Του Χρήστου Αμανατίδη,

Μεγάλος αναβρασμός υπήρχε στη Ρωσία από τα μέσα του 19ου ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Αίτιο αυτού, το δίλημμα ως προς την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθηθεί για τον εκσυγχρονισμό και την ισχυροποίησή της: συνέχεια της δυτικής πολιτικής που είχε εντατικοποιήσει ο Μέγας Πέτρος στις αρχές του 18ου αιώνα ή έμφαση στις εσωτερικές δυνάμεις;

Και ήταν πολλά τα προβλήματα που έπρεπε αυτή η πολυεθνική και αχανής αυτοκρατορία να αντιμετωπίσει: η οικονομία, στην πλειονότητά της αγροτική, υπαγόταν σχεδόν αποκλειστικά στους ευγενείς και υστερούσε σημαντικά από την αντίστοιχη των χωρών της δυτικής Ευρώπης. Επιπλέον η εξάπλωση της παιδείας έδινε στους μορφωμένους την δυνατότητα να αμφισβητούν την «ελέω Θεού» εξουσία του Ρώσου τσάρου και παρείχε ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση στα εθνικιστικά κινήματα, ενώ ο άλλοτε κραταιός ρωσικός στρατός στο τέλος αυτής της περιόδου, ελλείψει ορθής κατανομής των πόρων υστερούσε σε οργάνωση, εκπαίδευση και οπλισμό.

Αυτά τα σοβαρά προβλήματα θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μόνο με την άνοδο ικανών ηγεμόνων που θα κατάφερναν έτσι να παρατείνουν τη ζωή της Ρωσικής αυτοκρατορίας με τον τσάρο στο τιμόνι της. Σε μια περίοδο εκατό περίπου ετών(1825-1917) βασίλεψαν τέσσερις τσάροι που μοιράζονταν ακλόνητη πίστη στην απολυταρχία και καθένας εξ αυτών είχε διαφορετικό τρόπο προσέγγισης του εκσυγχρονισμού. Ο συνδυασμός αποδείχθηκε ολέθριος για τον οίκο των Ρομανόφ που κυριάρχησε στην Ρωσία τρεις αιώνες.

Ο Νικόλαος Α΄ ανέλαβε την διακυβέρνηση της Ρωσικής αυτοκρατορίας έπειτα από τον αιφνίδιο θάνατο του αδελφού του, Αλεξάνδρου Α΄ το 1825 στη διάρκεια των Δεκεμβριανών( κίνημα στρατιωτικών και διανοούμενων που απαιτούσε στροφή στη Δύση για την ενίσχυση της Ρωσίας) και κυβέρνησε για τα επόμενα τριάντα χρόνια με σιδηρά πυγμή, αλλά χωρίς να προβεί σε εντυπωσιακές μεταρρυθμίσεις. Παρά την πεποίθησή του ότι ο θεσμός της δουλοπαροικίας ήταν παρωχημένος, δεν τολμούσε να προβεί σε μέτρα κατάργησής του, ενώ επέβαλε κρατική καταστολή, ισχυροποιώντας την αστυνομία και την λογοκρισία. Αντιμετώπισε τις εθνικιστικές εξεγέρσεις με τον εκρωσισμό, ξεκινώντας με τους Πολωνούς αφού πρώτα κατέπνιξε εξέγερσή τους τον Αύγουστο του 1831.

Παρόλο που απεχθανόταν τους μορφωμένους, προώθησε ως ένα βαθμό την εκπαίδευση και επεδίωξε συνεργασία με τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις, συντελώντας στην ανεξαρτητοποίηση της Ελλάδας, της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Στα χρόνια του όμως ξέσπασε ο Κριμαϊκός Πόλεμος( απάντηση της Βρετανίας και της Γαλλίας στην ρωσική επέκταση εις βάρος της προστατευόμενής τους Οθωμανικής Αυτοκρατορίας). Αυτός ο πόλεμος έδειξε την αδυναμία του ρωσικού στρατού, καθώς ένα τυφέκιο αντιστοιχούσε σε δύο στρατιώτες και από το σύνολο του στρατού μόνο ένα ποσοστό περίπου 4% μπόρεσε να μεταφερθεί στο μέτωπο. Πέθανε πριν προλάβει να δει την ήττα της πατρίδας του, αλλά οι ενέργειές του έθεσαν τα θεμέλια για τον διχασμό μεταξύ μορφωμένης και άρχουσας τάξης.

