Της Δέσποινας Κάντα, 

Ένα από τα χαρακτηριστικά του Έλληνα -δυστυχώς- είναι η έφεση του στη λήθη. Ο Έλληνας αρνείται πεισματικά να κρατήσει στη μνήμη του στιγμές που (τότε) όλα έδειχναν ότι θα είναι καθοριστικές για τα εκλογικά αποτελέσματα. Με μια αθεράπευτα κακή λογική, τείνει να δικαιολογεί κάθε πολιτικό πρόσωπο που δηλώνει με θράσος πως «έκανε ό,τι μπορούσε», δίχως όμως να έχει επιτευχθεί ο τελικός σκοπός. Ακόμα και σε περιπτώσεις που χάθηκαν ανθρώπινες ζωές, είναι απίστευτο πως ο Έλληνας πολίτης κάνει μια έκρηξη θυμού-πυροτέχνημα για τα όσα μπορεί να διαδραματίστηκαν και ύστερα αυτή η εκτόνωση δεν μένει παρά μόνο σε κάποιες οργισμένες διαδικτυακές αναρτήσεις. Αυτό το χαρακτηριστικό, έδινε ανέκαθεν “χώρο” στους λαϊκιστές και ευθυνόφοβους πολιτικούς της χώρας, ώστε να ανακυκλώνουν τα ίδια επιχειρήματα, χρησιμοποιώντας το ίδιο ύφος και ρητορική, με αποτέλεσμα να δέχονται ίσως για μικρό χρονικό διάστημα “πυρά” από τον μέσο πολίτη και τα ΜΜΕ, αλλά στο τέλος να τους βλέπουμε στα έδρανα της Ελληνικής Βουλής. 

