Του Παναγιώτη Δωρή, 

Πολύ πρόσφατα η κυβέρνηση της ΝΔ κατάφερε και αναθεώρησε το ελληνικό Σύνταγμα σε ορισμένα σημεία του, με κύριο αναφοράς το άρθρο 32 παρ. 4 και 5, σχετικά με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Επί της ουσίας, μη θέλοντας να κουράσω και να μακρηγορήσω, επέρχεται πλέον λυσιτέλεια και πλήρης αποσύνδεση της διάλυσης της Βουλής από την μη επιτυχημένη εκλογή του Προέδρου. Καθετί στην ζωή μας εμπεριέχει ψήγματα αλήθειας, ψήγματα ψεύδους και το σύνηθες συνιστά η στάση της αντικειμενικής πρώτης κατά το μέσο. Και αυτό διότι πολλά γράφτηκαν για την εκλογή του ΠτΔ, ακόμη και από την προτείνουσα Βουλή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, πλείστα δε αυτούς τους μήνες.

Όλα ξεκινούν με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας τον Ιούλιο του 1974, την επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Ελλάδα, ως αναλαμβάνων την πρωθυπουργία της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, στοχεύοντας στις εκλογές, αναλαμβάνοντας όμως ένα δύσκολο εγχείρημα, αυτό της διεξαγωγής δημοψηφίσματος για το Πολίτευμα και την μορφή του. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος βρίσκει την χώρα με την λεγόμενη Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και οι εκλογές τον φέρουν απόλυτο κυρίαρχο της πολιτικής σκακιέρας.

Ζητήματα ανακύπτουν με την πορεία της χώρας ανά τον χρόνο, όσον αφορά τον Πρόεδρο και ειδικά την σφαίρα επιρροής του, με τον όρο των αρμοδιοτήτων. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τα πρώτα έτη της Μεταπολίτευσης αποτελούσε έναν ισχυρό παίκτη της πολιτικής ζωής της χώρας, ο οποίος ήταν «οπλισμένος» με αυξημένες αρμοδιότητες, όπως λ.χ. την αυτόβουλη διάλυση της Βουλής, λόγω κοινού αισθήματος, την προκήρυξη δημοψηφίσματος, ανεξάρτητα από απόφαση της Βουλής και άλλα. Η χώρα εν ολίγοις έπλεε σε τροχιά δυαρχίας, με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από τη μια και τον Πρωθυπουργό από την άλλη, να ανταγωνίζονται μεταξύ τους, κάτι το οποίο διαδραματίστηκε έντονα την περίοδο 1980-1985, όταν την πρώτη θέση κατέλαβε ο Κ. Καραμανλής και την δεύτερη ο Α. Παπανδρέου. 

Σύμφωνα με συνταγματολόγους της εποχής, αλλά και σύγχρονους, ακόμη και στον ευρωπαϊκό χώρο, το ζήτημα των αρμοδιοτήτων του ανώτατου άρχοντα έρχεται και παρέρχεται συνεχώς κατά την διακυβέρνηση. Το φαινόμενο μη αγαστής συνεργασίας εμπεδώνεται το βέλτιστο σε περίπτωση που ένας ενδιαφερόμενος ασχοληθεί με την ευρωπαϊκή συνταγματική ιστορία και την εκλογή των προέδρων ανά τα κράτη. Καθημερινά συζητείται σε έντονο βαθμό η λεγόμενη «βελτίωση των θεμελίων του Πολιτεύματος», όχι τόσο στον ελλαδικό χώρο, όσο στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης (σύγχρονα δημοκρατικά κράτη, που μεταλλάχθηκαν από κομμουνιστικά το 1989), ακόμη και στα δυτικά, με συχνό παράδειγμα την Ισπανία και τα δύο αντικείμενα κύματα που εδράζονται, αυτά υπέρ των αυξημένων αρμοδιοτήτων του Βασιλιά και αυτά υπέρ της πλήρους αφαίρεσης τους.

Εξαιτίας της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας, κάθε συζήτηση περί του προαναφερθέντος φαινομένου περιττεύει, καθώς το δημοψήφισμα του 1974 απέδειξε ότι η χώρα επιθυμεί μία νέα τροχιά, απεκδυόμενη το παρελθόν της, στην οποία ο κυρίαρχος λαός με την βούλησή του θα αποφασίζει τα αρμόδια όργανα και πρόσωπα της εξουσίας.

