Του Χρήστου Μπέντσου,

Τα τελευταία χρόνια, ο όρος ενεργειακή διαχείριση (energy management) χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο σε ένα ευρύ φάσμα βιομηχανικών κλάδων. Σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) το 2017, η παραγωγή και η χρήση ενέργειας αντιπροσώπευαν το 66% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (GHG). Η ενεργειακή διαχείριση και η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης (energy efficiency) έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη προσοχή και καθίστανται κορυφαία προτεραιότητα, ιδίως μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας του Παρισιού το 2016. Σύμφωνα με τον ΙΕΑ το 2017, η συνολική κατανάλωση ενέργειας παγκοσμίως θα αυξηθεί κατά 28% έως το 2040 και οι λιμένες, ως οι κύριες πύλες μεταξύ των χωρών, συμβάλλουν κυρίως στην υψηλή ζήτηση ενέργειας. Ως εκ τούτου, η διαχείριση των πόρων γίνεται ζωτικής σημασίας για την αειφόρο ανάπτυξη των λιμένων και τη μείωση της ρύπανσης από τις ατμοσφαιρικές εκπομπές.

Η βελτίωση των πολιτικών ενεργειακής απόδοσης είναι ένας από τους πλέον οικονομικά αποδοτικούς τρόπους βελτίωσης της ασφάλειας του εφοδιασμού ενέργειας και μείωσης των GHG. Επιπλέον, διασφαλίζει τις προσιτές τιμές και βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα. Για τον σκοπό αυτό τέθηκε σε ισχύ η οδηγία για την ενεργειακή απόδοση (EED, 2012/27/ΕΕ). Η EED καθιερώνει κοινό πλαίσιο μέτρων σε όλα τα κράτη μέλη για να εξασφαλίσει την επίτευξη του βασικού στόχου 20% της ΕΕ για την ενέργεια έως το 2020 και να ανοίξει το δρόμο για περαιτέρω βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης, πέραν της ημερομηνίας αυτής. Για τον μετριασμό ή και την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, θεσπίστηκαν μέτρα και πιστοποιήσεις όπως ISO 50001, ISO 14001, καθώς και προγράμματα ενεργειακού ελέγχου (energy audit schemes).

Τα λιμάνια μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης που χρησιμοποιείται για επιχειρησιακές, τεχνολογικές και διοικητικές χρήσεις. Η βελτίωση του περιβαλλοντικού προφίλ των ευρωπαϊκών λιμένων και η προώθηση της αριστείας στην περιβαλλοντική διαχείριση και απόδοση των λιμένων είναι μια από τις βασικές προτεραιότητες της ευρωπαϊκής λιμενικής πολιτικής. Η ανάγκη για συνδεδεμένη λιμενική υποδομή, αποτελεσματικές και αξιόπιστες λιμενικές υπηρεσίες και διαφανής χρηματοδότηση από τους λιμένες, είναι επιτακτική. Για τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό η “μείωση της κατανάλωσης ενέργειας” είναι η δεύτερη μεγαλύτερη προτεραιότητα από έναν κατάλογο 34 περιβαλλοντικών ζητημάτων για τους ευρωπαϊκούς λιμένες από το 2016. Η σχέση μεταξύ του ανθρακικού αποτυπώματος και της κλιματικής αλλαγής έχει γίνει σημαντική κινητήρια δύναμη των περιβαλλοντικών και ενεργειακών πολιτικών στους λιμένες τα τελευταία χρόνια.

Αυτό οδήγησε στο 57% των ευρωπαϊκών λιμένων να αναπτύξουν προγράμματα ενεργειακής απόδοσης. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό πιθανότατα θα αυξηθεί, δεδομένου της προσοχής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (EC) στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των εξωτερικών παραγόντων των λιμένων, όπως τονίζεται στην ευρωπαϊκή πολιτική λιμένων. Επιπλέον, το διεθνές πρότυπο ISO 50001 ανοίγει το δρόμο για αποτελεσματική διαχείριση της θύρας. Σύμφωνα με τον ISO και τα ευρωπαϊκά πρότυπα, οι λιμένες αρχίζουν να αναπτύσσουν σχέδια ενεργειακής διαχείρισης είτε σε λιμενική αρχή είτε σε επίπεδο φορέα εκμετάλλευσης τερματικού σταθμού, στο πλαίσιο της συνολικής “πράσινης” λιμενικής πολιτικής τους. Αυτή η πολιτική περιλαμβάνει από εργαλεία παρακολούθησης έως επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενέργεια χωρίς άνθρακα, αλλά και την ανάπτυξη σχεδίων για τη μείωση του άνθρακα στη βιομηχανία του λιμένα.


Χρήστος Μπέντσος

Απόφοιτος του τμήματος Οικονομικών Επιστημών ΑΠΘ, μεταπτυχιακός φοιτητής στο MSc Energy and Finance στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας και υπότροφος του Ιδρύματος Καρέλια. Στα πλαίσια του Erasmus+ βρίσκεται στο Costas Grammenos Center for Shipping, Trade and Finance στο Cass Business School, ενώ εργάζεται στον Παγκόσμιο Οργανισμό Ναυτιλίας (IMO) στο Λονδίνο. Πολιτικά χαρακτηρίζεται φιλελεύθερος και ευρωπαϊστής. Είναι μέλος του Finance Club, της Ελληνικής Εταιρείας Διοίκησης Επιχειρήσεων και του Ομίλου Ροταράκτ Θεσσαλονίκης. Υπήρξε μέλος του συλλόγου φοιτητών κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών και class representative στο μεταπτυχιακό.