Του Κωνσταντίνου – Ειρηναίου Σταμούλη,

Πολιτική. Εντάξει, θα μπορούσαμε να μιλάμε ασταμάτητα για τον όρο αυτό. Πρόκειται φυσικά περί της τέχνης του εφικτού, ίσως και του ανέφικτου ορισμένες φορές. Ορθότατα και αποδεκτά αυτά. Θέλω, όμως, με αυτό το άρθρο να ρίξω στο τραπέζι κάποιους νέους όρους που, όπως θεωρώ, έρχονται να αποτελέσουν αναπόσπαστο κομμάτι στην άσκηση της πολιτικής όπως αυτή υπάρχει σήμερα και με βάση αυτές να ερμηνεύσω το πολιτικό τοπίο των καιρών μας. Οι όροι αυτοί δεν είναι άλλοι από την ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ και τον ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ.

Εμβαθύνοντας, βρισκόμαστε στον αιώνα του μαρασμού των στενών ιδεολογικών διαφορών. Η σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα δημιουργεί αυτή την κατάσταση καθώς οι ανάγκες των ανθρώπων για άμεση επίλυση των προβλημάτων με τις μικρότερες δυνατές συνέπειες δεν αφήνει περιθώρια για συζητήσεις και διαφωνίες επάνω στο πολιτικό μοντέλο και τη δομή της κοινωνίας. Για να γίνω πιο κατανοητός, θα χρησιμοποιήσω το παράδειγμα της Αριστεράς και των εναπομείναντων κομμουνιστικών κομμάτων. Είναι γεγονός ότι πλέον τα καθαρά αριστερού προσανατολισμού κόμματα δε στρέφονται στην παρουσίαση του περίφημου κομμουνιστικού τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας, της συνεχούς παρουσίασης και διεκδίκησής του, αλλά επικεντρώνουν την κριτική τους στον τρόπο άσκησης της πολιτικής στα καπιταλιστικά πλαίσια. Επιτυχία του οικονομικού αυτού συστήματος αφενός, μετατόπιση της Αριστεράς στον ρεαλισμό αφετέρου.

Στα πλαίσια αυτά, όμως, τα κόμματα κινδυνεύουν να απολέσουν τις ταυτότητές τους, κάτι που επιδρά αρνητικάν τόσο στην κοινωνία όσο και σε αυτά, καθώς οδηγούνται στην αντίπερα όχθη. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από κόμματα με ταυτότητα και χαρακτήρα. Από εκπροσώπους, που με αφετηρία τις ιδεολογικές τους καταβολές θα προσαρμοστούν στις σύγχρονες ανάγκες, χωρίς να απωλέσουν την ιδεολογική τους αυτή ταυτότητα. Όσοι απέτυχαν να το πράξουν, ή μετατοπίστηκαν συνειδητά από τις ρίζες τους, ξεχάστηκαν στις σελίδες της ιστορίας.

Προσγειωνόμαστε τώρα στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, προκειμένου να δούμε και στην πρακτική εφαρμογή τους τα προαναφερόμενα.

Η αρχή θα γίνει με τη Νέα Δημοκρατία, το κυβερνών πλέον κόμμα. Οι εκλογικές ήττες του 2015 ήταν φυσικά αναπόφευκτο αποτέλεσμα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Συνάμα, όμως, το κόμμα αντιμετώπισε και βαθιά εσωτερική κρίση, κρίση ταυτότητας και χαρακτήρα. Τέσσερα χρόνια μετά, έχοντας χαράξει μια ξεκάθαρη κεντροδεξιά και φιλελεύθερη στάση, κατάφερε, προβαλλόμενη ως η μόνη υπεύθυνη δύναμη του χώρου της, να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των παραδοσιακών της ψηφοφόρων, οι οποίοι είχαν στραφεί σε εναλλακτικές λύσεις κατά το πρόσφατο παρελθόν και να βρίσκεται στην κυβέρνηση.

Συνεχίζουμε με τον ΣΥΡΙΖΑ και εδώ θα καταλάβουμε όλοι ότι μιλάμε για τον ορισμό της «κρίσης ταυτότητας» και θα εξηγήσω. Όταν αναφερόμαστε στον ΣΥΡΙΖΑ, πλέον οφείλουμε να προσδιορίζουμε χρονικά για ποιον ΣΥΡΙΖΑ κάνουμε λόγο. Συγκεκριμένα, υπάρχει το κόμμα έως και τους πρώτους μήνες του 2015 και εκείνο της μετέπειτα 4ετίας μέχρι και σήμερα. Στην πρώτη εκδοχή του, μιλάμε για ένα κόμμα με σαφέστατη ταυτότητα και ιδεολογικό πρόσημο. Έναν σχηματισμό της αριστεράς, που φιλοδοξούσε να αναλάβει τη διακυβέρνηση. Μια αριστερά της αντίδρασης, της σφοδρής κριτικής σε όλους και σε όλα. Κάτι που, όμως, εξυπηρετούσε παράλληλα και τον στόχο: την ανάληψη της διακυβέρνησης. Στη δεύτερη χρονικά περίοδο μιλάμε για μία μετατροπή. Η μετατροπή αυτή περιλαμβάνει τη συνεργασία με τον ακροδεξιό Πάνο Καμμένο, την ψήφιση και εφαρμογή μνημονίου και μέτρων λιτότητας, καθώς και τη συμμόρφωση με τις επιταγές των αξιωματούχων και δανειστών μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βολική ξανά η στάση αυτή για τον ΣΥΡΙΖΑ, καθώς πλέον ως κόμμα εξουσίας δε θα μπορούσε να αποτελεί το «κακό παιδί» της Ευρώπης. Σαφώς η Ελλάδα είχε οφέλη από αυτό, καθώς οποιαδήποτε άλλη ιδεοληπτική εμμονή θα μπορούσε να αποφέρει τραγικά αποτελέσματα. Πλέον, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ξανά στην αντιπολίτευση και σε αναζήτηση ταυτότητας. Και αυτό διότι στα χρόνια διακυβέρνησής του, αναγκάστηκε να ρίξει από επάνω του τον μανδύα της αριστεράς, όπως ο ίδιος την πρέσβευε. Συγχρόνως, αδυνατεί να επιστρέψει στις ρίζες του, καθώς τα έργα και οι πράξεις του τα τελευταία 4 χρόνια δεν το καθιστούν εύκολα πραγματοποιήσιμο. Εύλογα, λοιπόν, πράττει αυτό που η ηγεσία θεωρεί ορθότερο πολιτικά. Τη μετατόπιση προς μία τεράστια δεξαμενή ψηφοφόρων, το χώρο της κεντροαριστεράς.

