Του Μανώλη Στυλιανάκη,

«Οι τράπεζες μας κατέστρεψαν», «Οι διεθνείς τοκογλύφοι υπερδάνεισαν την Ελλάδα για τη πλειστηριάσουν», «Τα κοράκια των τραπεζών παίρνουν τα σπίτια του λαού» είναι μερικά από τα κοινότοπα λόγια της λαϊκής σοφίας που διανθίζουν τακτικά τις πολιτικές – καφενειακές συζητήσεις, όταν κάποιοι κατηγορούν το διεθνές κεφάλαιο ή τους διεθνείς τοκογλύφους για τη κατάντια τους. Λόγω μιας “σοσιαλμανίας”, στη συνείδηση του μέσου οικονομικά πολίτη οι τράπεζες, το κεφάλαιο, ο τόκος και διάφοροι ακόμη καπιταλιστικοί θεσμοί είναι συνυφασμένοι ουσιαστικά με το “κακό”.

Στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου θα προσπαθήσω με μία παραβολή να αποσαφηνίσω κάποιες παρεξηγημένες έννοιες, όπως φερ’ ειπείν η λέξη «τόκος» που κακήν κακώς έχει ταυτιστεί αυτόχρημα με την αισχροκέρδεια.

Παραμονή της Black Friday και ο Γιάννης δεν μπορεί να περιμένει μέχρι τη στιγμή που επιτέλους θα κάνει δώρο στον εαυτό του το τελευταίο μοντέλο iphone που κυκλοφορεί στην τιμή ευκαιρίας των 500€. Φασούλι το φασούλι με συστηματική αποταμίευση ο Γιάννης κατάφερε να συγκεντρώσει το ποσό των 500€, ώστε να αγοράσει σε τιμή προσφορά το κινητό, χάρη στο οποίο η Apple κατάφερε να γίνει η πρώτη εισηγμένη στο χρηματιστήριο εταιρία με κεφαλαιοποίηση 1 τρις  $$$. Οποιαδήποτε άλλη μέρα θα έπρεπε να πληρώσει το ουκ ευκαταφρόνητο ποσό των 1000€, αλλά λόγω της Black Friday θα μπορέσει να αγοράσει το κινητό της θρυλικής πολυεθνικής με τα μισά λεφτά.

Καθώς συλλογίζεται μια φωτογραφία του κινητού, ξαφνικά ακούει τον ήχο του κουδουνιού του σπιτιού του. Ανοίγει την πόρτα και ξάφνου ο αδελφός του ο Μάκης να λέει:

– Αδερφέ, χρειάζομαι επειγόντως την βοήθειά σου, και δη το πορτοφόλι σου. Σκοπεύω να κάνω πρόταση γάμου στην κοπέλα μου κι έχω σταμπάρει ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι-μονόπετρο, όλα τα λεφτά. Μόνο που κάνει 1000€, έχω τα μισά και μου λείπουν τ’ άλλα μισά. Να μωρέ, θυμήθηκα που μου έλεγες τις προάλλες ότι έχεις κάτι οικονομίες και . αν μπορείς να βοηθήσεις το αδερφάκι σου!

– Με χαρά θα σε βοηθούσα, έχω τα 500 ευρώ που σου λείπουν, μόνο που με αυτά τα λεφτά σκόπευα να αγοράσω το καινούριο iphone 8 τώρα που λόγω blackfriday έχει εκπτώσεις. Λοιπόν άκου ιδέα, αντί να καταξοδευτείς σε διαμάντια και ρουμπίνια, πήγαινέ την σ’ ένα παραθαλάσσιο ταβερνάκι και κάνε πρότασή γάμου μ’ ένα καπάκι μπύρας. Θα είναι απείρως ρομαντικότερο και σίγουρα πιο φθηνό!

– Μην είσαι τόσο τσιγκούνης ρε, είναι η γυναίκα της ζωής μου και θέλω με το διαμάντι να της δείξω πόσο πολύ την αγαπώ και πόσο μεγάλη αξία έχει για μένα. Βοήθα ρε φίλε, δώσε μου τα 500€ σου και θα κάνω ό, τι μου ζητήσεις, ζήτα μου όποια χάρη θες!!

