Της Ελευθερίας-Μαρίας Γκίκα,

Είμαστε κάτοικοι μιας κοινωνίας βασισμένης στις θεμελιώδεις αρχές του συμπεριφορισμού και του ντετερμινισμού, στην τροποποίηση εν συντομία της συμπεριφοράς του ανθρώπου, ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται και τα ερεθίσματα τα οποία δέχεται. Πιστεύουμε στο dress code, στο ύφος του ομιλητή ανάλογα με την επικοινωνιακή περίσταση, στην ένταση της φωνής και στη στάση του σώματος ανάλογα με το περικείμενο.

Με αφορμή την πρόσφατη κίνηση του προέδρου του Κοινοβουλίου της Νέας Ζηλανδίας, Τρέβορ Μάλλαρντ, από το κόμμα των Εργατικών, διερωτώμαι αν και κατά πόσο αυτή “αντιβαίνει” στις γενικώς παραδεκτές θεωρίες του συμπεριφορισμού και του κοινωνικού κομφορμισμού. Αν δηλαδή θα μπορούσαμε να δεχθούμε ότι το τάισμα ενός βρέφους αποτελεί προσβολή -αν θέλετε- για το χώρο του Κοινοβουλίου, ή μια φυσική κίνηση. Προτού προβώ σε κάποιο βεβιασμένα προοδευτικό «όχι», ή σε κάποιο συντηρητικό «ναι», θα ήθελα να παρουσιάσω πιο συγκεκριμένα το γεγονός. Στις 21 Αυγούστου, λοιπόν, κι ενώ στην αίθουσα Συνεδριάσεων του Κοινοβουλίου της Ν. Ζηλανδίας συζητούταν το μείζον θέμα της τιμής των καυσίμων, ο Τρέβορ Μάλλαρντ- πρόεδρος του Κοινοβουλίου της Ν. Ζηλανδίας- αναλαμβάνει με δική του πρωτοβουλία να ταΐσει με μπιμπερό το έξι εβδομάδων βρέφος του βουλευτή Τάματι Κόφι, από το κόμμα των Εργατικών. Βεβαίως, αυτό καθόλου δε φαίνεται να τον απασχόλησε από το να ασκήσει με συνέπεια τα καθήκοντά του, καθώς μάλιστα βίντεο έχουν καταγράψει τον πρόεδρο να προειδοποιεί παράλληλα βουλευτή, του οποίου ο χρόνος ομιλίας είχε εξαντληθεί.

O Τρέβορ Μάλλαρντ έχει κάνει ευρέως γνωστή την προσπάθειά του να βοηθά βουλευτές-γονείς, οι οποίοι φέρνουν μαζί τα παιδιά τους στον χώρο εργασίας τους. Παράδειγμα της προσπάθειάς του αυτής αποτελεί η κίνησή του, το 2017 να χαλαρώσει τους κανονισμούς του Κοινοβουλίου, κάνοντάς τους πιο φιλικούς προς τα παιδιά και -φυσικό κι επόμενο- προς τους ίδιους τους βουλευτές-γονείς.

Εν έτει 2019, υποθέτω ότι η απήχηση της κίνησης αυτής από το διεθνές πολιτικό γίγνεσθαι είναι –ή θα έπρεπε- δεδομένη. Οι αντιδράσεις πάντως στα social media κατακλείστηκαν κυρίως από σχόλια με θετική χροιά. Μεταξύ αυτών, έπαινοι για το πώς μια τόσο μικρή χώρα μπορεί να «δώσει» ένα τόσο μεγάλο μάθημα και ευχαριστίες για την προσπάθεια του προέδρου να κανονικοποιήσει την οικογένεια, γκρεμίζοντας τα όρια του σπιτιού και φέρνοντάς την στο προσκήνιο της καθημερινής ζωής.

Γνωρίζουμε φυσικά, πως δεν είναι η πρώτη φορά που η Νέα Ζηλανδία πρωτοπορεί. Αν όχι, φτάνει να ανατρέξουμε στην πρώτη γυναίκα με δικαίωμα ψήφου, το 1893, είκοσι πέντε χρόνια νωρίτερα απ’ όταν καθιερώθηκε στη Γερμανία. Νεότερα παραδείγματα αποτελούν η γενική κυβερνήτης της χώρας, Πάτσι Ρέντι, της οποίας ο ρόλος αναλογεί σε αρχηγό κράτους. Δεν έχει επίσης περάσει καιρός, από τότε που η πρωθυπουργός της χώρας, Τζασίντα Άρντερν, υπήρξε η πρώτη πρωθυπουργός παγκοσμίως που έλαβε άδεια μητρότητας και δεύτερη αιρετή ηγέτης διεθνώς, που γέννησε ενώ ασκούσε το αξίωμά της. Η κόρη της, μάλιστα, έγινε πρωτοσέλιδο όταν, σε ηλικία τριών μηνών, συνόδευσε τη μητέρα της στην αίθουσα γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη, τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Δεν αποτελεί έκπληξη να πούμε ότι προφανώς, δεν είναι όλες οι χώρες ιδεολογικά και πολιτικά ώριμες να δεχθούν τέτοιες εικόνες σε χώρους με βαρύνουσα σημασία, όπως αυτός ενός Κοινοβουλίου, Δικαστηρίου ή Στρατοπέδου. Χωρίς διάθεση μεμψιμοιρίας, φοβάμαι πως και η χώρα μας συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών. Καταβάλλοντας ελάχιστη προσπάθεια, μπορώ να φανταστώ φιγούρες με τεντωμένο το δείκτη να υπαγορεύουν πως δεν είναι όλοι οι χώροι κατάλληλοι για τα πάντα, πως πρέπει να υπάρχει διάκριση και πως δεν είναι επιτρεπτό θέαμα ο θηλασμός, το τάισμα μωρών σε χώρους που θα έπρεπε να χαρακτηρίζονται από τάξη και πειθαρχεία.

Ωστόσο, κανείς υπέρμαχος της κανονικοποίησης της οικογένειας και της «οικειοποίησης» -αν θέλετε- του εργασιακού περιβάλλοντος δεν ενίσταται στην ανάγκη ύπαρξής τους. Είναι η ικανοποίηση μιας βασικής ανάγκης ενός βρέφους κάποιας μορφής αταξία ή απειθαρχία; Μήπως η διευκόλυνση ενός γονιού-βουλευτή που δεν έχει τη δυνατότητα να αφήσει κάπου το παιδί της/του όσο εργάζεται, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί -από οποιαδήποτε πλευρά-, κατακριτέα; Μήπως η τάξη και η οργάνωση αυτών των χώρων με τη βαρύνουσα –αναμφίβολα- σημασία, είναι τόσο ευάλωτες ώστε να κλονιστούν από κάτι τόσο μηδαμινό; Αν ναι, τότε μάλλον θα πρέπει να επικεντρωθούμε περισσότερο στην ενίσχυσή τους και λιγότερο στην αποτροπή τέτοιων πράξεων, που εν τέλει μόνο να ενισχύσουν μπορούν την αποδοτικότητα και την ευγνωμοσύνη των εργαζομένων.


Ελευθερία-Μαρία Γκίκα

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1998, όπου και διαμένει σήμερα, έχοντας στο μεταξύ ζήσει σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Είναι φοιτήτρια του Τμήματος Ρωσικής Φιλολογίας και Σλαβικών Σπουδών στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αγαπά τις ξένες γλώσσες και τη συμμετοχή σε προγράμματα που προωθούν την εκμάθηση και διδασκαλία τους -summer schools κοκ. Στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με το τραγούδι, τη γυμναστική, τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία.