Του Κώστα Σακκά,

Οι απαρχές του 20ου αιώνα δεν ξεκίνησαν ευοίωνα για την πολιτική ζωή και τη σταθερότητα της Μεγάλης Βρετανίας. Κινητοποιήσεις, συχνά στα πρόθυρα βίαιης-εμφύλιας διαμάχης, που απαρτίζονταν από τις διεκδικήσεις διαφόρων κοινωνικό-οικονομικών ομάδων, ήταν αυτές που άλλαξαν καταλυτικά την πολιτική σκακιέρα και θεμελίωσαν σκληρές πολιτικές συμβιβασμού για την πολιτική ελίτ της χώρας. Ιδίως το χρονικό διάστημα 1900-1914, οι αναταραχές είχαν ως πηγή εκδήλωσης τους την πλαστή-φαινομενική ευημερία που προωθούσε αναιδώς η κυβέρνηση του Ερβέρτου Άσκουιθ (1858-1928), με υπουργό Οικονομικών τον Δαβίδ Λώυδ Τζωρτζ (1863-1945). Βέβαια, αυτή η κυβέρνηση είχε προβεί σε μερική λύση του προβλήματος, καθώς εφάρμοσε εξυγιαντικές μεταρρυθμίσεις με φιλεργατικό πρόσημο και προοδευτική υφή. Αυτό το τελευταίο ήταν και η «Αχίλλειος πτέρνα» της Βουλής των Λόρδων, που οδήγησε στην πειθάρχηση της ως προς τις αιτιάσεις της κυβέρνησης και της Βουλής των Κοινοτήτων. Και όλα αυτά σε μία ταραχώδη διετία (1911-1912), όπου αυτή η συνταγματική σύγκρουση προκάλεσε μαχητικότερες συνδικαλιστικές απεργίες και συγκρούσεις με το σχετικά νεοϊδρυθέν Εργατικό κόμμα. Η πιο ανησυχητική εκ των κοινωνικών συρράξεων ήταν το κίνημα των Σουφραζέτων, όπως ονομάστηκαν επικριτικά σε ένα από τα πρωτοσέλιδα της Daily Mail το 1906, για την παροχή δικαιώματος ψήφου (εκλέγειν-εκλέγεσθαι) στις γυναίκες και τη διεκδίκηση ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Ο αγώνας για την απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων στον γυναικείο πληθυσμό της Μεγάλης Βρετανίας δεν ήταν καινούργιος και σίγουρα δεν έκανε τα εγκαίνια του εκείνη την εποχή. Ήδη από το 1865, σημαντικοί φωτισμένοι άνδρες της εποχής, με προεξάρχοντα τον Φιλελεύθερο πολιτικό με σημαίνουσα στοχαστική δράση  Τζον Στιούαρτ Μιλ (1806-1873), εισήγαγαν δια προκηρύξεων το μήνυμα για την κοινωνική αλλαγή και κατ’ επέκταση, την παραχώρηση πολιτικών δικαιωμάτων στις γυναίκες. Η προσπάθειά τους στέφθηκε με το αγλάισμα της επιτυχίας, καθόσον η Νέα Ζηλανδία, κατέχουσα των πρωτείων στις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, ήταν η πρώτη που νομοθέτησε το δικαίωμα της ψήφου σε όλες τις γυναίκες άνω των 21 ετών για τις επικείμενες κοινοβουλευτικές εκλογές (1893).

Όσον αφορά, όμως, το κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο της Μεγάλης Βρετανίας του 20ου αιώνα, θα παρατηρήσουμε ότι οι ειρηνικές κινητοποιήσεις έφερναν κάθε άλλο παρά το επιθυμητό αποτέλεσμα. Υπό αυτή την κατάσταση, η Εμελίνα Πάνκχουρστ (1858-1928) ήταν αυτή που τελικά ηγήθηκε με την επιβλητικότητα της των Σουφραζέτων, ιδρύοντας την Κοινωνική και Πολιτική Ένωση των Γυναικών (1903). Οι Σουφραζέτες αποτελούσαν έναν γυναικείο πληθυσμό με χαμηλά οικονομικά εισοδήματα και αποδοχές. Το κίνημα αντλούσε την κύρια δύναμη του από τους κόλπους της αστικής τάξης, αλλά και από γυναίκες της εργατικής και της αριστοκρατικής τάξης. Η Έμιλυ Πάνκχουρστ θεώρησε ότι ο στόχος της οργάνωσης, για ίση μεταχείριση των γυναικών από τον ανδρικό πληθυσμό και την παραχώρηση πολιτικών δικαιωμάτων σε αυτές, θα επιτυγχάνονταν μόνο δια μέσου μιας αιματηρής οδού με θυσίες και πόνο. Με άλλα λόγια, έπλεξε έναν μανδύα ριζοσπαστισμού και αγωνιστικότητας, με τον οποίο μετασχημάτισε το κίνημα. Βέβαια, από τα προηγούμενα χρόνια, εξασφαλίστηκαν ορισμένες κοινωνικές διεκδικήσεις για τον γυναικείο πληθυσμό σχετικά με τον τομέα της προσωπικής τους ζωής και των επιλογών τους, τον τομέα της εκπαίδευσης και τον τομέα της σεξουαλικότητας (χρήση αντισυλληπτικών μεθόδων). Το μόνο κομμάτι στο πάζλ της κοινωνικής τους ολοκλήρωσης, ήταν αυτό της εκχώρησης των πολιτικών δικαιωμάτων που φανάτιζε το κίνημα.