Ο γιος του, Αλέξανδρος Β’, που βασίλευσε από το 1855 ως τη δολοφονία του το 1881, πίστευε ότι θα μπορούσε να διατηρήσει την ισχύ του τσαρικού καθεστώτος, μέσω της εισαγωγής μετριοπαθών αλλαγών στην διοίκηση. Το 1860 ίδρυσε Υπουργείο Οικονομικών και Εθνική Τράπεζα, απελευθέρωσε τους δουλοπάροικους το 1861 και τους έδωσε τη δυνατότητα να αγοράζουν τη γη τους, ενώ περιόρισε ως ένα βαθμό την απόλυτη εξουσία των γαιοκτημόνων μέσω των τοπικών συνεδρίων (ζίμστβο).

Με τη βοήθεια του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης, Ντιμίτρι Ζιμιατνίν, το δικαστικό σύστημα απέκτησε μια πιο φιλελεύθερη μορφή, αν και η αστυνομία διατήρησε την ισχύ της.

Οι Πολωνοί και οι Ουκρανοί έγιναν στόχος μιας ενισχυμένης προσπάθειας εκρωσισμού όταν απόπειρες παραχώρησης μορφών ελευθερίας το 1862 οδήγησαν στην μεγάλη εθνικιστική εξέγερση των Πολωνών τον Ιανουάριο του 1863. Σε αντίποδα αυτής της κίνησης όμως οι Φινλανδοί απέκτησαν Σύνταγμα το 1867. Τον Απρίλιο του 1866, μια απόπειρα κατά της ζωής του τον έκανε πιο διστακτικό στην μεταρρυθμιστική του πολιτική. Ακολούθησαν άλλες τρεις απόπειρες στη διετία 1879-1880 και τελικά μια βόμβα τρομοκράτη έθεσε τέλος στην ζωή του «Ελευθερωτή Τσάρου».

Η δολοφονία του πατέρα του το 1881 έκανε τον επόμενο τσάρο, Αλέξανδρο Γ΄ να σκεφτεί ότι η Ρωσία δεν είχε τίποτα κοινό με τις δυτικές ιδέες και επέβαλε ένα καθεστώς σκληρής καταπίεσης: περιόρισε τις τοπικές συνελεύσεις, υπέταξε τα χωριά σε κρατικά επιλεγμένους ευγενείς και ο γιγαντόσωμος τσάρος ήταν η επιτομή του εκρωσισμού, ιδίως στους Πολωνούς, τους Φινλανδούς, που έχασαν το Σύνταγμά τους και τους Εβραίους. Το βιομηχανικό του πρόγραμμα ήρθε σε αντίθεση με τη γεωργία και αυτή η αντίθεση προκάλεσε τον Μεγάλο Λιμό του 1891-1892. Στο εξωτερικό, φοβούμενος την γερμανική δύναμη, υπέγραψε οικονομική και διπλωματική συνθήκη με την Γαλλία το 1894, με σκοπό αμοιβαία υπεράσπιση σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης. Η ίδια χρονιά σήμαινε και το τέλος της ζωής του από νεφρική ανεπάρκεια, όμως η αντιπολίτευση ήταν αδύναμη και διχασμένη, ενώ οι μεγάλες γαλλικές επενδύσεις συντέλεσαν στην αποκατάσταση της οικονομίας και την ταχύτατη εκβιομηχάνιση της Ρωσίας. Η πρόκληση την οποία ο επόμενος τσάρος θα έπρεπε να αντιμετωπίσει θα αφορούσε την αντίδρασή του στις αλλαγές που θα έρχονταν ως επακόλουθο αυτής της οικονομικής ανάπτυξης.

Ο Νικόλαος Β΄ παρέμεινε Ρώσος Αυτοκράτωρ μέχρι την αναγκαστική παραίτησή του το 1917. Ανετράφη ως ένας αδιάλλακτος μονάρχης, αλλά δεν είχε ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του: ο ίδιος δεν έδειξε ποτέ ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις κρατικές υποθέσεις και ο πατέρας του περιμένοντας ότι θα ζούσε μια μακρά ζωή δεν έσπευσε να τον προετοιμάσει για την διαδοχή. Επιπλέον ο Αλέξανδρος έτρεφε αμφιβολίες σχετικά με την δύναμη θελήσεως του γιου του και κατά συνέπεια την ικανότητά του να διοικεί.

