βρίσκεται υπό εξέταση. Τέλος, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απλώς διαμήνυσε πως δεν εμπλέκεται σε εσωτερικές διαφωνίες μεταξύ των χωρών, ωστόσο τέτοιου είδους εντάσεις πρέπει να αποφεύγονται.

Γενικότερα, η συμφωνία αυτή πρέπει να εξετασθεί όχι τόσο ως προς το περιεχόμενό της, το οποίο είναι ξεκάθαρα ανυπόστατο, αλλά από τις διεθνείς αντιδράσεις που εξαπολύθηκαν με τη γνωστοποίησή της. Με τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή να κυμαίνονται με ραγδαίους ρυθμούς λοιπόν, η στήριξη της ΕΕ είναι ενθαρρυντική, αλλά κατά πάσα πιθανότητα όχι επαρκής απέναντι στην ουδετερότητα, που στο παρελθόν πολλάκις έχει χρησιμοποιηθεί ως ασπίδα στήριξης. Το μόνο βέβαιο είναι πως εάν η Ελλάδα επιθυμεί μία ακλόνητη θέση δεν πρέπει να αρκεστεί στις τριγωνικές συνεργασίες με Ισραήλ και Αίγυπτο, αλλά να επιδιώξει περισσότερη εμπλοκή και ενασχόληση στη Μέση Ανατολή.


Mαρία-Ελένη Γιαννίκα, Αρχισυντάκτρια Ευρωπαϊκών Θεμάτων

Γεννημένη το 2000 στην Αθήνα και απόφοιτος του Πειραματικό Λύκειο Πανεπιστημίου Πατρών. Πλέον σπουδάζει στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο τμήμα Νομικής. Διαθέτει αρκετές εμπειρίες σε ρητορικούς διαγωνισμούς, legal clinics και συνέδρια προσομοίωσης, με συμμετοχή σε προσομοιώσεις των Ηνωμένων Εθνών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της UNESCO, τόσο στην Ελλάδα όσο και το εξωτερικό. Μιλάει άριστα αγγλικά και γερμανικά.