Η Έμιλυ Πάνκχουρστ με τις κόρες της (Κρισταμπέλα και Σύλβια) εμπνέονταν από τη φράση/σλόγκαν «Deeds, no words» (Πράξεις, όχι λόγια). Πράγματι, οι πρωτοβουλίες παρθήκαν σχετικά γρήγορα και η πρώτη μεγάλη συνάντηση των Σουφραζέτων, γνωστή και ως «Κυριακή των Γυναικών», έγινε τον Ιούνιο του 1908 στο κέντρο του Λονδίνου, όπου συγκέντρωσε γυναίκες απ’ όλη την επικράτεια. Η μαζική αυτή εκδήλωση αρίθμησε περίπου 300.000 διαδηλωτές και ήταν το γρανάζι για να «ξυπνήσει το έθνος» και να αντιληφθεί με περίσκεψη, χωρίς να δείξει αγνωμοσύνη, τα αιτήματα των γυναικών. Αποκορύφωμα στην ιστορία του κινήματος ήταν η δράση του το 1912. Αυτή η χρονιά περιβαλλόταν από ιδιαίτερα εξτρεμιστικές και ριζοσπαστικές ενέργειες, οι οποίες πήγαζαν από τις αντιπολιτικές διαθέσεις που ελαύνονταν διαρκώς και με αυξανόμενη κλίμακα στο πλήθος των γυναικών. Ο λόγος ήταν προφανής και αφορούσε την αγνόηση των αιτημάτων τους από την ανδροκρατούμενη πολιτική ηγεσία. Οι πρακτικές που ακολουθήθηκαν, αμαύρωσαν την εκ γενεθλίων αγνότητα του κινήματος διότι πολλοί δημόσιοι χώροι (Βουλή, Μουσεία), αλλά και καταστήματα-ιδιωτικοί χώροι, έγιναν έρμαια επιθέσεων με διάφορους τρόπους, που συχνά έφταναν στα όρια του βανδαλισμού, έως και της τρομοκρατικής ενέργειας (τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών). Η πιο παράτολμη δράση της διατράνωσης των αιτιάσεων τους ήταν η βομβιστική επίθεση προς το σπίτι του τότε Πρωθυπουργού Ντέιβιντ Λώυδ Τζόνσον (1913). Μετά από αυτό το συμβάν, οι συγκρούσεις με τις αστυνομικές αρχές ήταν πολλαπλές και ιδιαίτερα απηνείς. Βέβαια, οι Σουφραζέτες κατάφερναν, με διπλωματική δεξιοτεχνία, να κατευθύνουν την κοινή γνώμη προς το πρόβλημά τους, με την πλειονότητα των πρωτοσέλιδων να τις απαθανατίζει, άλλοτε με συμπάθεια και θαυμασμό και άλλοτε ως αντικείμενα έντονης σάτιρας και κριτικής. Η τότε πολιτική ηγεσία, αντιμέτωπη με αυτό το θέατρο κοινωνικών αναταραχών, συμβιβάστηκε με τις Σουφραζέτες, φέρνοντας προς ψήφιση ένα νομοσχέδιο που εκχωρούσε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες άνω των 30 ετών, με σαφή όρο να έχουν έρθει εις γάμον κοινωνίαν και να έχουν μεγάλα περιουσιακά στοιχεία. Εν τέλει το νομοσχέδιο, λόγω της προχειρότητάς του, ναυάγησε με γοργούς ρυθμούς, εξαιτίας του φόβου των Φιλελευθέρων για ενδεχόμενη καταψήφισή τους στις επόμενες εκλογές.