Στο σημείο αυτό εισάγεται στην ανάλυσή μας το Κίνημα Αλλαγής. Επίσης συνώνυμο της κρίσης ταυτότητας και σε αυτό, άλλωστε, οφείλεται κατά την προσωπική μου άποψη και η εκλογική του στασιμότητα. Οι ψηφοφόροι του ΚΙΝΑΛ είναι παραδοσιακά κεντρώοι και κεντροαριστεροί πολίτες, οι οποίοι μετά τη συντριπτική ήττα του ΠΑΣΟΚ και τη μετέπειτα μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ στην κεντροαριστερά, βρήκαν στέγη στον δεύτερο. Έτσι, βλέπουμε στα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ πριν το 2012 και στα ποσοστά του ΚΙΝΑΛ, σχεδόν τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ την αντίστοιχη χρονική περίοδο. Ο λόγος για τον οποίο το ΚΙΝΑΛ δεν καταφέρνει τόσα χρόνια μετά να γιγαντωθεί εκ νέου, είναι η μη χάραξη μιας ξεκάθαρης και αυτόνομης πορείας. Και εδώ φαίνεται η σημασία της ταυτότητας. Δε θα μπορούσα να αντλήσω καλύτερο παράδειγμα, για να στηρίξω την άποψή μου από αυτό των φετινών εκλογών. Σε αυτές, λοιπόν, είχαμε την Νέα Δημοκρατία πιο ανανεωμένη από ποτέ, προβαλλόμενη ως τη μόνη υπεύθυνη εναλλακτική για την αποκατάσταση της ομαλότητας, τον ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος παρουσιαζόταν ως ο βασικός κεντροαριστερός πυλώνας, που θα αποτελέσει ανάχωμα σε μία ανεξέλεγκτη δεξιά, κάτι που αποσκοπούσε στην άντληση του μεγαλύτερου μέρους των ψήφων των κεντροαριστερών πολιτών και ένα ερωτηματικό στη στάση του ΚΙΝΑΛ. Πρώτα-πρώτα, το πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ δε φρόντισε να ξεκαθαρίσει εξ αρχής το ενδεχόμενο συμμετοχής η μη σε μια συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία. Έτσι, δεν πήρε ψήφους ακόμα και από τους ίδιους τους υποστηρικτές του, καθώς δεν ήθελαν η ψήφος στο ΚΙΝΑΛ να συνεπάγεται ψήφο στη ΝΔ. Για τον λόγο αυτό στράφηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ.

Τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στην πολιτική σήμερα, ο ακέραιος χαρακτήρας και η καθαρά προσδιορισμένη ταυτότητα μιας παράταξης διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο. Η εξάλειψη των ιδεολογικών διαφορών σε πρακτικό επίπεδο δεν πρέπει να ταυτίζεται με την εικόνα που οι πολίτες έχουν. Πάντα ο κόσμος θα επιλέγει τους εκπροσώπους του με συνδυασμό προσωπικής ιδεολογίας και συγκυριών. Πάντα, όμως, θα επιλέγει εκπροσώπους με ξεκάθαρες θέσεις. Ίσως όταν ο Μπιλ Κλίντον ανέφερε τη φράση του τίτλου, αναφερόμενος όμως στην οικονομία, κατά την προεκλογική περίοδο του 1992, να μην είχε στον νου του ότι αυτή θα χαραχτεί στην ιστορία και θα χρησιμοποιούταν με αρκετές παραλλαγές τις επόμενες δεκαετίες, ωστόσο, αυτή ταιριάζει ιδανικά στην περίπτωσή μας γιατί, είναι η ταυτότητα, ηλίθιε…


Κωνσταντίνος – Ειρηναίος Σταμούλης, Υπεύθυνος Επικοινωνίας

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 2000. Σπουδάζει Πολιτική Επιστήμη και Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Ασχολείται ενεργά με το αντικείμενο των σπουδών του, αρθρογραφώντας και συμμετέχοντας σε συνέδρια και εκδηλώσεις σχετικά με την Πολιτική, τη Διεθνή διπλωματία και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.