Του Μανώλη Στυλιανάκη,

Ας υποθέσουμε ότι ένας πρωθυπουργός πάει να ξαναζεστάνει το σύνθημα «λεφτά υπάρχουν», τα οποία λεφτά θα βρεθούν από την πάταξη της φοροδιαφυγής, της μαύρης εργασίας και απ’ τα δισεκατομμύρια των χρεών των ιδιωτών προς το κράτος. Αυτός ο πρωθυπουργός διατάζει τον ΟΔΔΗΧ να εκδώσει τιτλοποιημένα ομόλογα με εγγύηση τις εισπράξεις των ληξιπρόθεσμων αυτών οφειλών. Ποιος εχέφρων επενδυτής ή ακόμα και κερδοσκόπος θα αγόραζε αυτόν τον τίτλο και αν τον αγόραζε, τι επιτόκιο θα ζητούσε ως αντάλλαγμα για το ρίσκο; Είναι πρόδηλο σε κάθε λογικό άνθρωπο, ότι αυτά τα λεφτά όχι μόνο δεν υπάρχουν αλλά κάθε απόπειρα καταναγκαστικής είσπραξης είναι οικονομικά παράλογη και καταστροφική.

Έστω το εξής νοητικό πείραμα από μία μικροοικονομική σκοπιά για να κατανοήσουμε το πρόβλημα στο μάκρο-επίπεδο. Σε μια γειτονιά, ο Δημήτρης είναι υπάλληλος στο τοπικό supermarket της γειτονιάς του, η Μαρία είναι ιδιοκτήτρια ενός μικρού ζαχαροπλαστείου, ο Γιάννης έχει ένα σουβλατζίδικο, ο Γιώργος λειτουργεί ένα παραλιακό ταβερνάκι και η Ιωάννα διατηρεί ένα κατάστημα ρούχων. Ο Κωνσταντίνος, από την άλλη, είναι ιδιοκτήτης πέντε διαμερισμάτων και ζει από τα νοίκια που εισπράττει από τους προηγούμενους, ως εισοδηματίας που κληρονόμησε τα σπίτια του από τους γονείς του, έχοντας, όμως, την υποχρέωση να πληρώσει παράλληλα τις δόσεις των στεγαστικών δανείων που περιλαμβάνονταν στη διαθήκη.

Λόγω της αύξησης των εταιρικών φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών ένα σουπερμάρκετ προχωράει σε απολύσεις και στέλνει τον Δημήτρη στην ανεργία. Προφανώς, λόγω των δύσκολων καιρών, ο Δημήτρης σφίγγει τα ζωνάρια, βγάζει το τεφτέρι του κι αρχίζει τις περικοπές περιττών καταναλωτικών δαπανών. Βάζει, δηλαδή, κόφτη στα εκλεράκια και τα προφιτερόλ από το ζαχαροπλαστείο της Μαρίας, τα σουβλάκια από το γυράδικο του Γιάννη και τις κυριακάτικες επισκέψεις στο παραλιακό ταβερνάκι του Γιώργου. Το κοστούμι που σκεφτόταν να κάνει δώρο στον εαυτό του από τη μπουτίκ της Ιωάννας, μάλλον θα πρέπει να το ξεχάσει μέχρι να έρθουν καλύτεροι καιροί, διότι οι εποχές δεν σηκώνουν τέτοιες αγορές πολυτελείας. Παράλληλα, βάζει αγγελία ότι ψάχνει για συγκάτοικο, μιας και τώρα που είναι άνεργος δυσκολεύεται να καταβάλει το ενοίκιο μόνος του στον σπιτονοικοκύρη του κι ένας συγκάτοικος να μοιράζονται τα έξοδα θα ήταν καλοδεχούμενος. Αποφασίζοντας ο Δημήτρης να κάνει αποταμίευση, ή ορθότερα εξαναγκαζόμενος από την κρατική φοροκαταιγίδα που χτύπησε τον εργοδότη του και τον ώθησε στην ανεργία, άθελα του πυροδότησε μία αλυσίδα παράπλευρων γεγονότων.

