Της Συμέλας Θεοδοσιάδου,

Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί έναν συνταγματικό θεσμό, ο οποίος ανήκει στους αποκαλούμενους «περιορισμούς των περιορισμών» των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Πιο συγκεκριμένα, συνιστά μία γενική αρχή, βάσει της οποίας σταθμίζεται η νομιμότητα των επιβαλλόμενων κρατικών περιορισμών στη σφαίρα των κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων, καθώς δεν είναι δυνατόν οι περιορισμοί αυτοί να είναι ανέλεγκτοι και αυθαίρετοι. Η αρχή έλκει την καταγωγή της από το γερμανικό και το γαλλικό αστυνομικό δίκαιο. Στην Ελλάδα ενσωματώθηκε τυπικώς στο κείμενο του Συντάγματος (εφεξής «Σ») με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ’  Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων. Βεβαίως είναι πρέπον να αναφερθεί ότι, ως αρχή, νομολογιακά είχε αναγνωρισθεί και εφαρμοστεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας αρκετά νωρίτερα από την τυπική κατοχύρωσή της.

Στο ελληνικό κείμενο, ενσωματώθηκε στο άρθρο 25§1 Σ ως εξής: «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Oι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.». Από το τελευταίο εδάφιο αυτής της διάταξης προκύπτει βάσει και της νομολογιακής ερμηνείας –συγκεκριμένα από την υπ’αριθμόν 5/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου– ότι ο αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει νομοπαραγωγικώς τους περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με την υπέρ αυτού συνταγματική επιφύλαξη. Εξ αντιδιαστολής, ο δικαστής απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε περίπτωση που αναγνωρίσει την παραβίασή της, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού.

Η γενική αρχή της αναλογικότητας περιέχει 3 επιμέρους ειδικότερες αρχές-στάδια, τα οποία και προσδιορίζουν αναλόγως με τη σωρευτική εφαρμογή τους το αν υπάρχει ή όχι παραβίαση της γενικότερης αρχής. Αυτές οι ειδικότερες αρχές-εκφάνσεις της αρχής της αναλογικότητας, οι οποίες διέρχονται από το δικαστικό έλεγχο είναι οι εξής:

  1. η αρχή της καταλληλότητας
  2. η αρχή της αναγκαιότητας και
  3. η stricto sensu αναλογικότητα (αρχή της ορθολογικότητας)

Ως αρχή της καταλληλότητας του επιβαλλόμενου περιορισμού νοείται η προσφορότητα του περιορισμού σε σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Πρακτικώς, δεν είναι σύνηθες να παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας με την επιβολή ακατάλληλου περιορισμού, δηλαδή ο νομοθέτης να θεσπίσει έναν περιορισμό συγκεκριμένου δικαιώματος για ορισμένο σκοπό, αλλά εν τέλει να αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει συσχέτιση του περιορισμού με το σκοπό. Αφετέρου, η αρχή της αναγκαιότητας τείνει να αναδεικνύει πιο φανερά την ύπαρξη ή μη παραβίασης της γενικής αρχής. Με βάση αυτή την αρχή, ακόμη κι αν ο περιορισμός είναι κατάλληλος, δεν πρέπει να είναι επαχθέστερος από το αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος μέτρο. Δηλαδή η αρχή της αναλογικότητας μεριμνά ώστε οι υφιστάμενοι νομοθετικοί περιορισμοί να είναι οι όσο το δυνατόν λιγότερο επαχθείς για το θιγόμενο αποδέκτη του μέτρου. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, στη νομολογιακή του ιστορία, φαίνεται ότι εξετάζει εάν ο περιορισμός ενός ατομικού δικαιώματος υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο, ώστε να αποφανθεί για την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Ως προσήκον μέτρο τέλος, θεωρείται η επιλογή του περιορισμού αυτού που θα είναι αποτελεσματικός για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και συγχρόνως ο ηπιότερος ως προς τις δυσμενείς συνέπειες για το θιγόμενο δικαίωμα μεταξύ των ισοδύναμων σε αποτελεσματικότητα μέσων.

