Της Γεωργίας Παγιαβλά,

Η οικονομική επιστήμη εξελίσσεται με πολύ αργούς μέχρι το 19ο αιώνα. Εκείνη την περίοδο δίνεται και ο πρώτος ορισμός από τον Alfred Marshall όπου υποστηρίζει ότι η οικονομική επιστήμη αφορά την μελέτη της ανθρωπότητας μέσα από την καθημερινή οικονομική δραστηριότητα της, δηλαδή μελετάει την ατομική και κοινωνική δράση που συνδέεται στενότερα με την χρήση και την επίτευξη των υλικών απαιτήσεων της ευημερίας. Βέβαια, αγνοεί ότι κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι και ανθρωπολόγοι μελετούν τα ίδιο φαινόμενο. Έτσι, τον 20ο αιώνα ο Lionel Robbins ορίζει την οικονομική επιστήμη ως την επιστήμη που μελετά την ανθρώπινη συμπεριφορά σε σχέση με τους διαθέσιμους περιορισμένους πόρους. Όμως, αυτός ο ορισμός από τη μία φαντάζει πολύ ευρύς, καθώς αναφέρεται σε ότι αφορά την ανθρώπινη δραστηριότητα, αλλά και πολύ περιοριστικός, καθώς αποκλείει την μελέτη του εθνικού εισοδήματος ή το επίπεδο τιμών. Φαίνεται ότι ο πιο ικανοποιητικός ορισμός δίνεται από τον Jacob Viner, που ορίζει την οικονομική επιστήμη ως αυτό που κάνουν οι οικονομολόγοι.

Ένας προβληματισμός που εγείρεται είναι το κατά πόσο τελικά τα οικονομικά είναι επιστήμη. Συγκεκριμένα, υπάρχει έντονη κριτική ότι τα οικονομικά, δεν είναι σαν την χημεία, την φυσική ή την ιατρική και εφόσον ως επιστήμη ορίζεται η συστηματική μελέτη της συμπεριφοράς και της δομής του φυσικού κόσμου (physical και natural) μέσω τη παρατήρησης και του πειραματισμού, τα οικονομικά δεν είναι «πραγματική επιστήμη». Βέβαια, υπάρχει και η κριτική που αναφέρεται στην ανάπτυξη της «ψευδοεπιστήμης» των οικονομικών, όπου γίνεται χρήση περίπλοκων μαθηματικών εξισώσεων απλά και μόνο για επίδειξη. Με άλλα λόγια, τα οικονομικά επιχειρούν να μελετήσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά μέσα από την εφαρμογή των μαθηματικών και με αυτό τον τρόπο προσπαθούν να εδραιωθούν στο κόσμο των επιστημών. Ακόμα, το πρόβλημα με τα οικονομικά είναι ότι εστιάζουν στις πολιτικές, παρά στην ανακάλυψη θεμελιωδών νόμων. Βέβαια, αξίζει να σημειώσουμε ότι τα οικονομικά χαρακτηρίζονται από μη γραμμικά υποδείγματα και από συνεχή προσαρμογή στις κοινωνικές εξελίξεις, άρα δεν θα προκύψουν ποτέ θεμελιώδεις νόμοι, καθιστώντας τις οικονομικές προβλέψεις αρκετά δύσκολες.

Αυτό που πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι τα οικονομικά είναι επιστήμη, απλά δεν είναι γραμμική επιστήμη (όπως η φυσική) και έτσι δεν μπορούν να βασίζονται αποκλειστικά στα γραμμικά μαθηματικά και να υπόκεινται τυφλά στις μαθηματικές προβλέψεις. Επίσης, ο ρόλος της οικονομικής επιστήμης είναι σημαντικός, επειδή οι πόροι είναι πεπερασμένοι και έτσι πρέπει να μελετηθεί ο τρόπος που οι άνθρωποι και οι κυβερνήσεις παίρνουν αποφάσεις, με σκοπό να παρθούν οι καλύτερες επιλογές. Με άλλα λόγιο ο ρόλος του οικονομολόγου είναι να διορθώνει τα προβλήματα που προκύπτουν στην κοινωνία, να υπολογίζει τα κόστη, να συγκρίνει τιμές και αξίες, αλλά και να φιλοσοφεί για το ποια είναι η κατάλληλη απάντηση σε ένα ερώτημα.