Ας δούμε, λοιπόν, πως λειτουργεί ο μηχανισμός πυροδότησης της κρίσης. Είναι αυταπόδεικτο ότι τα έξοδα του ενός είναι τα έσοδα του άλλου. Τώρα που το σούπερμαρκετ ανασυντάχθηκε για να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις του προς το κράτος ή που ο απολυμένος Δημήτρης κάνει περικοπές για να εξοικονομήσει χρήματα, η Μαρία η ζαχαροπλάστρια έχασε έναν πελάτη κι έτσι μειώθηκε ο τζίρος της επιχείρησής της. Το ίδιο συνέβη και με τον σουβλατζή, τον ταβερνιάρη και την ενδυματοπώλη. Αν μάλιστα αναλογιστούμε ότι παρομοίως έπραξε και ο μέσος σώφρων καταναλωτής σαν τον Δημήτρη που είδε το διαθέσιμο εισόδημά του να μειώνεται, εξαιτίας των φορολογικών οφειλών και της οικονομικής κρίσης, εύκολα αντιλαμβανόμαστε το αρνητικό πολλαπλασιαστικό επακόλουθο που θα προκύψει συναθροιστικά όταν όλες οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα δουν τους πελάτες τους να αραιώνουν, τον τζίρο τους να «πέφτει» και αναγκαστικά τον κύκλο εργασιών τους να συρρικνώνεται, επειδή οι πελάτες τους αποφάσισαν να κάνουν περικοπές. Με απλά λόγια, τώρα που λιγότεροι άνθρωποι καταναλώνουν, νομοτελειακά οι επιχειρήσεις αντίστοιχα θα απολύσουν υπαλλήλους και θα μειώσουν τις παραγγελίες από τους προμηθευτές τους, φέρνοντάς τες κι αυτές σε δύσκολη οικονομικά θέση ή στη χειρότερη των περιπτώσεων στο κλείσιμο.

Ο Κωνσταντίνος, ο εισοδηματίας, δεν θα είναι άμοιρος συνεπειών. Όχι μόνο αναγκάστηκε να ρίξει τα νοίκια, αλλά από κει που νοίκιαζε και τα 5 διαμερίσματα τώρα νοικιάζει μόνο τα 3, καθώς οι περισσότεροι για να «βγουν», επιλέγουν την συγκατοίκηση. Μπορεί τα νοίκια να πέφτουν, αλλά ο ΕΝΦΙΑ και τα στεγαστικά δάνεια παραμένουν σταθερά και έτσι ο Κωνσταντίνος συσσωρεύσει ληξιπρόθεσμες φορολογικές υποχρεώσεις προς το κράτος, μη δυνάμενος ν’ ανταποκριθεί στους φόρους, ως συνέπεια της μη ενοικίασης των διαμερισμάτων του. Σκέφτεται να πουλήσει τα δύο του διαμερίσματα για να αποφύγει κάπως το χαράτσι ακινήτων. Δυστυχώς, όμως, αφενός δεν βρίσκει πρόθυμο αγοραστή εξαιτίας της ύφεσης, αφετέρου την ίδια σκέψη έχουν κι άλλοι ιδιοκτήτες που βγάζουν στο σφυρί τα σπίτια τους, ρίχνοντας έτι περαιτέρω τις τιμές και καταβαραθρώνοντας τις αξίες των ακινήτων, εξαιτίας της υπερπροσφοράς. Ας έχουμε υπόψη πως με την πτώση των αξιών των ακινήτων, παράλληλα τορπιλίζονται οι τραπεζικοί ισολογισμοί και τα χαρτοφυλάκιά τους, αφού τα σπίτια είναι σε υποθήκη και τα στεγαστικά δάνεια που έχει κληρονομήσει με την περιουσία του ο Κωνσταντίνος, έχουν αρχίσει να “κοκκινίζουν”, εκτροχιάζοντας έτσι την πιστωτική δραστηριότητα των τραπεζών και την δανειοδότηση των επιχειρήσεων και δημιουργώντας μία ατμόσφαιρα πιστωτικής ασφυξίας με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομική ανάπτυξη.

