Της Άννας Κανελλοπούλου,

Πάντοτε σάστιζα στο άκουσμα ειδήσεων αυτοκτονίας. Πώς μπορεί να φτάσει κάποιος στο σημείο να βάλει τέλος στη ζωή του, σκεφτόμουν. Όταν, όμως, αυτοκτονεί ένα παιδί, η είδηση αποκτά αυτομάτως μια τραγική, σχεδόν ανατριχιαστική διάσταση. Γιατί ένα παιδί να επιλέξει τον θάνατο αντί της ζωής; Την απάντηση δίνει με την αυτοκτονία του ο 14χρονος Στυλιανός στην Κύπρο. Ένας κόσμος στον οποίο τα γέλια αντικαθίστανται από κλάματα, το παιχνίδι από δουλειά, οι φίλοι από μοναξιά και η στοργή από βία, καταντά ανυπόφορος για την παιδική ψυχή. Ήταν μόλις 14 χρονών, αλλά αναγκάστηκε να μεγαλώσει πολύ νωρίς, να εγκαταλείψει τα όνειρά του και να επιλέξει τον θάνατο ως λύση στο μαρτύριό του.

Η ιστορία του 14χρονου γνώρισε το φως της δημοσιότητας αμέσως μετά το θάνατό του. Το παιδί προερχόταν από μια φτωχή οικογένεια και ως ο μεγαλύτερος γιος, αναγκαζόταν καθημερινά μετά το σχολείο να εργάζεται ατελείωτες ώρες στη φάρμα του πατέρα υπό άθλιες συνθήκες, τιμωρίες και φυσική βία. Η βία δε σταματούσε ούτε στο σπίτι, το οποίο δε θύμιζε σε τίποτα το καταφύγιο φροντίδας και αγάπης που έχει ανάγκη ένα παιδί. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι η κατάσταση του 14χρονου ήταν γνωστή στις κοινωνικές υπηρεσίες, στο σχολείο, στην αστυνομία και φυσικά στη γειτονιά. Κανείς δεν κινητοποιήθηκε, κανείς δεν αντέδρασε. Οι κρατικοί φορείς αρκέστηκαν μόνο σε κάποιες επισκέψεις στο σπίτι, με τις οποίες υποτίθεται επέβλεπαν την οικογένεια. Ούτε οι καταγγελίες της μητέρας για ξυλοδαρμό, ούτε η προσπάθεια του μικρού Στυλιανού να φύγει από το σπίτι κατάφεραν να ταρακουνήσουν τους «θεατές».

Η απόφαση ενός παιδιού να αυτοκτονήσει για να δραπετεύσει από τη φυλακή της καθημερινότητάς του δεν είναι απλά ένα γερό ταρακούνημα για όλους, είναι μια δυνατή φωνή που μας υπενθυμίζει για άλλη μια φορά πόσο έχουμε αποτύχει ως άνθρωποι. Έπρεπε να χαθεί μια παιδική ζωή για να  έρθει πάλι στην επιφάνεια το πρόβλημα της αδιαφορίας για την ενδοοικογενειακή βία που κρύβουμε κάτω από το χαλί. Δεν ήταν αυτοκτονία, ήταν έγκλημα και είμαστε όλοι συνένοχοι. Σίγουρα το νοσηρό οικογενειακό περιβάλλον ώθησε το παιδί στην απελπισία, σίγουρα ευθύνονται οι γονείς, αλλά η σιωπή των «θεατών» στη βία σημαίνει ανοχή και άρα συνενοχή. Όταν κλείνει η πόρτα ενός σπιτιού κανείς δεν ξέρει τι κρύβεται μέσα, τι γίνεται, όμως, όταν ξέρει προτιμά να μην «ανακατευτεί»; Τι είδους άνθρωποι είμαστε, όταν γνωρίζουμε ότι ένα παιδί κακοποιείται και δικαιολογούμε την αδιαφορία μας επειδή «φοβόμαστε μην μπλέξουμε»; Οι γείτονες, οι δάσκαλοι, οι κοινωνικοί λειτουργοί έχουν και εκείνοι μερίδιο ευθύνης. Ευθύνη που δεν αντέδρασαν, που δεν απομάκρυναν το παιδί, που κάμπτονταν μπροστά στις απειλές του πατέρα, που τελικά άφησαν έναν 14χρονο να διαχειριστεί μια προβληματική οικογένεια, η οποία τολμά να αποδίδει το θάνατο του Στυλιανού στην φτώχεια τους.

Ένα παιδί δε χρειάζεται πλούτη και ανέσεις για να είναι ευτυχισμένο, παρά μόνο αγάπη, τρυφερότητα και φροντίδα. Υπάρχουν οικογένειες που μπορεί να μην έχουν ούτε τα προς το ζην, έχουν, όμως, μεγάλη καρδία και αυτό αρκεί. Εξάλλου, η βία, σωματική ή ψυχολογική, δε διακρίνει τάξεις και κοινωνικά στρώματα. Οποιοσδήποτε μπορεί να είναι θύτης ή θύμα, ανεξαρτήτως φύλου, μόρφωσης και ηλικίας. Το μόνο όπλο απέναντί της είναι η λύση της σιωπής, τόσο από τα θύματα, όσο και από τον κοινωνικό περίγυρο. Δε χωρεί αναβολή ούτε υπομονή γι’ αυτό οι αντιδράσεις και η κινητοποίηση πρέπει να είναι άμεσες. Τα ψυχικά όρια του θύματος είναι ευαίσθητα, σαν μια βόμβα που μπορεί να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Στόχος, λοιπόν, της κοινωνικής πρόνοιας και όλων εμάς πρέπει να είναι να μην αφήσουμε άλλη βόμβα να εκραγεί, όπως στην περίπτωση του 14χρονου, γιατί μετά την έκρηξη είναι πλέον πολύ αργά.

Η αυτοκτονία από κάποιους ερμηνεύεται ως δύναμη, από άλλους ως αδυναμία. Σίγουρα, όμως, δεν αποτελεί λύση σε οποιοδήποτε πρόβλημα. Αντιθέτως, πρέπει να μας προβληματίζει ότι εν έτη 2019, αυτοκτονούν παιδιά, μάλλον επειδή τείνουν να φτιάχνουν με την αγνότητα και την αθωότητά τους έναν κόσμο καλύτερο, σχεδόν παραμυθένιο, απαλλαγμένο από βία, μίσος και κακία. Αυτό τον κόσμο ονειρεύονται όταν «μεγαλώνουν νωρίς» και ο πραγματικός μοιάζει πολύ σκληρός για να τον αντέξουν…


Άννα Κανελλοπούλου

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999 με καταγωγή από την Τρίπολη. Το 2017 αποφοίτησε από το Αρσάκειο Τοσίτσειο Εκάλης και έκτοτε είναι φοιτήτρια στην Νομική Σχολή Αθηνών. Στο πλαίσιο αυτό έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις των Ηνωμένων Εθνών (M.U.N) και συχνά παρακολουθεί νομικά συνέδρια. Παράλληλα δραστηριοποιείται ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νέων Νομικών (ELSA). Λατρεύει τα ταξίδια, την διασκέδαση και το θέατρο.