Είναι λάθος να νομίζουμε ότι το πολιτικό «brand» (όπως και το rebranding) ή το “image making” αφορά μόνο το σύνολο του κόμματος. Το πολιτικό marketing, αφορά και τους πολιτικούς ως άτομα. Είναι επί της ουσίας το management της δημόσιας εικόνας, κάτι που πάντοτε κατείχε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων. Οι πολίτες τείνουν πλέον να εμπιστεύονται περισσότερο πολιτικά πρόσωπα. Εμπιστεύονται τον πολιτικό που θεωρούν ηγέτη. Έχουν ήδη μια άποψη για τα θέματα που παρακολουθούν, με αποτέλεσμα τα ΜΜΕ ή οι πολιτικοί να έρχονται απλά να δώσουν τελική μορφή και σχήμα σε μια ήδη υπάρχουσα άποψη, σε μια ήδη υπάρχουσα προδιάθεση. Γι΄αυτό το λόγο, λοιπόν, το πεδίο του μέσου ψηφοφόρου έχει “ανοίξει” αρκετά σε σχέση με τις εκλογικές επιλογές του. Έχει γίνει μια στροφή στο κατά πόσο είναι “πρακτική” μια πρόταση, παρά στο πόσο «ιδεολογική» είναι. Για παράδειγμα, θα ήταν πολύ εύκολο να δεχτούμε ιδεολογικά ότι όλοι όσοι εισέρχονται στην Ελλάδα (είτε πρόσφυγες, είτε μετανάστες) είναι άνθρωποι και οφείλουμε ως χώρα υποδοχής να τους φιλοξενήσουμε όλους. Επί του πρακτέου και εξετάζοντας το από μια πιο ρεαλιστική πλευρά, θα συνειδητοποιήσουμε ότι είναι φύσει αδύνατο να γίνει κάτι τέτοιο, αφού η Ελλάδα τόσο από άποψη υποδομών και έκτασης, όσο και από άποψη οικονομική δεν είναι σε θέση να στηρίξει ένα τόσο μεγάλο και συνεχή αριθμό προσφυγικής/μεταναστευτικής ροής. Μακριά από συναισθηματισμούς, ποιος θα μπορούσε να είναι ο λόγος που ένας πολιτικός-λαϊκιστής θα υποστήριζε ότι όλοι οι πρόσφυγες/μετανάστες πρέπει να μείνουν στην Ελλάδα, τη στιγμή που είναι πάγιο αίτημα των ίδιων των προσφύγων/μεταναστών να γίνει προώθηση τους σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες; Ο ίδιος λόγος που βλέπει και ο Τούρκος Πρόεδρος το προσφυγικό/μεταναστευτικό ως ευκαιρία: οι ψήφοι. Τώρα, μιλάμε για εκατομμύρια ξεριζωμένους ανθρώπους, όπου η Ευρώπη οφείλει να αντιμετωπίσει (ορθώς) σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες της. Σε 10 ή σε 15 χρόνια, όταν ο πολιτικός-λαϊκιστής ξαναέχει την ευκαιρία του στην εξουσία -επειδή ο πολίτης θα έχει ξεχάσει τι συνθήκες αντιμετώπισε τότε- θα πάρει όλη αυτή τη μερίδα του πληθυσμού με το μέρος του δίνοντας του τι; Δικαίωμα ψήφου (και επιδόματα). Όταν η αναλογία γηγενών και αλλοδαπών πολιτών φτάσει να είναι ένας προς έναν, θα είναι μαθηματικά αδύνατο να ανατραπεί το εκλογικό αποτέλεσμα για τον απλούστατο λόγο πως πρόκειται για μαθηματική ακρίβεια. Σε συνδυασμό και με τη διάσπαση των ψήφων στα υπόλοιπα κόμματα, οι πιθανότητες να ανακτήσει ένα κόμμα αντίθετων απόψεων την εξουσία, περιορίζονται ακόμα περισσότερο. Μικρή σημασία θα έχει τότε το αν είναι ορθές ή όχι θέσεις άλλων πολιτικών κομμάτων, αφού ο πολιτικός-λαϊκιστής έχει φροντίσει -χρόνια πριν- να «στρώσει το έδαφος» για μελλοντική χρήση με στόχευση σε συγκεκριμένη μερίδα πληθυσμού. Ο λόγος που θα το επιτύχει αυτό ποιος είναι; Δεν έχει κάνει κατηγοριοποίηση στα target groups του βάσει οικονομικών παραγόντων. Δεν έχει κάνει κατηγοριοποίηση στους ψηφοφόρους τους ανάλογα με τις κοινωνικές τους ανάγκες. Ούτε έχει κάνει διαχωρισμό ανάλογα με στενή έννοια όρων. Έχει προβάλει τι; Πανανθρώπινες αξίες, στις οποίες κανείς σήμερα δεν μπορεί να πει όχι. Κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει για “κυνισμό”, για “ακροδεξιές απόψεις” κ.ο.κ. 

Το πρόβλημα πού προκύπτει; Στη διαχείριση. Λαϊκιστής είσαι όταν υπόσχεσαι και δεν μπορείς να κάνεις. Όταν -με λογική ηγεμόνα- εκμεταλλεύεσαι τον ανθρώπινο πόνο γιατί στην πραγματικότητα βλέπεις την “ευκαιρία”, όταν όλοι οι άλλοι βλέπουν το αδιέξοδο. Ο πολιτικός αντιλαμβάνεται πραγματικά το μέγεθος του προβλήματος που καλείται να διαχειριστεί όταν αναλάβει την εξουσία. Μέχρι τότε, ο ρόλος του είναι η αντιπολίτευση. Ευθύνη έχει η Κυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, δεν θα τον νοιάζει τότε να κάνει “σωστή διαχείριση” γιατί κινούμενος στρατηγικά και υποστηρίζοντας ένα -ίσως φαινομενικά υπέροχο σενάριο- έχει επιτύχει αυτό που είναι στόχος όλων των κομμάτων: η κατάκτηση της εξουσίας. 