Η παθολογική αιτία πίσω από την νόσο είναι ότι όλοι αυτοί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, χρωστάνε στο κράτος. Ο ένας την προκαταβολή φόρου 100%, ο άλλος ΕΝΦΙΑ, ο διπλανός φόρο εισοδήματος κι ούτω καθεξής. Όπως είπαμε, ωστόσο, τα έξοδα του ενός είναι τα έσοδα του άλλου, που σημαίνει ότι οι ήρωες του παραδείγματος χρειάζονται πελάτες να ξοδεύουν, για να έχουν αυτοί κέρδη κι έτσι να ανταποκρίνονται στις δικές τους υποχρεώσεις. Τώρα όμως που ο Δημήτρης αποφάσισε να αποταμιεύσει για να ανταποκριθεί στις δικές του κρατοκεντρικές υποχρεώσεις, αυτό δυσχεραίνει τη δυνατότητα των υπολοίπων να ανταποκριθούν στις δικές τους υποχρεώσεις προς την εφορεία και το κράτος. Οπότε αποταμιεύουν κι εκείνοι, απολύουν κόσμο κι αναστέλλουν παραγγελίες πρώτων υλών, προκειμένου να τα βγάλουν πέρα. Όμως, κατ’ αυτόν τον τρόπο, δυσχεραίνουν τη θέση αυτών που εξαρτώνται απ’ αυτή τη δαπάνη ή επένδυση χρημάτων, «ρίχνοντας έτσι λάδι στη φωτιά». Γινόμαστε, λοιπόν, μάρτυρες του εξής παραδόξου, που επισημάνθηκε και μελετήθηκε σχολαστικά από τον Keynes. Όσο περισσότερο προσπαθούν κατά μόνας οι ιδιώτες να αποπληρώσουν τα χρέη τους, τόσο αυτά γιγαντώνονται! Όσο περισσότερο προσπαθούν να ανταπεξέλθουν στους φόρους που επιβάλλει το κράτος, τόσο περισσότερο οι οφειλές τους προς το κράτος διογκώνονται.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν εκφυλιστεί σε μία Λερναία Ύδρα, όπου κάθε ευρώ που πάει προς αποπληρωμή οφειλών, γεννά νέες οφειλές πνίγοντας, έτσι, την οικονομία στα χρέη. Τα ληξιπρόθεσμα, δηλαδή, χρέη και δη η αποπληρωμή τους αποτελούν γενεσιουργό μήτρα νέων χρεών και συνακόλουθα τροχοπέδη για μία αναπτυξιακή πολιτική εξόδου από την κρίση. Στην οικονομία επικρατεί μια εύθραυστη και δυναμική ισορροπία, η οποία αν διαταραχθεί από κρατικές παρεμβολές απειλεί με κατάρρευση όλο το οικονομικό οικοσύστημα. Βλέπουμε, για παράδειγμα, πώς ένας εναρκτήριος παράγοντας επάγει καταιγιστικά μια αλυσίδα συνεπειών σε μορφή χιονοστιβάδας. Στο πλαίσιο της αγοράς, όλες οι δρώσες μονάδες, δηλαδή οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές βρίσκονται σε μία κατάσταση αλληλεπίδρασης, κατά τρόπο που κανένας δεν μπορεί να πάρει μία οικονομική απόφαση δίχως να μην έχει αντίκτυπο στο σύστημα.