– Καλά μην γκρινιάζεις, θα σου δώσω τις αποταμιεύσεις μου, αρκεί στο τέλος του μήνα να μου δώσεις 1000€, για ν’ αγοράσω κι εγώ το iphone μου, καθώς θα έχει παρέλθει η περίοδος εκπτώσεων.

Ακούει ο Μάκης για τα 1000€ και δυσαρεστείτε σφόδρα.

– Καλά, τοκογλύφος είσαι; Χίλιες φορές να πάω σε τράπεζα, λιγότερο θα μου κόστιζε.

Και όντως δίκιο έχει ο φίλτατος Μάκης, αν σκεφτείς πως στο τιμολόγιο δανείων γνωστής ελληνικής τράπεζας, η δυνατότητα υπερανάληψης κοστίζει 12,5%. Εδώ ο αδελφός του, το αίμα του, χρεώνει 100% επιτόκιο.

Είναι, όμως, αισχροκερδής τοκογλύφος; Υπάρχουν τρεις πιθανές απαντήσεις συμπυκνωμένες σε μία: όχι! Ας υποθέσουμε πως ο Γιάννης είναι ο καλός αδερφός, που με χαρά προσφέρει τις αποταμιεύσεις του ως θυσία στον γάμο του αδερφού του. Τζάμπα με 0% επιτόκιο, χωρίς προμήθεια, χωρίς ανταπόδοση, χωρίς τίποτα. Σε αυτήν την περίπτωση ο Γιάννης από αυτήν την συναλλαγή θα έβγαινε ζημιωμένος. Η αγοραστική του δύναμη θα μειωνόταν κατά 500€. Η δωρεά, εν είδει αδελφικής αγάπης, του Γιάννη θα ήταν το ισοδύναμο με το να του έκλεβαν στο δρόμο το πορτοφόλι του με τα 500€ μέσα. Στο προαναφερθέν παράδειγμα, ο Γιάννης αποταμιεύει για να αγοράσει ένα κινητό αξίας 500€ με έκπτωση. Όταν τελειώσει η περίοδος εκπτώσεων, η τιμή του κινητού θα επανέλθει στην πρότερη τιμή των 1000€, οδηγώντας την αγοραστική δύναμη του Γιάννη σε ελεύθερη πτώση μέχρι εκμηδενισμού της στο 100%, εκτός αν βάλει δικλείδα ασφαλείας ένα επιτόκιο αντίστοιχου ύψους. Η φιλική και καλοσυνάτη αγαθοεργία που θέλει να του κάνει ο Μάκης, κοστίζει 500€ και κάθε άλλο παρά διευκόλυνση είναι.  Εξ’ ου και το επιτόκιο 100%. Με αυτήν την επιτοκιακή ρήτρα, ο Γιάννης απλά διασφαλίζει ότι στο τέλος της ημέρας δεν θα είναι ο χαμένος. Ο ήρωας της ιστορίας μας δεν είναι καθόλου κερδοσκόπος, αφού από την συναλλαγή αυτή δεν βγάζει κανένα απολύτως κέρδος. Το επιπλέον κέρδος των 500€ από τον τόκο, εξουδετερώνεται από την παράλληλη αύξηση της τιμής του επιθυμητού αγαθού μετά το πέρας της εκπτωτικής περιόδου, το οποίο επίσης αυξάνεται κατά 500€, αφήνοντας έτσι την αξία των χρημάτων και συνεπώς την αγοραστική δύναμη του Γιάννη εντελώς ανεπηρέαστη.