Το όλο σκηνικό έλαβε τρομακτικές διαστάσεις έπειτα από τη δολοφονία της Έμιλυ Ντέιβισον, μιας Σουφραζέτας που, στην προσπάθειά της να πετάξει ένα πανό διαμαρτυρίας πάνω στο άλογο του βασιλιά στις Ιπποδρομίες του Έπσομ, εκτελέστηκε εν ψυχρώ από τις αστυνομικές αρχές (5 Ιουνίου 1913). Οι ακτιβίστριες του κινήματος πλήθαιναν τις αντικυβερνητικές δράσεις τους μέσω της διατάραξης της τάξης, κάτι που τις οδήγησε στα κάτεργα των φυλακών. Έπειτα, σειρά έλαβε το πείσμα στις ιδέες τους που εκπορευόταν από την απεργία πείνας, η οποία αντιμετωπίστηκε από τους δεσμοφύλακες με την πρακτική της βίαιης σίτισης. Η απεργία πείνας των Σουφραζέτων ήταν αυτή που απείλησε την ακεραιότητα της κυβέρνησης, η οποία στο αντίκρισμα του πρώτου θανάτου θα γινόταν ένοχη και θα ευθυνόταν για τη μεταβολή των θυμάτων σε μάρτυρες του αγώνα, με ακτινοβόλα επίδραση. Για να αποτραπεί αυτό το σενάριο, η κυβέρνηση νομοθέτησε μία πράξη (της γάτας και του ποντικιού) αμφίβολης συνταγματικότητας, η οποία απελευθέρωνε τις υποσιτισμένες, από την απεργία πείνας, γυναίκες και έπειτα από την πλήρη ανάρρωση της υγείας τους, προβλεπόταν η «νόμιμη» σύλληψή τους με αφετηρία ορισμένες αιτίες περιορισμένης σοβαρότητας.

Το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και η δράση των Σουφραζέτων μέσω αυτού ήταν το εισιτήριο για την ενσωμάτωση των γυναικών στην πολιτική ζωή της χώρας. Οι γυναίκες και η χρησιμότητά τους αναδείχθηκαν σε μεγάλο βαθμό, προσφέροντας «διαμάντια» για τη νικηφόρα έκβαση του πολέμου. Αν και ο διχασμός επήλθε στο κίνημα, με την κόρη της Εμελίνας, Σύλβια, να εκφράζει αντιπολεμικά πιστεύω και να συνεχίζει τον φεμινιστικό αγώνα με τις συναγωνίστριες της, η κύρια πτέρυγα των Σουφραζέτων (Εμελίνα Πάνκχουρστ, Κρισταμπέλα) συμμετείχε ενεργά στην εξέλιξη του πολέμου, έχοντας ως ανάχωμα τη σκέψη ότι μετά τη λήξη του, οι γυναίκες θα ενέπνεαν αξιοπιστία ως ενεργοί πολίτες.

Τελικά, στις 6 Φεβρουαρίου 1918, αποδόθηκε ο προσήκων σεβασμός στις ασύγγνωστες προσπάθειες των γυναικών, καθόσον πέρασε η Νομοθετική Πράξη της Εκπροσώπησης των Πολιτών, η οποία χορήγησε το δικαίωμα ψήφου σε περίπου 8 εκατομμύρια γυναίκες άνω των 30 ετών και με ελάχιστα οικονομικά κριτήρια. Ο Γολγοθάς του κινήματος των Σουφραζέτων χάραξε τις μνήμες του συνόλου των γυναικών της Μεγάλης Βρετανίας διότι, τον Νοέμβριο του 1918, οδήγησε στη δικαίωση των θυσιών τους με δύο Νομοθετικές Πράξεις (της Εκλεξιμότητας και της Εκπροσώπησης). Αυτομάτως, οι συντηρητικές και αντιφεμινιστικές τάσεις έπνευσαν τα λοίσθια και πλέον ο γυναικείος πληθυσμός απολάμβανε τη «γη της Επαγγελίας», με την εκχώρηση -από τα 21 του χρόνια- του δικαιώματος του εκλέγειν, αλλά και του εκλέγεσθαι. Η μεταρρύθμιση οδήγησε, σε μία πρώτη φάση, στην πολυπόθητη εξίσωση των δύο φύλων εις το επέκεινα.


Βιβλιογραφία
  • E. M. BURNS, Ευρωπαϊκή Ιστορία, Ο Δυτικός Πολιτισμός: Νεότεροι Χρόνοι, σελ. 767-773
  • Παγκόσμια Ιστορία, Ιστορικός Άτλας 3, Από την Γαλλική Επανάσταση έως τις μέρες μας, σελ. 28-29

Κώστας Σακκάς
Είναι γεννημένος το 1999 στην Θεσσαλονίκη και απόφοιτος Γενικού Λυκείου. Αυτή την εποχή σπουδάζει στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), με κατεύθυνση στην Ιστορία.