O John Maynard Keynes σίγουρα θα ανθίστατο αναφανδόν στις πολιτικές λιτότητας που εκφυλίζουν την αγορά σε, ενός είδους, χρεοδουλοπαροικία, δηλαδή τον «φοροσαδισμό», το «εισφορογδάρσιμο» και την ανηλεή εφοριακή καταδίωξη. Θα βρισκόταν, μάλιστα, σε αγαστή σύμπνοια με τους (νέο)φιλελεύθερους αντιπάλους του, διότι και τούτοι συναναθεματίζουν το κράτος-λεβιάθαν και ζητούν την δραστική περικοπή κρατικών δαπανών. Στοιχηματίζω πως αν ο Keynes ήταν επικεφαλής του κυβερνητικού οικονομικού επιτελείου, μ’ ένα νόμο κι ένα άρθρο, θα εξέδιδε μια υπουργική απόφαση με την οποία θα νομοθετούσε οριζοντίως φορολογική αμνηστία και αμνηστία χρεών διαγράφοντας κάθε ληξιπρόθεσμη οφειλή και θα τεκμηρίωνε την απόφασή του με τους προαναλυθέντες λόγους.

Βάσει του μακροοικονομικού κεϋνσιανού υποδείγματος, οι κρίσεις γεννούνται από πτώση της ζήτησης. Η ύπαρξη χρεών μάλιστα εξανεμίζει την ήδη συρρικνωμένη ζήτηση και έτσι βαθαίνει την ύφεση, γεννοβολώντας έτσι νέα χρέη πάνω στα παλαιά. Ο Keynes θα αναλογιζόταν ότι μία επίσημη διαγραφή χρεών από πλευράς κυβέρνησης δεν είναι παρά δώρον άδωρον για τα ταμεία του κράτους, οπότε ουδέν πρόβλημα από δημοσιονομική σκοπιά, αφού η κοινωνία δεν έχει να πληρώσει και το κράτος ούτως ή άλλως δεν θα εισέπραττε τίποτα. Ωστόσο μια τέτοια ενέργεια, αν και εν πολλοίς συμβολική, θα χάριζε μία ανάσα, τόσο ψυχολογική όσο και «ρευστότητας» στην οικονομία. Ταυτόχρονα, θα έσπαγε τον ανατροφοδοτούμενο κύκλο χρέους-ύφεσης, διότι την επόμενη μέρα οι πολίτες θα ξόδευαν τα λεφτά που αποταμίευαν για την εφορία στην αγορά και αυτό θα αποτελούσε τον ούριο άνεμο που θα φύσαγε “πνοή ζώσα” στην αφαιμαγμένη αγορά, παλινορθώνοντας έτσι την καταναλωτική εμπιστοσύνη στην πρότερη κατάσταση κανονικότητας.

Σχεδόν όλα τα κόμματα του πολιτικού φάσματος καίτοι όμνυαν στον Κεϋνσιανισμό, δηλαδή σε μία πολιτική αδιαφορούσα για χρέη ή ελλείμματα και στοχεύουσα αποκλειστικά στην ενίσχυση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Εντούτοις, με τις πολιτικές ασφυκτικής υπερφορολόγησης υποδούλωσαν την οικονομία στα κρατικά χρέη. Μία διαγραφή των ληξιπρόθεσμων οφειλών είναι δυνατή, διότι στην περίπτωση των οφειλών των ιδιωτών προς το κράτος, το κράτος είναι ο πιστωτής. Άρα, τίποτα δεν εμποδίζει το κράτος να διαγράψει μονομερώς τις οφειλές των πολιτών προς αυτό. Είναι και λίγο υποκριτική αυτή, η δύο μέτρων και σταθμών, στάση ενός κράτους που ζητιανεύει στα διεθνώς για διαγραφή του «επαχθούς και επονείδιστου» κρατικού χρέους και καταγγέλλει τους διεθνείς εταίρους ως τοκογλύφους, αλλά από την άλλη δεν επιδεικνύει την ίδια αβροφροσύνη προς τους Έλληνες πολίτες, επιλέγοντας να τους «στραγγαλίζει» με δυσβάστακτους φόρους και δρακόντειες ποινές όταν αυτοί αδυνατούν να ανταποκριθούν στην καταβολή τους. Αυτό είναι άδικο, εντελώς οικονομικά ανορθολογικό και αντιαναπτυξιακό, καθότι καταδικάζει την οικονομία σ’ έναν υφεσιακό κύκλο, όπως δείξαμε προηγουμένως.