Εν πάση περιπτώσει, ο Μάκης ακούγοντας τους όρους που του θέτει ο Γιάννης, βρίσκεται έμπροσθεν δύο επιλογών:

  • Απορρίπτει την πρόταση του Γιάννη και πάει να βρει λεφτά απ’ αλλού ή καταφεύγει σε φθηνότερες επιλογές
  • Αποδέχεται την προσφορά και τα δύο αδέλφια δίνουν τα χέρια τους και δεσμεύονται να τιμήσουν την προφορική τους συμφωνία

Αυτό όμως που δεν μπορεί να κάνει ο Μάκης είναι να πάρει τα λεφτά του αδελφού του και ύστερα να σφυρίζει αδιάφορα, όταν ο αδελφός του θα διεκδικήσει το συμφωνηθέν ποσό. Στην περίπτωση που ο Μάκης κατηγορήσει τον αδελφό του ως τοκογλύφο και αθετήσει την συμφωνία, τότε θα έχει κερδοσκοπήσει εις βάρους του αφελούς αδελφού του, που πίστεψε στα λόγια του Μάκη και δέχτηκε να του εμπιστευτεί τις αποταμιεύσεις του. Σε περίπτωση δε που ο Μάκης κινηθεί δικαστικά εναντίον του Γιάννη και βρεθεί δικαστής που δικαιώσει τον Μάκη και διαγράψει το χρέος, τότε απλά το κράτος θα έχει νομιμοποιήσει μία ληστεία. Το να διαγράφεται μία οφειλή, παραβλέποντας την καταρτισθείσα σύμβαση, ελάχιστα διαφέρει από μία ληστεία στον δρόμο, αφού αμφότερα τα περιστατικά τέμνονται στο ότι ο ένας πέφτει θύμα της επιτηδειότητας του άλλου. Αν ο Γιάννης γνώριζε εκ των προτέρων πως ο Μάκης ήταν κακοπληρωτής, ουδέποτε θα του εμπιστευόταν τις αποταμιεύσεις του.

Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι ιδιαζόντως πολύπλοκος και πολυσχιδής, η εκτενής περιγραφή του οποίου ξεφεύγει από το στόχο του άρθρου, ωστόσο μπορούμε με μια απλοϊκή περιγραφή, να πούμε πως γενικά είναι ο διαμεσολαβητής που φέρνει σε επαφή τους αποταμιευτές/πιστωτές με τους δανειολήπτες/πιστούχους.

Ερώτηση κρίσεως: Προτιμάτε 1000€ τώρα ή 1000€ ευρώ σ’ ένα χρόνο; Προφανώς το πρώτο! Αν όμως σας έλεγαν να στερηθείτε 1000€ με σκοπό να εισπράξετε 1100€ στο τέλος του χρόνου, τότε αλλάζουν οι παράμετροι της απόφασης. Η διαφορά λέγεται τόκος.

