Της Κωνσταντίνας Χαντζηγεωργίου,

Όλοι έχουμε μάθει να ανταποκρινόμαστε σε διαφορετικούς ρυθμούς ζωής. Είναι που μας πιέζει η καθημερινότητα να τα προλάβουμε όλα, κι αν δε γίνουν στην ώρα τους, μας τρώει το άγχος κι η πίεση. Η ζωή μας, δυστυχώς ή ευτυχώς, διαφέρει από πόλη σε πόλη. Υπάρχει, κάπου βόρεια στο χάρτη της Ελλάδας, μια πόλη που το «λ» της είναι βαρύ· μην μπερδευτείς, δε μιλάω για την συμπρωτεύουσα. Μιλάω, όμως, για την Ξάνθη.

Με το που φτάσεις στην πόλη αυτή, το πρώτο πράγμα που θα ακούσεις είναι το «λ» μας, που είναι βαρύ, αλλά και όλα τα «σε λέω, με λες» . Είναι τέτοια η προφορά μας, που μας ξεχωρίζεις· δεν είναι σαν και των υπόλοιπων βορείων, παρ’ όλες τις ομοιότητες που ενδέχεται να παρατηρήσεις. Πολλοί θεωρούν αυτή την ντοπιολαλιά αρκετά παράξενη, συνάμα ,όμως, γοητευτική.

Είναι μια πόλη που μπαίνει σε αρκετά μηχανογραφικά δελτία και, τα τελευταία χρόνια, αποτελεί σημαντικό πόλο έλξης για τους φοιτητές. Όσοι, λοιπόν, είχαν την τύχη να περάσουν στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, όταν θέλουν να ξεσκάσουν, σίγουρα έχει τύχει να συναντηθούν κάτω από το «Big Ben», κοινώς, κάτω από το ρολόι της κεντρικής πλατείας. Αρκεί ένα τηλεφώνημα και σε 10 λεπτά, το πολύ, είσαι στο κέντρο της πόλης. Μια πόλη με την οποία ο ορισμός της λέξης «χαλαρά», είναι άμεσα συνυφασμένος.

Αν ανέβεις στην παλιά πόλη, θα καταλάβεις ότι ο καφές είναι ιερό πράγμα. Από την αρχή της Βασιλέως Κωνσταντίνου, μέχρι και την Βασιλίσσης Σοφίας, θα δεις να μην πέφτει καρφίτσα. Αυτόν το δρόμο, τον αποκαλούμε «παραλία. Μπορεί να μην έχει θάλασσα, αλλά έχει ποτάμι και κόσμο να πηγαινοέρχεται από το πρωί μέχρι το βράδυ, λες και δεν δουλεύει ποτέ.

Η Ξάνθη δεν έχει τίποτε λιγότερο σε σχέση με τις άλλες πόλεις, αφού πέρα από το μεγάλο παζάρι που έχουν στον Κόσυνθο και είναι ένα από τα μεγαλύτερα των Βαλκανίων, έχει και νυχτερινή ζωή, πολλές επιλογές διασκέδασης και κόσμο που σε κερδίζει με τη φιλοξενία του.

Όταν συναντήσεις για πρώτη φορά έναν Ξανθιώτη, δε θα σου περάσει απαρατήρητος. Έχει ένα κράμα ομορφιάς που δε διαθέτουν αρκετοί. Είναι φιλόξενος, είναι ευγενικός και, αν έχεις τσακωθεί μαζί του, ένα είναι το σίγουρο. Ότι θα σε κεράσει κι ένα ποτάκι. Είναι έξω καρδιάς άνθρωπος και καθόλου χαμηλών τόνων· είναι ξενύχτης και, ενίοτε, στις γιορτές της παλιάς πόλης που διοργανώνονται από τους συλλόγους για να μαζέψουν ένα χρηματικό ποσό, έτσι ώστε να έχουν τις στολές για το καρναβάλι, θα τον δεις να ψήνει σουβλάκια, χωρίς να τον νοιάζει τίποτα. Το καρναβάλι μας είναι γνωστό σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα, γι’ αυτό κι οι περισσότεροι κανονίζουν τη διαμονή τους από το Νοέμβριο.

Αν σε φέρει η τύχη και πας το καλοκαιράκι στην Ξάνθη, μην γκρινιάξεις. Έχει απίστευτες παραλίες, όσο κι αν σου φαίνεται σαν ψέμα. Σε είκοσι λεπτά, βρίσκεσαι στο Φανάρι με τις πανέμορφές αμμουδιές του και τα πολλά beach bar ή, αν το λέει η καρδούλα σου, μπορείς να πας και λίγο πιο έξω από την Κομοτηνή, να κάνεις στη Μέση τα μπάνια σου. Το βράδυ, μπορείς να κάνεις μια βόλτα στην παλιά πόλη και να δεις πώς συνυπάρχουν οι μουσουλμάνοι με τους Έλληνες, να φας παραδοσιακά πιάτα, να πιείς κρασί ντόπιο και, φυσικά, να διασκεδάσεις μέχρι πρωίας στα πολλά κλαμπ της «παραλίας».

Μπορεί να γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά κάθε φορά που περνάω την είσοδο της πόλης, κάτι μαγικό με πιάνει. Είναι εκείνο το τρέμουλο και η ανατριχίλα, που κάνουν την καρδιά μου να ξεχειλίζει από χαρά, γιατί έχω την τύχη να κατάγομαι από έναν ευλογημένο τόπο. Γιατί, από όπου και να είσαι, από όποια πόλη κι αν κατάγεσαι, πάντα θα έχεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου το μέρος που πέρασες τις πιο ωραίες σου στιγμές. Άλλωστε, το σπίτι μας είναι όπου βρίσκεται η καρδιά μας.


Κωνσταντίνα Χαντζηγεωργίου

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1991. Είναι απόφοιτη δημοσιογραφίας στο ANT1MediaLab. Στον ελεύθερο της χρόνο πήγαινει ταξίδια και ασχολείται μέ τα κοινά.