Πράγματι ο Νικόλαος ήταν εσωστρεφής και αναποφάσιστος, ενώ άφηνε οικογενειακές σχέσεις να καθορίζουν την πολιτική του. Ένα παράδειγμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την υποστήριξη αυτής της θέσης ήταν η επιρροή που του άσκησε ο ξάδελφός του και Γερμανός Αυτοκράτορας, Γουλιέλμος Β΄ στο να ενισχύσει την επεκτατική πολιτική της Ρωσίας στην Άπω Ανατολή, αγνοώντας τις ιαπωνικές προτάσεις για δημιουργία ξεχωριστών σφαιρών επιρροής στη Μαντζουρία.

Ο γάμος του με μια πριγκίπισσα γερμανικής καταγωγής, την κατοπινή αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα δεν άφησε και τις καλύτερες εντυπώσεις, ενώ η τελετή της ενθρόνισής του στις 30 Μαΐου του 1896 σημαδεύτηκε από την τραγωδία της Κοντίνκα. Η απόφασή του να συναντηθεί με τον Γάλλο πρεσβευτή, αντί να παραστεί στην κηδεία των 1000 θυμάτων θεωρήθηκε ένδειξη της σκληρότητάς του.

Ήταν ανίκανος να δώσει στους υπουργούς του σαφείς κατευθυντήριες γραμμές και έβλεπε τους ικανούς και δραστήριους υφισταμένους του σαν τον Σεργκέι  Βίττε, Υπουργό Οικονομικών από το 1892 ως το 1903 και πρωτεργάτη της επέκτασης του ρωσικού σιδηροδρομικού δικτύου με καχυποψία, ενώ είχε διαλύσει τις ελπίδες των «ζίμστβο» να συμμετέχουν στην κυβέρνηση από το 1895 ως «ανόητα όνειρα».

Υποκινούμενος από την προσωπική του απέχθεια για τους Ιάπωνες, υποτίμησε τις ένοπλες δυνάμεις τους και υπερτίμησε τις αντίστοιχες ρωσικές, προκαλώντας έτσι τον Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο και μια εξευτελιστική ήττα για την Ρωσία. Ενώ τα νέα από τις ήττες συσσωρεύονταν, απάντησε με αμείλικτη σκληρότητα σε μια ειρηνική πορεία διαμαρτυρίας έξω από τα χειμερινά ανάκτορα. Οι απεργίες και οι εντάσεις ανάγκασαν τον Νικόλαο να εκδώσει το Οκτωβριανό Μανιφέστο: υποσχόταν ότι θα συγκροτούσε Δούμα και χάρτη δικαιωμάτων, όμως διατήρησε όλες τις βασικές εξουσίες στο πρόσωπό του: είχε το δικαίωμα να κηρύττει πόλεμο, να διαπραγματεύεται ειρήνη και πάνω από τη Δούμα θα λειτουργούσε ένα Κρατικό Συμβούλιο του οποίου τα μέλη θα διορίζονταν προσωπικά από τον τσάρο και θα είχε τη δυνατότητα να ασκήσει βέτο.

Από το 1906 ως το 1911 Ρώσος Πρωθυπουργός ήταν ο Πιοτρ Στολίπιν που προσπάθησε να καταπνίξει με σκληρότητα τις αντικαθεστωτικές κινήσεις( «γραβάτες του Στολίπιν»), αλλά και να  ηρεμήσει την αγροτική τάξη, καθιστώντας την οικονομικά αυτάρκη, Το δυτικότροπο πρόγραμμά του όμως προκάλεσε την δυσμένεια του Νικολάου και των άλλων ευγενών.

Μετά την συντριβή των ρωσικών επιδιώξεων στην Άπω Ανατολή και με την συνέχιση της επέκτασης στην κεντρική Ασία αδύνατη, λόγω της βρετανικής παρουσίας, ο Νικόλαος προώθησε την πολιτική στα Βαλκάνια, εναγκαλίζοντας το κίνημα του Πανσλαβισμού, προκειμένου να αυξήσει την δημοτικότητά του. Η υποστήριξη που έδωσε στη Σερβία απέναντι στην Αυστροουγγαρία έφερε την Ρωσία αντιμέτωπη τόσο με τους Αψβούργους όσο και με τους Χοεντσόλερν. Οι επιχειρήσεις στο Ανατολικό Μέτωπο έδειξαν την στρατιωτική ανεπάρκεια της Ρωσίας, μια ανεπάρκεια που επιδεινώθηκε με την απόφαση του Νικολάου να αναλάβει προσωπικά την στρατιωτική ηγεσία, αφήνοντας την αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα και τον πνευματικό της Ρασπούτιν υπεύθυνους για τις κρατικές υποθέσεις, πολλαπλασιάζοντας έτσι την λαϊκή δυσαρέσκεια. Ο λαός αρνήθηκε να υποστηρίξει ένα καθεστώς που χρηματοδοτούσε μέσω αύξησης φόρων, κυκλοφορίας χρήματος και υπέρμετρου δανεισμού, ήττες.