Όμως, δεν υπάρχει μόνο μια απάντηση σε ένα οικονομικό πρόβλημα και ούτε υπάρχει σωστή απάντηση. Σε αυτό το άρθρο επιδιώκω να κάνω αισθητό ότι δεν υπάρχει μόνο ο Νεοκλασικός τρόπος σκέψης. Συγκεκριμένα, υπάρχουν 8 βασικές διαφορετικές σχολές οι οποίες έχουν εμπνεύσει άλλες που εστιάζουν σε πιο συγκεκριμένα ζητήματα. Άρα, δεν πρέπει να μονοπωλείται η συζήτηση γύρω από μία σχολή.

 

Η οικονομική συζήτηση ξεκινάει με τον Adam Smith το 1776, τον πατέρα των οικονομικών και τον εκπρόσωπο της Κλασικής Σχολής, όπου η αγορά γίνεται αντικείμενο μελέτης για πρώτη φορά. Βέβαια, ακόμα και πιο πριν, τη περίοδο μεταξύ 16ου και 18ου αιώνα, το πολιτικοοικονομικό σύστημα που κυριαρχεί είναι ο Μερκαντιλισμός, όπου υποστηρίζει ότι η εθνική ευημερία προκύπτει μόνο μέσα από την μεγιστοποίηση των καθαρών εξαγωγών. Αυτό το σύστημα, μπορεί να περιγράψει την σημερινή κατάσταση και ιδιαίτερα την έκταση του κρατικού ολοκληρωτισμού, με την διαφορά ότι το επίκεντρο της οικονομίας είναι η μεγάλης κλίμακας βιομηχανία και όχι το εμπόριο.

Η περίοδος του Διαφωτισμού (-μέσα 1700) δίνει μια νέα πνοή στην επιστημονική κοινότητα και εξετάζονται επιστημονικές αρχές όχι μόνο στην φυσικό κόσμο, αλλά και στην ανθρώπινη κοινωνία. Ο νόμος της βαρύτητας εμπνέει τον νόμο της αγοράς, με το γνωστό «αόρατο χέρι» του Smith. Παράλληλα, το σύνθημα της ελευθερία του Διαφωτισμού, περνάει και στην οικονομική επιστήμη με το σύνθημα της ελευθερίας του εμπορίου, ωριμάζοντας την φιλελεύθερη οικονομική σκέψη. Η Κλασσική Σχολή των οικονομικών κυριαρχεί μέχρι τα μέσα του 19ο αιώνα. Οι κλασσικοί οικονομολόγοι είναι οι ανερχόμενοι καπιταλιστές της φεουδαρχίας, οι οποίοι θεωρούν ότι η παρέμβαση στις αγορές, μέσα από τις κρατικές ρυθμίσεις, δημιουργούν εμπόδια στην λειτουργία του οικονομικού συστήματος. Έτσι, η λύση για όλα τα προβλήματα της οικονομίας είναι να λειτουργεί ανεμπόδιστα η αγορά.

Αν και κατατάσσεται στους κλασσικούς οικονομολόγους, ο Karl Marx αντιλαμβάνεται διαφορετικά το οικονομικό σύστημα. Πιο αναλυτικά, θεωρεί ότι το καπιταλιστικό σύστημα είναι αυτοκαταστροφικό και έτσι είναι αναγκαία η εξωτερική παρέμβαση και ρύθμιση για να επιτευχτεί ευημερία. Το βασικό του επιχείρημα είναι ότι μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα, οι καπιταλιστές θα ισχυροποιούνται έναντι της εργατικής τάξης, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ανισότητες. Η πάλη των τάξεων είναι στη βάση της Μαρξιστικής Σχολή και θεωρείται η πραγματική μηχανή της ιστορικής διαδικασίας. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η φιλοσοφική βάση του Μαρξισμού είναι η θεώρηση του ανθρώπου ως κοινωνικό άτομο και όχι ως μεμονωμένο όπως στην φιλελεύθερη οικονομική σχολή.