Συνήθως το αν υπάρχει παραβίαση ή όχι της αρχής της αναλογικότητας καταφαίνεται μέσα από τα δύο στάδια που αναπτύχθηκαν. Εντούτοις, υπάρχει και το τρίτο στάδιο-έκφανση της γενικής αρχής, που είναι η εν στενή εννοία αναλογικότητα (stricto sensu). Πιο συγκεκριμένα, ένας περιορισμός σύμφωνος με τις αρχές της καταλληλότητας και της αναγκαιότητας πρέπει επιπλέον να τελεί υπό μία εύλογη σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Η εύλογη σχέση ερμηνεύεται ως μία στάθμιση, κατά την οποία ο κατάλληλος κι αναγκαίος περιορισμός δε θα πρέπει να έχει ως απότοκο περισσότερα μειονεκτήματα για τα δικαιώματα του πολίτη από τα πλεονεκτήματα που θα επιφέρει για την προστασία των δικαιωμάτων, στην οποία αποβλέπει. Επομένως, εαν οι επερχόμενες δυσμενείς συνέπειες για το φορέα των δικαιωμάτων που θα περιοριστούν, υπερσκελίζουν καταφανώς το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, τότε δεν υφίσταται η απαραίτητη αναλογία σκοπού-επιπτώσεων και παραβιάζεται η εν λόγω αρχή. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η stricto sensu αναλογικότητα αποσκοπεί στην εφαρμογή του κατάλληλου κι αναγκαίου εκείνου περιορισμού, που θα απέβλεπε στην όσο πιο αποτελεσματική προστασία του δημοσίου συμφέροντος με τον όσο πιο ήπιο αντίκτυπο στους υπόλοιπους τομείς. Για παράδειγμα, η εν στενή εννοία αναλογικότητα θα μπορούσε να οπτικοποιηθεί σα μία νοητή ζυγαριά, στο ένα σκέλος της οποίας υπάρχει το πλεονέκτημα της προστασίας δημόσιων και ιδιωτικών συμφερόντων του επιβαλλόμενου μέτρου και στο άλλο σκέλος τα μειονεκτήματα του εμφανούς και δυσχερούς αντικτύπου στα συνταγματικά δικαιώματα του πολίτη, που θα προκύψουν από το μέτρο. Εάν η ζυγαριά γέρνει εν προκειμένω αισθητά προς το δεύτερο σκέλος, τότε δεν τηρείται η αναγκαία αναλογία μεταξύ σκοπού και μέσου κι επομένως υφίσταται παραβίαση της γενικής αρχής.

Καταληκτικά, η αρχή της αναλογικότητας συνιστά έναν από τους τρόπους καθορισμού των απώτατων ορίων των περιορισμών των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Μεριμνά για την ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό με την -όσο το δυνατόν- ηπιότερη  συστολή της έκτασης των θιγόμενων δικαιωμάτων. Οι τρεις ειδικότερες αρχές της πρέπει να ισχύουν σωρευτικά, ώστε να μην υπάρχει κάποια παραβίαση της γενικής. Τέλος, από όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η αρχή της αναλογικότητας συλλήβδην δρα ως μία ακόμα προστατευτική δικλείδα για την ασφάλεια του δικαίου και για την αποτροπή αυθαιρεσιών της κρατικής εξουσίας.


Πηγές


Συμέλα Θεοδοσιάδου

Γεννηθείσα το 1996, είναι επί πτυχίω φοιτήτρια στο Τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από ξένες γλώσσες, κατέχει άριστη γνώση της αγγλικής. Έχει παρακολουθήσει ημερίδες και συζητήσεις με νομικό περιεχόμενο. Μέσα από την αρθρογραφία, ευελπιστεί ότι θα κατανοήσει, διευρύνει κι ερευνήσει περαιτέρω το αντικείμενο σπουδών της. Στον ελεύθερό της χρόνο, ανάμεσα στις ασχολίες της, ξεχωρίζει τη δραστηριοποίησή της ως ενεργού μέλους φοιτητικού πολιτιστικού συλλόγου της Θεσσαλονίκης. Συμμετέχει στο εγχείρημα του OffLine Post αρθρογραφώντας κυρίως με νομικό άξονα.