Του Θεοχάρη Χατζημανώλη,

Αν και σύμμαχοι στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι Ιταλοί με τους Έλληνες δεν είχαν τις ενδεχομένως γαλήνιες διπλωματικές σχέσεις που πιθανότατα κάποιος αναλογίζεται. Λόγω των γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων των δύο κρατών, της εξωτερικής πολιτικής που προσπαθούσαν να ακολουθήσουν και της εδαφικής τους εγγύτητας, οι σχέσεις τους ήταν στην πραγματικότητα για αρκετό καιρό στις αρχές του 20ου αιώνα τεταμένες. Η Ιταλία συγκεκριμένα απέβλεπε στην σταδιακή (αν και συγκριτικά αργοπορημένη) δόμηση ενός αποικιακού συστήματος, ενώ η Ελλάδα πάσχιζε για την υλοποίηση της αλυτρωτικής εθνικής ιδεολογίας.

Η επεκτατική πολιτική της Ιταλίας απέβλεπε αφ’ ενός στην κατοχύρωση της πατρωνίας της σε ένα εθνικό Αλβανικό κράτος, που επιθυμούσε να δημιουργηθεί και αφ’ ετέρου στην κατοχύρωση νέων εδαφών στην Ανατολία, σε εδάφη της -τότε- υπό αποσύνθεση Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από το 1912 μετά το τέλος του ιταλοτουρκικού πολέμου, η Ιταλία είχε αποσπάσει τα Δωδεκάνησα από τους Οθωμανούς, περιοχή με κατεξοχήν ελληνόφωνο πληθυσμό. Υπήρχε λοιπόν έρεισμα για περαιτέρω επέκταση προς την Ανατολή. Όσον αφορά την Αλβανία, υφίστατο μία έριδα με τους Έλληνες σχετική με την Ήπειρο. Ήδη το 1916 η Ιταλία στο πλαίσιο του διαχωρισμού της Αλβανίας (1914-1916) είχε προχωρήσει στην κατάληψη των Ιωαννίνων και την δημιουργία του Ιταλικού προτεκτοράτου της Αλβανίας, το οποίο επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την Σύνοδο Ειρήνης του Παρισίου, μόλις το 1920.

Σε άλλες διπλωματικές διεργασίες, η Συνθήκη του Λονδίνου το 1915 παραχωρούσε στους Ιταλούς την πλήρη κυριαρχία των Δωδεκανήσων και την περιοχή της Αττάλειας και της γύρω ενδοχώρας της. Το 1917 όμως στην συνδιάσκεψη του Saint-Jean-de-Maurienne η Ιταλία επέκτεινε τις διεκδικήσεις της και στην βορειότερη περιοχή της Σμύρνης. Η αντίθεση των συμφερόντων Ελλάδας και Ιταλίας, ήταν και ένας από τους λόγους που ώθησε την εξωτερική πολιτική του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου στην αναζήτηση λύσεων διεθνούς συνδιοίκησης, λόγου χάρη στα Στενά του Ελλησπόντου και στην Κωνσταντινούπολη.

Στις 16 με 29 Μαρτίου οι Ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις ξεκινούν τις επιχειρήσεις τους στην περιοχή της Αττάλειας και στη συνέχεια χαράσσουν πορεία προς τα βόρεια, προς την Σμύρνη. Οι Ιταλοί είχαν αποσύρει εκούσια την συμμετοχή τους στην διάσκεψη των Παρισίων, που συνιστούσε συζήτηση πάνω σε μεταπολεμικά γεωπολιτικά ζητήματα, λόγω της αντίδρασης του προέδρου των ΗΠΑ, Γούντροου Γουίλσον, πάνω στις εδαφικές απολαβές της Ιταλίας σε εδάφη της Αδριατικής. Έτσι για να αντιμετωπιστεί δραστικά η αμφίβολη πολιτική της Ιταλίας, το Ηνωμένο Βασίλειο, οι ΗΠΑ και η Γαλλία επέτρεψαν στον Βενιζέλο να αποβιβάσει προσωρινά στρατό στην Σμύρνη τον Μάιο του 1919, επιχείρηση την οποία κάλυψε ο συμμαχικός στόλος.