Η θεωρία της δημιουργικής καταστροφής, με κύριο εκπρόσωπο τον Joseph Schumpeter, εκλαϊκεύει τη Μαρξιστική ιδέα περί αυτοκαταστροφικού καπιταλισμού και αντιλαμβάνεται ότι το σύστημα είναι καταδικασμένο να πραγματοποιεί οικονομικούς κύκλους με την αδράνεια να παίζει κυρίαρχο ρόλο και εισάγει την έννοια της καινοτομίας και την σημασία της στην οικονομική ανάπτυξη.

Το 19ο αιώνα η Ιστορική-Θεσμική Σχολή αμφισβητεί τις οικονομίες θεωρίες και υποστηρίζει ότι καμία θεωρία δεν είναι ικανή να εξηγεί διαφορετικές χρονικές περιόδους ή ακόμα και διαφορετικά θεσμικά και κοινωνικά συστήματα. Έτσι, οι οικονομολόγοι αντί να επιδιώκουν να εξάγουν βασικές αρχές του οικονομικού συστήματος, μελετούν κάθε ιστορικό-κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικό σύστημα επαγωγικά και εμπειρικά. Κύριος εκπρόσωπος είναι ο Thorstein Veblen. Εκείνη την περίοδο αναδύονται και άλλες οικονομικές θεωρίες, όπως ο αναρχισμός και ο ουτοπικός σοσιαλισμός.

Την περίοδο 1870-1930, οι οικονομολόγοι είναι χωρισμένοι ανάμεσα στη Νεοκλασική Σχολή και στην Σχολή Θεσμικής Προσέγγισης, ενώ ένα μικρό κομμάτι στηρίζει την Μαρξιστική Σχολή. Νικητής αυτής της αναμέτρησης αναδεικνύεται η Νεοκλασική Σχολή, με σημαντική συνεισφορά σε αυτό το αποτέλεσμα η άνοδος της οικονομετρίας και η εφαρμογή νέων στατιστικών εργαλείων στην οικονομική ανάλυση. Οι Νεοκλασικοί οικονομολόγοι μπορούν να ελέγξουν τις θεωρίες τους με εμπειρικά αποτελέσματα και τους δίνεται η δυνατότητα να κυριαρχούν στην οικονομική συζήτηση μέχρι και σήμερα. Όσον αφορά τις θεωρητικές τους βάσεις, υποστηρίζουν τις ελεύθερες αγορές, αλλά ενσωματώνουν την έννοια της ορθολογικότητας, η οποία αναφέρεται στην επιδίωξη συνεκτικών σκοπών και στόχων σε συνδυασμό με την χρήση κατάλληλων μέσων για την επίτευξη τους. Βέβαια, η θεμελιώδης αυτή έννοια για την Νεοκλασική Σχολή, δίνει το εργαλείο για την μελέτη των οικονομικών φαινομένων υπό το πρίσμα των ατομικών συμπεριφορών.

Η Αυστριακή Σχολή δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ελευθερία του ατόμου με κύριο εκπρόσωπο τον Mises. Έχει αρκετά κοινά σημεία με την Νεοκλασσική σχολή, καθώς υποστηρίζει ότι όσο πιο λίγη κρατική παρέμβαση τόσο πιο αποτελεσματικά θα λειτουργεί η οικονομία. Με άλλα λόγια, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η σύγχρονη προσπάθεια αναβίωσης της οικονομικής φιλελεύθερης σκέψης. Η βασική διαφοροποίηση είναι ότι χρησιμοποιεί την λογική ανάλυση και όχι τη μαθηματική όπως η Νεοκλασική Σχολή.

Η Μεγάλη Κρίση του 1930, έθεσε τη Νεοκλασική σκέψη υπό αμφισβήτηση, καθώς δεν μπορούσε να δώσει απάντηση γιατί η ανεργία αυξανόταν, παρόλο που οι τιμές μπορούσαν να προσαρμοστούν ελεύθερα. Ο John Maynard Κeynes υποστήριξε ότι η Νεοκλασική σκέψη είναι ακόμα σωστή απλά δεν είναι ολοκληρωμένη. Πιο αναλυτικά, το μικρο-οικονομικό επίπεδο, όπως αγορές, τιμές, παραγωγή και διανομή μπορούν να εξηγηθούν από την Νεοκλασική Σχολή, αλλά το μακρο-επίπεδο, όπως ΑΕΠ, πληθωρισμός και ανεργία χρειάζονται μια γενική θεωρία. Η Κεϋνσιανή Σχολή άλλαξε τη θεώρηση για τη σχέση ανάμεσα στη κυβέρνηση και την οικονομία.