Υπάρχει παρ’ όλα αυτά μία μόνιμη συζήτηση περί του εάν υπήρξε εν τέλει επωφελής η αναθεώρηση του Συντάγματος από την δεύτερη κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου, με την οποία ο ρόλος του ΠτΔ αποδυναμώθηκε και εξελίχθηκε σε ένα πλήρως συμβολικό θεσμό, δίχως κατ’ ουσία αρμοδιότητες.

Στο πρόσωπο του ΠτΔ η Ελληνική Δημοκρατία εγκαθιδρύει τον ελληνικό λαό, τον ανώτατο άρχοντα του κράτους, τον πρώτο πολίτη, ο οποίος εκπροσωπεί την χώρα στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, αλλά κατέχει επιπλέον ίσως και έναν εξαιρετικά επιβαρυντικό ρόλο, αυτόν της ενότητας του Έθνους. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποτελεί επί της ουσίας τον διάδοχο του Έλληνα μονάρχη, ο οποίος πλέον εκλέγεται εμμέσως του ελληνικού λαού και δεν αποτελεί κληρονομικό άρχοντα.

Η σημασία του τελευταίου εδαφίου είναι εξαιρετικά σημαντική για την σύγχρονη συνταγματική μας παιδεία, καθώς όπως αποδεικνύεται, εν τέλει ο ΠτΔ, ακόμη και δίχως ουσιαστικές, βαρύγδουπες και σημαίνουσες αρμοδιότητες, συμβολίζει τον αγώνα του ελληνικού έθνους για την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Μην λησμονούμε βέβαια, ότι η Ελλάδα διήλθε εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, τον οποίο θα εορτάσουμε σε 2 χρόνια, και δεν αποτελούσε Βασίλειο που εξελίχθηκε στην πάροδο των χρόνων σε φιλελεύθερο δημοκρατικό κράτος, ώστε η βασιλεία να είναι στενά συνυφασμένη με την ιδεολογία του μέσου Έλληνα.

Για ακριβώς αυτούς τους λόγους πάντοτε στο Σύνταγμα κατοχυρωνόταν κατ’ αρχήν η αυξημένη πλειοψηφία για την εκλογή του Προέδρου (2/3, 3/5) και όχι η απόλυτη και η σχετική, καθώς ο θεσμός της Προεδρίας ενσωματώνει την συναίνεση και το συνανήκειν του ελληνικού λαού, αφήνοντας στην λήθη του παρελθόντος περιόδους, στις οποίες ο ίδιος υπήρξε διηρημένος (1915, 1945 κλπ). Για συμβολικούς λόγους η εκλογή αποτελεί την ημέρα μέγιστης συναίνεσης, διακομματικής, αλλά και κοινωνικής. Βέβαια, κατακριτέα ορθά υπήρξε η διάλυση της Βουλής σε περίπτωση μη εκλογής για πολιτικούς λόγους, όπως συνέβη πριν λίγα έτη το 2014.

Συνοψίζοντας και μη επιθυμώντας να κουράσω περαιτέρω, η σημερινή ανάλυση δεν στέκεται τόσο στο συνταγματικό- σύννομο κομμάτι της Αναθεώρησης, αλλά ιδιαίτερα στις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν και στα παραγωγικά αίτια της προϊσχύουσας διάταξης. Η νέα διάταξη, αποτελεί ένα δίκοπο μαχαίρι: από την μια βεβαιώνεται η μη συνταγματική εκτροπή και διάλυση της Βουλής σε περίπτωση μη επίτευξης του ορίου ψήφων, από την άλλη η αμφισβήτηση επιλογής των επομένων προσώπων της Προεδρίας, καθώς εγκυμονεί ο κίνδυνος επιλογής προσώπων με κομματικά κριτήρια, πρόσωπα που ενδέχεται να επιφέρουν συγκρούσεις σε περίπτωση διαφορετικής κυβέρνησης. Λύση στο παραπάνω πρόβλημα αποτελεί η επιλογή προσώπων σημαίνουσας προβολής από τον χώρο του πολιτισμού, αλλά και πολιτικά πρόσωπα, τα οποία διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ιστορία και αποτελούν πρόσωπα κοινής αποδοχής. 

Ας μην ξεχνάμε βέβαια ότι ο πρόεδρος είναι αρχή, χωρίς αρμοδιότητες.


Παναγιώτης Δωρής

Έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στο Ναύπλιο. Σπουδάζει στη Νομική σχολή του Δ.Π.Θ. Όντας πολύ καλός γνώστης αγγλικών, έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις και σε αρκετά επιστημονικά συνέδρια. Το ενδιαφέρον του κεντρίζεται γύρω από τα ζητήματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και την πολιτική ενεργοποίηση των νέων.