Η δραστηριότητα των Ιταλών στην περιοχή ήταν ύποπτη και οδήγησε τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου Λόιντ Τζώρτζ να θέσει το ζήτημα στο ανώτατο συμβούλιο των συμμαχικών δυνάμεων και έτσι σταδιακά να ωθήσει στην ελληνική απόβαση στην Σμύρνη. Συγκεκριμένα οι Ιταλοί που επιχειρούσαν να αποκαταστήσουν τις διμερείς σχέσεις της χώρας τους με την Τουρκία, επέλεξαν την διαπραγμάτευση με τον Κεμάλ και το νεοσύστατο κίνημα του. Αρχικά ενίσχυσαν την εχθρική δράση των Τούρκων εθνικιστών σε βάρος των ελληνόφωνων της περιοχής. Με την απόβαση των Ελλήνων οι Ιταλοί αθετώντας την συνθήκη ανακωχής του Μούδρου, παρείχαν πολεμικό εξοπλισμό στους Τούρκους, υποσκάπτοντας την όλη ελληνική επιχείρηση. Επίσημα διατήρησαν την ουδετερότητα, αλλά εκμεταλλεύτηκαν την ελληνοτουρκική συμπλοκή ευνοώντας την κεμαλική τουρκική πλευρά. Η προπαγάνδα δεν έλειψε, είτε έμμεσα είτε απροκάλυπτα. Σημαντικό στοιχείο του ιδεολογικού εξαγνισμού της Ιταλικής διπλωματίας, υπήρξε η αναφορά των Ιταλών στην εισβολή στην Αττάλεια με τον όρο «ειρηνική εισβολή». Οι Ιταλοί κατόρθωσαν να αναδειχθούν προστάτες στα μάτια των Τούρκων εθνικιστών, οι οποίοι είχαν πιο ξεκάθαρη στάση απέναντι στον όρο «κατοχή» που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες για την δραστηριότητα τους στην Σμύρνη.

Τα παραδείγματα που μπορεί να επικαλεστεί κανείς για να σημειώσει την Ιταλική πολιτική που επιδίωκε την σύγκρουση Τούρκων και Ελλήνων, καθώς και την ανθελληνική πρακτική των Ιταλών δεν είναι λίγα. Σύντομα δημιουργήθηκαν μικροεντάσεις μεταξύ Ιταλών και Ελλήνων που αφορούσαν την γειτνίαση των δύο στρατών. Τόσο στο επίπεδο της καθημερινότητας όσο και στο επίπεδο της πιθανής εμπλοκής των δύο στρατοπέδων η κατάσταση ήταν τεταμένη.

Η κατάσταση επιλύθηκε τον Ιούλιο του 1919 μέσω μιας μυστικής συμφωνίας ανάμεσα στον Βενιζέλο και τον Ιταλό υπουργό εξωτερικών Τομάζο Τιττόνι στην οποία συζητήθηκαν τα ζητήματα που αφορούσαν την βόρεια Ήπειρο, τα Δωδεκάνησα και το σύνορο μεταξύ της ζώνης της Σμύρνης και της Αττάλειας. Η συμφωνία ήταν απολύτως θετική για την Ελλάδα, αλλά και η Ιταλία κέρδισε χρόνο και απέδειξε στους συμμάχους την διαλλακτικότητα της. Αν και λόγω της ευμεταβλητότητας των μελλοντικών πολιτικών αλλαγών η συμφωνία δεν εφαρμόστηκε, ήταν όπως διαπιστώθηκε και τότε, θετική ως προς το θεωρητικό της έστω μέρος.


Πηγές

  • D. Dakin «Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923» (ΜΙΕΤ – Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, 2012)
  • Δ. Ε Φιλιππή «Οι σχέσεις Ελλάδας-Ιταλίας 1919/20-1940 και η εμπλοκή της Ισπανίας» (Διδακτορική διατριβή) Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 2005

Θεοχάρης Χατζημανώλης

Γεννήθηκε στο Λιτόχωρο Πιερίας το 1999. Είναι φοιτητής του τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από τον Οκτώβριο του 2017. Στα ενδιαφέροντα και τις δράσεις που αναπτύσσει συμπεριλαμβάνονται θεματικές ενότητες πολιτικής, ιστορίας, φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας, οικονομίας και κριτικής της τέχνης. Συμμετέχει σε πολιτικές προσομοιώσεις, επιστημονικά συνέδρια και ημερίδες και ασχολείται από την παιδική του ηλικία με το θέατρο. Γνωρίζει αγγλικά και ιταλικά. Στο OffLine Post γράφει ιστορικά θέματα.