Η κυριαρχία της Κεϋνσιανής σκέψης κράτησε μέχρι τις δεκαετίες 1960-1970, έκτοτε οι οικονομολόγοι χωρίστηκαν σε τρεις σχολές: του Κέιμπριτζ, όπου υποστήριζε την επιστροφή στην Κλασική Σχολή, του Σικάγου που υποστήριζε την επιστροφή στη Νεοκλασική Σχολή και της Σύνθεσης που έδειξε ότι οι Κεϋνσιανές ιδέες μπορούν να είναι συμβατές με τις Νεοκλασικές υποθέσεις. Έτσι, προκύπτει η Μονεταριστική Σχολή με κύριο εκπρόσωπο τον Milton Friedman η οποία υποστηρίζει ότι η οικονομία βραχυπρόθεσμα εξηγείται από τη Κεϋνσιανή Σχολή, ενώ μακροχρόνια εξηγείται με τη Κλασική Σχολή.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφέρουμε επιγραμματικά και κάποιες άλλες σχολές οικονομικών. Τα εξελικτικά οικονομικά, αμφισβητούν κεντρικές πτυχές της Νεοκλασικής Σχολής, όπως την ιδέα του ανταγωνισμού και την μεγιστοποίηση του οφέλους ως κυρίαρχες στην συμπεριφορά του homo economicus. Τα συμπεριφορικά οικονομικά, όπου συνδυάζουν την ψυχολογία για να εξηγήσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, απορρίπτοντας τον ορθολογικό καταναλωτή. Τα φεμινιστικά οικονομικά που εστιάζουν στην κοινωνική κατασκευή των παραδοσιακών οικονομικών και παρουσιάζουν την φυλετική μεροληψία των μοντέλων. Τα βιολογικά οικονομικά υποδεικνύουν την συσχέτιση μεταξύ της οικονομικής συμπεριφοράς και ανθρώπινης βιολογίας. Τα οικολογικά οικονομικά που εστιάζουν στη φύση, στην δικαιοσύνη και στο χρόνο και σε θέματα που αφορούν την διαγενειακή ισότητα, την βιώσιμη ανάπτυξη και την περιβαλλοντική αλλαγή.

Για να μπορέσει ένας οικονομολόγος να αντιληφθεί τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος, οφείλει να αντιληφθεί ότι τα οικονομικά είναι πλουραλιστική επιστήμη, άρα οφείλει να ανατρέξει και σε άλλες σχολές σκέψης. Παράλληλα, χρειάζεται να αξιοποιήσει εργαλεία και από άλλες επιστήμες, πέραν των μαθηματικών, όπως από τη ψυχολογία, τη βιολογία κτλ. Συμπερασματικά, η οικονομική επιστήμη πρέπει να ξεφύγει από την πνευματική μονοκαλλιέργεια που ενισχύεται τόσο από τη χρηματοδότηση ερευνητικού πλαισίου αριστείας όσο και από τις κατατάξεις των περιοδικών που παρουσιάζουν έντονη προκατάληψη υπέρ μιας σχολής σκέψης. Η οικονομική επιστήμη πρέπει να βασιστεί σε πνευματική ποικιλομορφία!


Γεωργία Παγιαβλά

Ξεκίνησε την πορεία της ως μαθήτρια στα «Εκπαιδευτήρια Νέα Γενιά Ζηρίδη», συνέχισε ως φοιτήτρια στο Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ως μεταπτυχιακή στο University of Glasgow με ειδίκευση Economic Development. Παρακολούθησε δεύτερο μεταπτυχιακό στα Οικονομικά στο «Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών», ενώ παράλληλα ήταν βοηθός ερευνήτρια στο «Ινστιτούτο Περιφερειακής Ανάπτυξης». Αυτή τη περίοδο απασχολείται σε μια αστική ΜΚΟ και παράλληλα συνεχίζει τις σπουδές της σε διδακτορικό επίπεδο.  Χόμπυ της η Λογοτεχνία και οι περίπατοι στην Αθήνα.