Του Αθανασίου Μαντζώλα,

Τελευταία, η φράση «επιστρέψαμε στην κανονικότητα» έχει γίνει σλόγκαν, που ακούμε σε μεγάλη συχνότητα και ένταση. Γι΄ αυτό και εύλογα νομίζω, γεννάται το ερώτημα: σε ποια κανονικότητα επιστρέψαμε; Σ’ αυτήν που ξορκίζαμε πριν τέσσερα χρόνια, μάλλον. Από αυτήν την κανονικότητα όμως, έχω την αίσθηση, ότι ποτέ δεν φύγαμε. Μπορεί να προσπαθήσαμε να φύγουμε, αλλά αυτό διήρκεσε πολύ λίγο, περίπου ένα εξάμηνο. Το ανακαλέσαμε στη μνήμη μας την νύχτα των εκλογών, με την εμφάνιση του αρχηγού του Diem25 κ. Γιάνη Βαρουφάκη στους τηλεοπτικούς μας δέκτες. Πιστεύω, όμως, ότι η επιστροφή στην κανονικότητα είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό επικοινωνιακό κόλπο. Εκφράζει την βαθύτερη, ίσως, προσπάθεια των κομμάτων να διαχωρίσουν τον εαυτό τους, το ένα από το άλλο.

Ένα πολιτικό κόμμα, λέμε ότι κρίνεται από το αν υπάρχει συνέχεια και συνέπεια στα πιστεύω του, δηλαδή από ιδεολογικές αρχές που συνεπώς εφαρμόζει. Σήμερα, τα κόμματα επαίρονται πως είναι πολυσυλλεκτικά. Με άλλα λόγια, δεν πιστεύουν σε τίποτα. Τις βασικές τους ιδεολογικές διαφοροποιήσεις τις έχει εξαλείψει η ακόρεστη επιθυμία τους να γευθούν και να απολαύσουν την εξουσία. Προσπαθούν να απευθυνθούν στο σύνολο των πολιτών ότι και αν πιστεύουν για να εισπράξουν ψήφους και να έρθουν πιο κοντά στην εξουσία. Οι λέξεις δεν ανταποκρίνονται στα πράγματα, αλλά υπηρετούν ιδιοτέλεια. O κομματικός βίος, ως οργανωτική αρχή, περπατάει χειροπιαστά με την απάτη. Το κομματικό κράτος αυτονομήθηκε από την ελληνική κοινωνία, δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της, δεν υπηρετεί το κοινωνικό συμφέρον, αλλά το στενό κομματικό. Παρουσιάζει σημάδια βαθιάς χρεοκοπίας. Τα ελληνικά κόμματα ξεπούλησαν τα πάντα και ακόμα μιλάνε για διαφορές, που έχουνε!

Η ενασχόληση με την πολιτική φαίνεται να είναι ανθρωπολογικό πρόβλημα. Οι άνθρωποι που επιδίδονται σ’ αυτήν αλλοιώνονται σαν να τους ακουμπάει μαγικό ραβδί. Η ξύλινη γλώσσα με την οποία επικοινωνούν τον εαυτό τους υποδηλώνει, ότι όλοι τους ενδιαφέρονται για το τι θα φάνε, τι θα πιούνε, πώς θα βολευτούν οι ίδιοι και οι κολαούζοι τους. Άνθρωποι άρρωστοι, μολυσμένοι από την νοοτροπία του συμφέροντος. Λείπει από την πολιτική ηγεσία το ήθος, η ντροπή, η υπευθυνότητα. Λέγονται και πολύ περισσότερο γίνονται πράγματα ανεκδιήγητα. Κατηγορεί ο ένας τον άλλον και κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη, η οποία βέβαια τα χρόνια της κρίσης έχει γιγαντωθεί. Κραυγαλέο παράδειγμα της αποΪδεολογικοποίησης και της ανακύκλωσης του πολιτικού κατεστημένου αποτελεί η σύνθεση της νέας Κυβέρνησης. Έχει δημιουργηθεί μια κάστα πολιτική, συνεκτική και συμπαγής σαν μια γροθιά, που μπροστά στην εξουσία δεν υπολογίζει τίποτε. Πού να φανταζόταν ο ψηφοφόρος, προ εικοσαετίας, με την σημαία στο χέρι, ότι μετά λίγα χρόνια κορυφαίοι υπουργοί του ΠΑ.ΣΟ.Κ θα ήταν μέλη της Κυβέρνησης της «επάρατης» δεξιάς; Κατά τ’ άλλα, η καρκινική μνημονιακή πολιτική, μετά από μια γερή, ανανεωτική ένεση από το μόρφωμα που ακούει στο όνομα ΣΥ.ΡΙΖ.Α, συνεχίζεται.

Εάν έχει συμβεί κάτι θετικό τα τελευταία χρόνια, αυτό είναι η έντονη αντίδραση του λαού απέναντι στους πολιτικούς και στις πολιτικές που εφαρμόζουν. Η οργή κατάφερε να απελευθερώσει τον Έλληνα από τον κομματισμό. Η πρωτοφανής συμμετοχή του στα συλλαλητήρια έδειξε πώς μπορεί να διαρρήξει τις σχέσεις του με τα κόμματα. Αυτό, όμως, δεν εξελίχθηκε σε κάτι νέο, αλλά αντίθετα ανάνηψε το φρεσκοβαμμένο παλιό. Παγιδεύτηκε στην εύκολη λύση, που του προωθούσε έναν υποκριτικό πατριωτισμό. Αν βλέπουμε ένα πράγμα να παραμένει σταθερό στην πολιτική, αυτό είναι ο λαϊκισμός των διαχρονικά κυβερνώντων. Η κοινή πεποίθηση του συνόλου, σχεδόν, του ελληνικού κοινοβουλίου στην τήρηση της Συμφωνίας των Πρεσπών, αποτελεί ένα ακόμη σύμπτωμα κατάλυσης της δημοκρατίας. Τί σημαίνει η εκχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας στα Σκόπια; Θα αντιμετωπίσει, λέει, η κυβέρνηση την προδοσία και θα αμβλύνει τις συνέπειές της, με την ανάδειξη και την προώθηση των μακεδονικών προϊόντων. Μας περνάνε για πολύ ηλίθιους και αυτό βγαίνει προς τα έξω!

Ο λαός δεν τους πιστεύει πια! Έχει απογοητευτεί και δεν υπάρχει κάτι να τον ενθαρρύνει. Μετά από τόσα χρόνια κρίσης, το ίδιο ανθρώπινο υλικό της αποτυχίας συνεχίζει να κυβερνά. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει εμπιστοσύνη σ’ αυτούς τους φθαρμένους ανθρώπους. Όμως χωρίς εμπιστοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει δημιουργικότητα και δίχως δημιουργικότητα δεν πρόκειται να υπάρξει παραγωγικότητα, που είναι το βασικό προαπαιτούμενο για την ανάκαμψη της οικονομίας. Ποια ηγεσία, λοιπόν, είναι σε θέση να εμπνεύσει τον λαό, να δώσει την αίσθηση ότι είναι ανιδιοτελής, ότι δεν επιζητεί τα αξιώματα, ότι μπορεί να αποκαταστήσει την αξιοπρέπεια και την λογική στην πολιτική;


Αθανάσιος Μαντζώλας

Γεννήθηκε το 1999 στην Βέροια Ημαθίας. Αποφοίτησε το 2017 από το Γενικό Λύκειο Μελίκης και έκτοτε φοιτά στην Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.