Περισσότεροι από τέσσερα εκατομμύρια είναι οι οφειλέτες του Δημοσίου με συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές που ανέρχονται στο δυσθεώρητο ύψος των 105 δις. €. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της ΑΑΔΕ, σχεδόν η μισή Ελλάδα χρωστάει στο δημόσιο. Από τα περίπου 4 εκατομμύρια πολιτών, οι μισοί χρωστάνε ποσά κάτω των 500€, ενώ το 87,5% των οφειλετών χρωστάει έως και 5.000€. Ειλικρινά, πιστεύει κανείς ότι υπάρχει έστω και η παραμικρή πιθανότητα να εισπραχθούν αυτά τα ποσά; Υπάρχει κάποιος νουνεχής οικονομολόγος, πολιτικός ή κυβερνητικός επιτελάρχης που νομίζει ότι το κράτος όντως μπορεί να αντλήσει από την χειμαζόμενη ελληνική αγορά 105 δισεκατομμύρια ευρώ; Κάπως έτσι μπήκε λουκέτο και στα ζαχαροπλαστεία Karavan, ύστερα από 35 χρόνια παρουσίας στην ελληνική αγορά. Ο λόγος ήταν ότι ο κόσμος σταμάτησε να αγοράζει γλυκά για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς το κράτος. Η μειωμένη ζήτηση που καταγραφόταν αποτέλεσε την ταφόπλακα στην προσφορά κι έτσι το Karavan έκλεισε.

Εν κατακλείδι, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές είναι ανεπίδεκτες εισπράξεως, ρεαλιστικά ομιλώντας. Όχι μόνο δεν υπάρχει ίχνος πιθανότητας μια κυβέρνηση να εισπράξει 100+ δισεκατομμύρια ευρώ από την αγορά, αλλά όσο πιο πολύ πιέζεις προς την κατεύθυνση της είσπραξης, τόσο θα αυξάνονται οι οφειλές, διότι στο μεσοδιάστημα οι επιχειρήσεις θα έχουν βάλει λουκέτο και οι ιδιώτες θα δουλεύουν «μαύρα». Η υπάρχουσα φοροδοτική ικανότητα της οικονομίας έχει προ πολλού εξαντληθεί και περαιτέρω άρμεγμα δεν θα σώσει την κατάσταση. Οι οφειλές των ιδιωτών προς το κράτος έχουν διαγραφεί εν τοις πράγμασι, καθότι «ουκ αν λάβεις, παρά του μη έχοντος», κατά το Μενίππειο ρητό. Είναι καιρός, λοιπόν, για μια ολική διαγραφή των ληξιπρόθεσμων οφειλών που κάνει την οικονομία να αιμορραγεί και να κοπεί επιτέλους η θηλιά που πνίγει την αγορά και την τραβάει προς τα κάτω.


Μανώλης Στυλιανάκης
Γεννήθηκε στην Κρήτη και είναι τελειόφοιτος φοιτητής Φαρμακευτικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις πολιτικές υγείας και φαρμακευτικής περίθαλψης. Ακραιφνής Φιλελεύθερος και υπέρ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με το Debate και το MUN, έχοντας συμμετάσχει σε σχετικούς διαγωνισμούς και προσομοιώσεις. Αγαπημένο ρητό: «Όσο αξίζει ένα άτομο, δεν αξίζει ο κόσμος όλος!»