25 Φεβρουαρίου του 1917, όταν πληροφορήθηκε νέες ταραχές στην πρωτεύουσα, ο Νικόλαος διέταξε τον αυτοκρατορικό στρατό να αποκαταστήσει την τάξη στην πρωτεύουσα και διέλυσε για τέταρτη φορά την Δούμα. Δύο μέρες αργότερα η κυβέρνηση είχε χάσει τον έλεγχο της πόλης και οι στρατηγοί που ήταν η τελευταία ελπίδα του τσάρου ήταν πεπεισμένοι πως μόνο η παραίτηση του Νικολάου θα μπορούσε να αποτρέψει την πλήρη αναρχία. Ακόμα και ο στρατός απέσυρε έτσι την υποστήριξή του από την δυναστεία. Στις 2 Μαρτίου του 1917 ο Νικόλαος παραιτήθη και 17 Ιουλίου του 1918 η πρώην αυτοκρατορική οικογένεια εκτελέστηκε από τους Μπολσεβίκους.

Όλα τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στον χώρο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τους δύο τελευταίους αιώνες της ζωής της, δείχνουν την απόλυτη ανάγκη που υπήρχε για αλλαγές, οι οποίες θα εξασφάλιζαν την εσωτερική ηρεμία, την εθνική ομόνοια και θα έδιναν ενδεχομένως την δυνατότητα για μεγαλύτερη επέκταση. Οι τέσσερεις τελευταίο τσάροι είχαν όραμα για αυτούς τους στόχους. Καθένας τους είτε άμεσα είτε έμμεσα έκανε κάποια βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Όμως η αδυναμία τους να σχηματίσουν μια ενιαία γραμμή, να αφουγκραστούν πιο προσεκτικά τις εσωτερικές ανάγκες, να γεφυρώσουν την άρχουσα και την μορφωμένη τάξη και να κάνουν κάποιες αναγκαίες παραχωρήσεις συνδυάστηκε με τρεις απανωτές στρατιωτικές ήττες και οδήγησε στην συσσώρευση της οργής και της δυσαρέσκειας των υπηκόων. Η ύπαρξη ενός ηγεμόνα που απλώς ακολούθησε μια ήδη διαμορφωμένη πεπατημένη και αρνήθηκε να συνεχίσει την μεταρρυθμιστική πορεία, διασταυρώθηκε με τις επιπόλαιες αποφάσεις του και μαζί διαμόρφωσαν τις κατάλληλες συνθήκες «θερμοκρασίας και πιέσεως» για να οδηγήσουν στην έκρηξη της Ρωσικής Επανάστασης και την πτώση του τσαρικού καθεστώτος.


Βιβλιογραφία
  • David Warnes: Chronic of the Russian Tsars: σελίδες 163-212
  • E.M. Burns: Ευρωπαϊκή ιστορία Ο δυτικός πολιτισμός: Νεώτεροι χρόνοι: σελίδες 773-782, 793-794, 807-808, 818-820
  • Stuart .T. Miller: Νεώτερη και σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία: σελίδες 227-241 και 415- 429

Θα ήθελα να αποδώσω ιδιαίτερες ευχαριστίες στον καθηγητή Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Λαογραφίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Αθανάσιο Σφήκα, για τις πληροφορίες που άντλησα από τις διαλέξεις που έδωσε στις 9 και 16 Οκτωβρίου 2019 με θέμα την πτώση του τσαρικού καθεστώτος και την άνοδο των Μπολσεβίκων στο πλαίσιο του μαθήματος-ειδίκευσης στον 20ο αιώνα της Ευρωπαϊκής Ιστορίας.


Χρήστος Αμανατίδης

Γεννημένος το 1999 και μόνιμος κάτοικος Θεσσαλονίκης, είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου και φοιτητής Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης από τον Οκτώβριο του 2017. Ασχολείται με τον εθελοντισμό, συμμετέχει σε επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ σε μικρότερη ηλικία είχε κάνει και μαθήματα σε θεατρική ομάδα. Ενδιαφέρεται σε μεγάλο βαθμό για την σύγχρονη ιστορία και τη ζωολογία.