Στον κόσμο που ζούμε υπάρχουν πολλά παραδείγματα «Γιάννηδων» που κερδίζουν χρήματα, πλην όμως επιλέγουν να ελαττώσουν την τρέχουσα κατανάλωσή τους σήμερα, ώστε να έχουν μεγαλύτερη καταναλωτική δύναμη αύριο. Στην αντίπερα όχθη, υπάρχουν οι «Μάκηδες» οι οποίοι έχουν απελπιστική ανάγκη εξεύρεσης πόρων, ώστε να χρηματοδοτήσουν τις τρέχουσες ανάγκες τους, καταναλωτικές ή επιχειρηματικές. Οι δύο πλευρές έρχονται σε επαφή μέσω της γέφυρας των τραπεζών, η οποία δίνει την δυνατότητα στους μεν «Μάκηδες» να χρησιμοποιήσουν τις πόρους των «Γιάννηδων» και στους δε να αξιοποιήσουν πιο γόνιμα τα χρήματά τους και να τα αβγατίσουν, αντί να τα έχουν μέσα στον κουμπαρά. Χωρίς τον τόκο, οι άνθρωποι δεν έχουν κίνητρο να αποταμιεύσουν, ούτε να δανείσουν με αποτέλεσμα να μην σχηματίζεται το προαπαιτούμενο για μακρόπνοου ορίζοντα επενδύσεις κεφάλαια. Το πρόβλημα είναι πως οι Μάκηδες και οι Γιάννηδες του κόσμου αυτού δεν είναι αδέρφια, όπως οι ήρωες του παραδείγματος, οπότε είναι εξαιρετικά αλλόκοτο φαινόμενο το πώς ένας άγνωστος δέχεται να δανείσει τα χρήματά του σ’ έναν άγνωστο. Η λέξη κλειδί είναι η «πίστη». «Χρηματοπιστωτικό σύστημα», «πιστωτές», «πιστωτική επέκταση» όλες αυτές οι λέξεις είναι παράγωγες ή έχουν ως συνθετικό την λέξη «πίστη», δηλαδή εμπιστοσύνη. Οι μεν εμπιστεύονται στους δε τα χρήματά τους, πιστεύοντας πως στο τέλος της συμφωνηθείσης περιόδου οι δεύτεροι θα επιστρέψουν πίσω τα χρήματα συν τους τόκους. Προφανώς η πίστη της πίστωσης, δηλαδή του δανείου, δεν είναι λόγια του ανέμου, αλλά αποτυπώνεται σ’ ένα συμβόλαιο, σε μία δανειακή σύμβαση, όπου τα συμβαλλόμενα μέρη καθορίζουν τους όρους της χρηματικής συναλλαγής. Έτσι βλέπουμε πως το δάνειο είναι μία διμερής συναλλαγή μεταξύ του δανειστή και του δανειζόμενου και πρέπει να τηρείται! Η διαγραφή ενός δανείου συνιστά καταστρατήγηση μιας διμερούς συμφωνίας και το κέρδος του ενός απλά προέρχεται από την απώλεια του άλλου μέρους, καταλήγοντας έτσι σ’ ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος.

Ένα από τα χαρακτηριστικά του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι μεταξύ άλλων η έλλειψη εμπιστοσύνης, γι’ αυτό και τα επιτόκια δανεισμού προς  τις ελληνικές επιχειρήσεις είναι σε απαγορευτικά υψηλά επίπεδα. Αν θέλουμε να πέσουν τα επιτόκια, θα πρέπει να αυξηθεί η ρευστότητα των τραπεζών, ώστε να ρεύσει παχυλή η «πίστωση» στην οικονομία. Capital flights, φυγή καταθέσεων, φύλαξη χρημάτων στα σεντούκια, υψηλό ρίσκο λόγω πολιτικής αστάθειας, όλα αυτά συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα που δυναμιτίζει οποιαδήποτε προσπάθεια επιστροφής στην ευρωπαϊκή κανονικότητα, κάτι το οποίο αντανακλάται και στα επιτόκια δανεισμού τόσο προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, όσο και στο 10ετές ελληνικό ομόλογο, που αντικατοπτρίζει το λεγόμενο «country risk».

Εάν λοιπόν επιθυμούμε μία επιστροφή στην κανονικότητας ώστε να δραπετεύσουν οι ελληνικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από τις συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας, θα πρέπει αφενός μεν οι πολίτες να αποκτήσουν ηθική συνείδηση τήρησης των συμβάσεων που υπογράφουν, γκρεμίζοντας τυχόν οικονομικά στερεότυπα που έχουν στο μυαλό τους, αφετέρου δε το πολιτικό και δικαιϊκό σύστημα να κινηθεί προς την κατεύθυνση παλινόρθωσης της «πίστης» στην ελληνική αγορά και να αποφύγουμε τη διολίσθηση στη λαϊκιστική λογική του «διαγραφή χρεών και οφειλών μ’ ένα νόμο κι ένα άρθρο»!


Μανώλης Στυλιανάκης
Γεννήθηκε στην Κρήτη και είναι τελειόφοιτος φοιτητής Φαρμακευτικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις πολιτικές υγείας και φαρμακευτικής περίθαλψης. Ακραιφνής Φιλελεύθερος και υπέρ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με το Debate και το MUN, έχοντας συμμετάσχει σε σχετικούς διαγωνισμούς και προσομοιώσεις. Αγαπημένο ρητό: «Όσο αξίζει ένα άτομο, δεν αξίζει ο κόσμος όλος!»