Ο πολίτης ξεχνάει. Η πολιτική γι’ αυτόν είναι συναίσθημα. “Αισθάνεται” εμπιστοσύνη. “Αισθάνεται” ότι ο πολιτικός τον αντιπροσωπεύει. Δεν σκέφτεται ότι ακούει τα ίδια επιχειρήματα. Να δώσουμε ένα παράδειγμα: όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα περιστατικό στην καθημερινότητα που μας προκαλεί εκνευρισμό, περνάει η ώρα και μετά τυχαίνει να το συζητάμε με κάποιον φίλο. Πολλές φορές νιώθουμε και πάλι εκνευρισμό, παρά το γεγονός ότι έχει περάσει και τώρα πρόκειται για απλή συζήτηση. «Δεν θα τον εμπιστευτώ ξανά», λέμε, γιατί η συζήτηση με τον φίλο μας ήταν αφορμή να θυμηθούμε το αρνητικό συναίσθημα που μας έκανε κάποιος άλλος να νιώσουμε. Λένε ότι έχουμε μια φυσική τάση να διατηρούμε τις θετικές μνήμες και -από άμυνα του οργανισμού- τείνουμε να απορρίπτουμε τις μνήμες που μας δημιούργησαν αρνητικά συναισθήματα. Έτσι, λοιπόν, μπορεί να θυμόμαστε βραχυπρόθεσμα την αδικία, τον εκνευρισμό, την άρνηση, πόσο καιρό μετά όμως θα κάνουμε την ίδια συζήτηση με τον φίλο μας για το ίδιο θέμα; Μια φορά; Δύο φορές; Θα χαθεί και αυτό ανάμεσα σε άλλες εμπειρίες και συναισθήματα. Θα δώσει τη θέση του σε κάτι που τυχαίνει να έχει δυσαρεστήσει τον πολίτη πιο πρόσφατα (οπότε και θα θυμάται καλύτερα). Αυτή θα είναι η σωστή στιγμή να του θυμίσει σαν “φίλος”, ο λαϊκιστής πολιτικός, πόσο πολύ αρνητικά συναισθήματα του έχει δημιουργήσει “ο άλλος”. Σύμφωνα με έρευνες στις ΗΠΑ, τα αρνητικά μηνύματα που παρουσιάζονται στα πολιτικά διαφημιστικά έχουν μεγαλύτερη επιρροή. Η υπενθύμιση, λοιπόν, των αρνητικών περιστατικών σε αυτή τη φάση, όχι απλά θεωρείται πετυχημένη τακτική, αλλά μάλιστα σε άλλες έρευνες φαίνεται να έχουν ακόμα πιο καθοριστικό ρόλο από τα θετικά χαρακτηριστικά που μπορεί να προβάλει ένας υποψήφιος. Η λήθη, είναι αυτό που κάνει τον πολίτη να νομίζει ότι δεν φέρει ευθύνη. Λαϊκιστές θα υπάρχουν πάντα, ο πολίτης αποφασίζει όμως ποιον θα στηρίξει με τη ψήφο του. Γι΄αυτό, λοιπόν, να μην ξεχνάμε.


Δέσποινα Κάντα, Αρχισυντάκτρια Πολιτικών

Η Δ. Κάντα είναι πολιτικός επιστήμονας, απόφοιτη του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχει ολοκληρώσει τις μεταπτυχιακές σπουδές της στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και Ολικής Ποιότητας με Διεθνή Προσανατολισμό (MBA TQM Int.), του Πανεπιστημίου Πειραιά και το πρόγραμμα MA in Governance, του European Public Law Organization (EPLO), ως υπότροφη του Ελληνικού Οργανισμού Πολιτικών Επιστημόνων ΕΟΠΕ-HAPSc. Εργάζεται σε διοικητικές θέσεις και ως εξωτερικός συνεργάτης σε γραφεία συναφούς αντικειμένου των σπουδών της, με κύρια αντικείμενα το project management και το digital marketing. Στα άμεσα σχέδια της είναι η εκπόνηση ενός διδακτορικού και η ανάπτυξη του δικτύου συνεργατών της.