Του Μανώλη Ανδριγιαννάκη,

Μετά από σχεδόν μια δεκαετία κρίσης, αναγκαίων περιοριστικών πολιτικών και δημοσιονομικής προσαρμογής, η Ελλάδα έχει καταφέρει να γυρίσει σελίδα. Ο προϋπολογισμός έχει σταθεροποιηθεί, με σημαντικά πλεονάσματα, η ομαλότητα έχει επιστρέψει και ο κίνδυνος χρεοκοπίας έχει αποτραπεί. Παρά την επώδυνη, όμως, δημοσιονομική βελτίωση δεν έχουμε επιτύχει την επανεκκίνηση της οικονομίας μας, η οποία καρκινοβατεί. Η ανάπτυξη δεν μπορεί να ξεπεράσει το 2%, πράγμα μάλλον απογοητευτικό, μετά από την τόσο μεγάλη πτώση του εθνικού εισοδήματος, τα τελευταία χρόνια. Πρόσθετος χώρος για νέες επενδύσεις δεν διαφαίνεται, ενώ μεγάλα project, όπως του Ελληνικού, μπλοκάρονται.

Τα αίτια αυτής της κατάστασης κινούνται σε δύο κατευθύνσεις. Από τη μία πλευρά, τα υψηλά πλεονάσματα, που έχουν συμφωνηθεί, «τραβούν» χρήματα από την πραγματική οικονομία, περιορίζοντας τα διαθέσιμα κεφάλαια προς επένδυση και τις δυνατότητες ανάπτυξης. Άρα, σε πρώτη φάση, για να δημιουργήσουμε μια στέρεη ανάπτυξη είναι ανάγκη να διαπραγματευτούμε και να κερδίσουμε χαμηλότερους στόχους για τα πλεονάσματα των επόμενων ετών. Καμία χώρα δεν δύναται να επιτυγχάνει μονίμως πλεονάσματα 3,5% ή ακόμα και 2%, όπως έχει συμφωνηθεί για μετά το 2022, και συγχρόνως να υπολογίζει σε καλπάζουσα ανάπτυξη. Προφανώς και είναι απόλυτα κατανοητή η ανάγκη πλεονασματικών προϋπολογισμών, με στόχο τη σταθερότητα και την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων της χώρας, όμως σε αυτή τη φάση προτεραιότητα πρέπει να αποτελεί το να δοθεί ανάσα στην οικονομία.

Από την άλλη πλευρά, δηλαδή, η μεγάλη πρόκληση για τη χώρα παραμένει η απελευθέρωση της δυναμικής της οικονομίας μας. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, είτε λόγω ιδεοληψιών είτε λόγω του φόβου ορισμένου πολιτικού κόστους δεν επετεύχθη αυτό. Η κατάσταση που  είχε γενικότερα διαμορφωθεί, ειδικά στην πρώτη περίοδο του αντι-μνημονίου, δεν βοηθούσε στην υλοποίηση ενός φιλόδοξου, μεταρρυθμιστικού πλάνου. Οι συνθήκες, όμως, μοιάζουν πια ωριμότερες και πολιτικά και κοινωνικά, για να βάλουμε μπροστά την παραγωγική Ελλάδα και τον ιδιωτικό τομέα της χώρας. Δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα έρθει η ανάπτυξη από την δημόσια οικονομία και την κατανάλωση, όπως δοκιμάσαμε στα χρόνιας της μεταπολίτευσης. Το μοντέλο αυτό χρεοκόπησε… Η ανάπτυξη θα έρθει μόνο μέσω της παραγωγής πλούτου και του επιχειρείν.

Γίνεται, πλέον, ξεκάθαρο πως έχει έρθει η στιγμή για τολμηρές φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, ώστε να μετατρέψουμε την χώρα μας σε μια επιχειρηματικώς φιλική χώρα. Κανένας επενδυτής ή ιδιώτης δεν θα δοκιμάσει να επιχειρήσει σε μια χώρα, όταν το 70% και πλέον των κερδών του θα πηγαίνει, ως λύτρα, στο κράτος. Ποιος λογικός επιχειρηματίας θα δεχτεί να πληρώσει: φορολογία επιχειρηματικών κερδών 28%, προκαταβολή φόρου 100%, ΦΠΑ 24%, υπέρογκες ασφαλιστικές και εργοδοτικές εισφορές και εισφορά αλληλεγγύης; Ταυτόχρονα, ο σημαντικός κρατικός παρεμβατισμός στην οικονομία με πολλές καταχρηστικές, αντι-αναπτυξιακές ρυθμίσεις, σε συνδυασμό και με την υπέρογκη γραφειοκρατία δεν βοηθούν στην εδραίωση ενός θετικού επιχειρηματικού κλίματος. Δεν είναι δυνατόν, εν έτει 2019, να χρειάζεσαι μήνες ολόκληρους για να ανοίξεις μια επιχείρηση, όταν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αυτή η διαδικασία χρειάζεται μερικά λεπτά και ένα κινητό τηλέφωνο… Πώς θα προσελκύσεις μεγάλα επενδυτικά έργα από θεσμικούς επενδυτές, όταν δεν προσφέρεις ως κράτος ούτε τα απαραίτητα;

