Του Γιώργου Σαλπιγγίδη,

Το ελληνικό στοιχείο από αρχαιοτάτων χρόνων είχε μια θαυμάσια σχέση με τη θάλασσα, έτσι οι Έλληνες εξελίχθηκαν πολύ γρήγορα σε Οδυσσέας, οργώνοντας τις θάλασσες. Έχουν πάθος με τη θάλασσα και αυτό φαίνεται και στη γλώσσα, καθώς, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, έχουν μείνει αναλλοίωτοι πέντε όροι που σχετίζονται με το υγρό στοιχείο: «θάλασσα», «πέλαγος», «αρχιπέλαγος», «πόντος» και «ωκεανός». Αυτή η αγάπη για τη θάλασσα υπάρχει και στην περίοδο της τουρκοκρατίας, με τα προβλήματα και τις φάσεις καμπής που υπήρξαν. Εδώ θα δούμε την εμπορική κίνηση στο Αιγαίου τον 18ο αιώνα, που χαρακτηρίζεται από πολυμορφία και πολυπλοκότητα. Υπάρχουν νησιά που το εμπόριο ανθεί και εξελίσσεται, ενώ άλλα μένουν στάσιμα και είναι αδύνατο να αναπτυχθούν. Οι νησιώτες είναι αντιμέτωποι με την πειρατεία, τη φορολογία από το οθωμανικό καθεστώς (αν και δεν ήταν δυσβάσταχτη) και τις εμπορικές δραστηριότητες των μεγάλων ξένων αυτοκρατοριών. Αυτοί που δεν πτοήθηκαν από τις δυσκολίες και στράφηκαν στο εμπόριο, γνώρισαν οικονομική και πνευματική άνοδο, ερχόμενοι σε επαφή με άλλους λαούς, έγιναν κοσμοπολίτες και έφεραν στα νησιά τους τα προϊόντα των άλλων χωρών και την τεχνογνωσία τους.

Σε αυτή τη φάση, θα μελετήσουμε την πρώτη πενηντακονταετία του 18ου αιώνα στα νησιά του Αιγαίου, πρώτα με μια γενική επισκόπηση της κατάστασης των νησιών και έπειτα θα αναφερθούμε σε νησιά με έντονη εμπορική δραστηριότητα (όπως η Χίος, τα Ψαρά, η Ύδρα), αλλά και σε νησιά που αντιμετωπίζουν κάποια προβλήματα.

Στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου, τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα, επικρατεί ο φόβος των κατοίκων για τους πειρατές –είτε τους ξένους όπως οι ιππότες του Αγίου Ιωάννου ή αλλιώς Μαλτέζοι πειρατές, είτε τους Έλληνες από την Μάνη, την Πάρο και άλλα μικρά νησιά- και για αυτό οι πληθυσμοί είναι οχυρωμένοι στα κάστρα των νησιών που βρίσκονται σε ορεινά μέρη. Έτσι οι νησιώτες, απομονωμένοι στα κάστρα και απομακρυσμένοι από τη θάλασσα, ασχολούνται με την καλλιέργεια της γης, ζώντας φτωχικά, ενώ πολλοί επιλέγουν τη φυγή, με αποτέλεσμα να υπάρχουν νησιά αραιοκατοικημένα ή εντελώς έρημα. Το ενδιαφέρον, όμως, των ξένων –κυρίως των Άγγλων και των Γάλλων- έδωσε ώθηση στους ντόπιους, που μαζί τους άρχισαν να χρησιμοποιούν και τη θαλάσσια οδό. Για παράδειγμα, τα κρασιά της Σαντορίνης ταξιδεύουν σε όλη την Ευρώπη, στην Τήνο και την Άνδρο τα μετάξια έχουν υψηλή θέση, ενώ η Σάμος στέλνει έξω τα κρασιά της και το μετάξι της στη Χίο για επεξεργασία. Έτσι θα αρχίσουν σταδιακά να πληθαίνουν οι θαλάσσιες μεταφορές και αρκετά νησιά του Αιγαίου θα αναδειχθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα, σημαντικοί εμπορικοί κόμβοι.

Το νησί της Χίου αυτή την εποχή έχει 100.000 κατοίκους (οι 5.000 ήταν Τούρκοι) και σε αντίθεση με τα περισσότερα νησιά αυτής της περιόδου, γνώρισε σημαντική οικονομική και εμπορική άνθηση, ενώ αναδείχθηκε σε κύριο σταθμό των πλοίων του Αιγαίου, αλλά και της Μεσογείου. Αρχικά, είχαν εμπορικές σχέσεις και συνεταίρους στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, ενώ κατεβαίνουν και στη Συρία και την Αίγυπτο. Τα κύρια προϊόντα του νησιού είναι η μαστίχα και το μετάξι, ενώ εισάγουν και ανεπεξέργαστο μετάξι για επεξεργασία από Άνδρο, Μυτιλήνη, Σάμο κ.α. Τα εργοστάσιά τους πολλαπλασιάζονται και κατασκευάζουν μεταξωτά υφάσματα σκέτα χρυσοποίκιλτα, αργυροποίκιλτα και μη. Έπειτα, οι έμποροι στράφηκαν και σε άλλες πόλεις, όπως το Άμστερνταμ, τη Βιέννη, την Τεργέστη κ.α.

