Της Κωνσταντίνας Στεργίου,

Τον Μάιο του 2019 ο Ιταλός πολιτικός Ματέο Σαλβίνι εισήγαγε ένα νομοσχέδιο που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Σύμφωνα με την ισχύουσα πλέον νομοθεσία του Ιταλού Υπουργού Εσωτερικών και Αντιπροέδρου της Κυβερνήσεων, οι ιδιοκτήτες των σκαφών που συνδράμουν στη διάσωση προσφύγων και μεταναστών στα ιταλικά ύδατα θα έρχονται αντιμέτωποι με τρομακτικά υψηλά πρόστιμα, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις με ποινές φυλάκισης.

Θύματα αυτής της άδικης νομοθεσίας βρέθηκαν η Καρόλα Ρακέτε, η Πία Κλεμπ και οι συνεργάτες τους. Οι δύο γυναίκες είναι ακτιβίστριες και ενεργά μέλη σε ΜΚΟ που έχουν ως στόχο την διάσωση προσφύγων. Και στις δύο περιπτώσεις, διασωστικά σκάφη των ΜΚΟ βοήθησαν στη διάσωση προσφύγων στον υδάτινο χώρο της Ιταλίας. Έπειτα, όλοι οι εμπλεκόμενοι ήρθαν αντιμέτωποι με τσουχτερά πρόστιμα, αλλά και με πολυετείς ποινές φυλάκισης.

Ο Σαλβίνι έχει σχολιαστεί πολλάκις για τις απόψεις που εκφέρει σε κοινωνικά ζητήματα και για την πολιτική που ασκεί σε γενικότερο πλαίσιο, ως ένας πολιτικός που κατατάσσεται στην ακροδεξιά. Τα αποτελέσματα της πολιτικής του Σαλβίνι αποτελούν μονάχα ένα παράδειγμα της ελλιπούς διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και της ανόδου της ακροδεξιάς σε αυτή.

Πράγματι, τα τελευταία χρόνια τα ακροδεξιά κόμματα έχουν λάβει υψηλά ποσοστά στις εκλογές πολλών Ευρωπαϊκών χωρών συμπεριλαμβανομένου και της Ελλάδας. Η άνοδος αυτή είναι στενά συνδεδεμένη με την αύξηση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών. Πολλοί Ευρωπαίοι πολίτες αισθάνονται πως με την μαζική άφιξη προσφύγων και μεταναστών οι ανάγκες τους θα παραμεληθούν και η ποιότητα ζωής τους θα υποβαθμισθεί, καθώς επίσης και ότι απειλείται η εθνική τους ταυτότητα.

Παράλληλα, η ΕΕ δεν έχει μία κοινή πολιτική γραμμή απέναντι στο προσφυγικό ζήτημα. Χώρες υποδοχής, όπως η Ελλάδα, δέχονται υπέρογκο αριθμό προσφύγων και μεταναστών, τον οποίο αδυνατούν να απορροφήσουν. Άλλες χώρες έχουν υιοθετήσει την πολιτική κλειστών συνόρων. Τέλος, χώρες που δεν αποτελούν ένα από τα φυσικά σύνορα της Ευρώπης, απλώς αδιαφορούν θεωρώντας πως έχουν ένα «γεωγραφικό πλεονέκτημα» που τους επιτρέπει αυτή την πολυτέλεια.

Συμπερασματικά, η «ποινικοποίηση της αλληλεγγύης» -όπως ειπώθηκε- είναι κάτι που δεν πρέπει να επαναληφθεί. Για αυτό τον λόγο, οι εκπρόσωποι του λαού πρέπει να επιλέγονται με προσοχή και κατόπιν ώριμης σκέψης. Το προσφυγικό/μεταναστευτικό ζήτημα οφείλει να αντιμετωπιστεί ως μείζον πολιτικό ζήτημα από τους Ευρωπαίους ηγέτες και όχι ως μοχλός πίεσης για διεκδίκηση συμφερόντων.


Κωνσταντίνα Στεργίου

Γεννήθηκε το 2000, στην Αθήνα και είναι προπτυχιακή φοιτήτρια του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Πέρα από τις σπουδές της, μαθαίνει ξένες γλώσσες και συμμετέχει ενεργά σε προγράμματα και προσομοιώσεις που αφορούν Ευρωπαϊκά κυρίως ζητήματα. Τέλος, αγαπά τα ταξίδια.