Είναι ανάγκη, λοιπόν, να αλλάξουν πολλά. Το ευχάριστο είναι πως, πλέον, υπάρχει και η αναγκαία πολιτική βούληση για ένα πλάνο σε αυτή την κατεύθυνση. Προτάσεις όπως η σταδιακή μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων από 28% σε 20%, η καθιέρωση δύο χαμηλότερων συντελεστών ΦΠΑ σε 11% και 22% και η μείωση ΕΝΦΙΑ και εισφορών είναι σε σωστή κατεύθυνση, αν και πιθανότατα απαιτούνται ακόμα πιο ρηξικέλευθες κινήσεις. Δεν μου είναι ξεκάθαρο, δηλαδή, το κατά πόσο αυτές οι παρεμβάσεις είναι επαρκείς για να προκαλέσουν το επενδυτικό σοκ που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία. Ωστόσο, είναι καλύτερο από το τίποτα.

Σε αυτό το σημείο, βέβαια, θα αναρωτηθεί κανείς: «Μα που θα βρεθούν τα χρήματα αν μειωθούν οι φόροι και συνακόλουθα τα έσοδα του κράτους;». Η απάντηση είναι απλή. Αρχικά, από τη μείωση των στόχων για τα πλεονάσματα, αν αυτή επιτευχθεί, εφόσον θα δημιουργούσε πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο που θα επέτρεπε κάποιες παρεμβάσεις. Παράλληλα, είναι σχεδόν σίγουρο, όπως έχω σημειώσει σε προηγούμενο άρθρο (Φορολογία και καμπύλη Laffer), ότι υπό τις παρούσες συνθήκες υπερφορολόγησης, μια μείωση στους φόρους θα οδηγούσε προοδευτικά σε αύξηση των δημοσίων εσόδων, αφού όλο και περισσότεροι θα πληρώνουν τους χαμηλότερους και πιο λογικούς φόρους, ενώ προηγουμένως φοροδιέφευγαν.

Αντίστοιχα με τις φοροελαφρύνσεις πρέπει να κινηθούν οι διαδικασίες για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση και τον περιορισμό της γραφειοκρατίας, καθώς και η παροχή πρόσθετων κινήτρων για την προσέλκυση επενδύσεων. Απλοποίηση διαδικασιών και ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του κράτους για ευκολότερη επαφή κράτους- πολιτών και επιχειρήσεων και εξοικονόμηση χρόνου και κεφαλαίων.

Με τις πρακτικές που αναφέραμε παραπάνω, είναι δυνατή η επίτευξη ισχυρής ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία με εισροή κεφαλαίων και επενδύσεων στη χώρα, καθώς και αύξηση της εγχώριας παραγωγής και της επιχειρηματικής δραστηριότητας, με πολλές νέες θέσεις εργασίας. Έτσι μόνο θα επιτευχθεί η αναγκαία επανεκκίνηση της οικονομίας και η Ελλάδα θα περάσει σε μια νέα εποχή, απαλλαγμένη από τα λάθη και τις ιδεοληψίες του παρελθόντος. Μια Ελλάδα, με πραγματική φιλελεύθερη οικονομία, που θα προσφέρει ευκαιρίες για όλους.


Μανώλης Ανδριγιαννάκης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999 και είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του ΟΠΑ. Παρακολουθεί σεμινάρια και ημερίδες πολιτικής, οικονομίας, γεωπολιτικής και τεχνολογίας, ενώ συμμετέχει σε συνέδρια και προγράμματα προσομοίωσης πολιτικών θεσμών (Europa.S, ΠΠΔΣ, ΜΒΕ, MEUS). Στις δημοτικές εκλογές του 2019 ήταν υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο Βύρωνα, στην Αθήνα. Στο OffLine Post αρθρογραφεί πάνω σε θέματα οικονομικών και στο διάστημα Ιούνιος 2019-Ιούνιος 2020 έφερε την ιδιότητα του αρχισυντάκτη. "It's the economy stupid!".