Οι Υδραίοι ασκούν, με υποτυπώδη τρόπο, τη ναυτική τους φύση, ήδη από τα τέλη του 17ου αιώνα. Αυτό συμβαίνει πιθανότατα γιατί στο νησί τότε υπήρχε αύξηση των γεννήσεων, αλλά και εισροή νέων κατοίκων, με αποτέλεσμα να μην επαρκούν τα γεωργοκτηνοτροφικά προϊόντα, ούτε τα λίγα ψαρικά. Έτσι οι πρώτες ναυτικές απόπειρες γίνονται, αλλά κατευθύνονται σε κοντινά νησιά και προς το Ναύπλιο, όπου πουλούν τα λίγα προϊόντα τους και αγοράζουν τα αναγκαία. Το Ναύπλιο έμελλε να τους δώσει επιπλέον ώθηση, αφού εκεί ήρθαν σε επαφή με Τηνιακούς και Πελοποννήσιους εμπόρους, τους οποίους βοηθούσαν στη μεταφορά των εμπορευμάτων, έτσι τους δόθηκε η ευκαιρία να κατασκευάσουν καράβια με μεγαλύτερη χωρητικότητα, τα τρεχαντήρια, φτάνοντας στη Χαλκίδα, στη Θεσσαλονίκη, τη Χίο και αλλού. Περνώντας ο καιρός, πληθαίνουν οι μεταφορές, φέρνοντας στην επιφάνεια το πρόβλημα της χωρητικότητας και της ασφάλειας που είχαν τα τρεχαντήρια. Ξεκίνησε, λοιπόν, το 1716, να ναυπηγείται ένα νέο είδος καραβιού, το σακτούριο, με το οποίο θα μπορούσαν να αντιμετωπίζουν ασφαλέστερα το πέλαγος, καθώς και να μεταφέρουν περισσότερα προϊόντα, 10-15 τόνων. Η αλλαγή αυτή φέρνει την πρόοδο, αλλά δεν είναι ικανή να βγάλει τους κατοίκους από τη φτώχεια, επειδή η ναυτιλία βρίσκεται σε μια πρωτόλεια φάση και επειδή οι Υδραίοι έχουν να αντιμετωπίσουν την πειρατεία, κυρίως τους ιππότες του Αγ. Ιωάννου. Η επαφή τους με τη θάλασσα τους γεμίζει εμπειρίες και γνώση. Αυτή τη γνώση θα χρησιμοποιήσουν για την κατασκευή ενός νέου είδους πλοίου, το λατινάδικο, με χωρητικότητα 40-50 τόνων.

Ένα άλλο νησί που ακολουθεί το δρόμο της ναυτιλίας είναι τα Ψαρά, που το 1739 έχουν 1.000 κατοίκους. Οι κάτοικοι -παρόλο που είναι λίγοι- είναι πολύ γενναίοι και γι’ αυτό φοβούνται το νησί ακόμα και οι πειρατές, αφού μέχρι και οι ιππότες του Αγ. Ιωάννου δεν τολμούν να επιτεθούν. Με το πέρασμα του χρόνου και την αύξηση του πληθυσμού, εμφανίζεται το πρόβλημα της έλλειψης τροφίμων και οι γεωργοί του νησιού ωθούνται προς τη θάλασσα και ταξιδεύουν αρχικά με την οικονομική βοήθεια Χιωτών και Σμυρναίων, μεταφέροντας εμπορεύματα σε Χίο και Μυτιλήνη. Έπειτα ξεμακραίνουν και πηγαίνουν στη Σμύρνη, στην Εύβοια, στα νησιά του Ιονίου, μέχρι και στην Αγκόνα και τη Βενετία.

Υπάρχουν και νησιά που στις αρχές του αιώνα αποδεκατίστηκαν, το γνωστότερο παράδειγμα είναι η Μήλος που από 5.000 κατοίκους έφτασε να έχει 400. Τα αίτια που έχουν προταθεί είναι η έλλειψη καθαριότητας και οι βαλτώδεις κοιλάδες που δημιουργήθηκαν από τα στάσιμα νερά, με αποτέλεσμα την επικράτηση του ελώδους πυρετού. Έτσι το νησί, αυτή την περίοδο, δεν μπορεί να δώσει έμφαση στη ναυτιλία.

Το πρώτο μισό του 18ου αιώνα, λοιπόν, ήταν για τους Έλληνες μια καλή αρχή για την ενασχόλησή τους με τη θάλασσα, τόλμησαν να ξανοιχτούν σε άγνωστους μέχρι τότε τόπους, αποκομίζοντας εμπειρίες και οικονομικά οφέλη. Το επόμενο μισό του αιώνα η άνοδος θα είναι ακόμη μεγαλύτερη και έτσι θα επιτρέψει στους Έλληνες να οργανώσουν τον στόλο τους για την Επανάσταση και θα τους δώσει την απαραίτητη εμπειρία και τεχνογνωσία.


Βιβλιογραφία

  • Απόστολος Βακαλόπουλος, «Ιστορία του νέου ελληνισμού», Τόμος Δ`, Εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα, 2005
  • Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος, «Νεοελληνική Ιστορία (1204-1940)», Εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε., Θεσσαλονίκη, 2000

Γιώργος Σαλπιγγίδης

Γεννημένος στην Αθήνα το 1999. Φοιτητής του Τμήματος Ιστορία, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών, της Καλαμάτας. Λάτρης της Βυζαντινής και Νεότερης Ιστορίας, του αρχαίου θεάτρου, του βιβλίου και της μαγειρικής