Του Βασίλη Καραγκούνη,

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο ελληνικό πολιτικό και πολιτειακό σύστημα έχει περιορισμένες αρμοδιότητες και ευθύνες. Το πολίτευμα της χώρας, ως Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία παρέχει στον Πρόεδρο συγκεκριμένες εξουσίες ρυθμιστικού χαρακτήρα, μακριά από την άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής δεσμευόμενος από τον κανόνα της προσυπογραφής. Οι αρμοδιότητες του Προέδρου αναφέρονται ως ρυθμιστικές, νομοθετικές, διοικητικές και δικαστικές με σημαντικότερες απ’ όλες την πρώτη κατηγορία. Μέσω των ρυθμιστικών του αρμοδιοτήτων, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ασκεί τα καθήκοντα ως υπερκομματικός και υπερπολιτικός ρυθμιστής του πολιτεύματος, είναι σύμβολο της ενότητας του λαού και του έθνους, που κείται πάνω από τις πολιτικές και κομματικές συγκρούσεις.

Η Προεδρική λειτουργία όπως την γνωρίζουμε σήμερα είναι αποτέλεσμα της αναθεώρησης του Συντάγματος το 1986. Το ΠΑΣΟΚ εκείνη την χρονιά προχώρησε σε κατάργηση των λεγομένων «προεδρικών υπερεξουσιών», οι οποίες σύμφωνα με την πλειοψηφία δεν συμβάδιζαν με την μορφή του πολιτεύματος χαρακτηρίζοντάς τες ως μοναρχικά κατάλοιπα. Οι σημαντικότερες διατάξεις που καταργήθηκαν ή αναθεωρήθηκαν αφορούσαν το δικαίωμα του Προέδρου να προκηρύσσει εθνικό δημοψήφισμα, μια αρμοδιότητα που πέρασε στη Βουλή μετά από πρόταση της κυβέρνησης. Το δικαίωμα του να διαλύει τη Βουλή, έπειτα από την κρίση του πως υπάρχει δυσαρμονία ανάμεσα στη σύνθεσή της και τις προτιμήσεις του λαού. Όπως  επίσης και το δικαίωμα της αρνησικυρίας που του επέτρεπε να επεμβαίνει στο νομοθετικό έργο της κυβέρνησης, ελέγχοντας έτσι όχι μόνο τη νομιμότητα, αλλά και τη σκοπιμότητα των νομοσχεδίων.

Από το 1974 μέχρι και σήμερα στην Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας βρέθηκαν πολιτικοί εγνωσμένου κύρους που εκτέλεσαν με πίστη και προσήλωση το λειτούργημά τους. Από τον Μιχάλη Στασινόπουλο, τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Χρήστο Σαρτζετάκη, τον Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο, τον Κάρολο Παπούλια και μέχρι τον σημερινό Πρόεδρο Προκόπη Παυλόπουλο. Το μόνο ελάττωμα στην πορεία του προεδρικού αξιώματος είναι ο τρόπος εκλογής. Το άρθρο 32 προβλέπει πως σε περίπτωση αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας η Βουλή διαλύεται και προκηρύσσονται έκτακτες βουλευτικές εκλογές, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο ο συντακτικός νομοθέτης να οδηγεί τα κόμματα στην απαιτούμενη συναίνεση.

Πάνω σε αυτή την διάταξη του Συντάγματος η προεδρική εκλογή έγινε όπλο στα χέρια της εκάστοτε αντιπολίτευσης. Διότι καμία αυτοδύναμη κυβέρνηση δεν κατόρθωνε να διαθέτει τουλάχιστον 180 βουλευτές έτσι ώστε να είναι εξασφαλισμένη η επιτυχημένη εκλογή Προέδρου.

Ωστόσο, παρά τις εντάσεις και τις ενστάσεις όλοι οι Έλληνες Πρόεδροι συγκέντρωναν τεράστιες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα μια φορά διαλύθηκε Βουλή, εξαιτίας της αδυναμίας εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας. Ήταν τον Δεκέμβριο του 2014, όπου η συγκυβέρνηση ΝΔ και ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε στην τρίτη ψηφοφορία να εξασφαλίσει τις πολυπόθητες 180 ψήφους που θα οδηγούσαν τον Σταύρο Δήμα στο προεδρικό μέγαρο. Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή ήταν το μόνο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης που προκάλεσε την πτώση κυβέρνησης, μέσω του άρθρου 32.

Ως κυβερνώσα Αριστερά θα περίμενε κανείς από τον ΣΥΡΙΖΑ να προτείνει κάποιο πρόσωπο από το δικό του ιδεολογικό πεδίο. Συνέβη βέβαια το ακριβώς αντίθετο. Η κυβέρνηση επέλεξε να προτείνει και τελικά να εκλεγεί με ευρεία πλειοψηφία ένα πρόσωπο προερχόμενο από την συντηρητική παράταξη, τον Προκόπη Παυλόπουλο. Η εκλογή Παυλόπουλου αποτέλεσε για πολλούς ιδιαίτερα από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ μια προσπάθεια συγκάλυψης της περιόδου Καραμανλή που οδήγησε στη χρεοκοπία και τα μνημόνια. Πράγματι, ο κ. Παυλόπουλος ήταν εξέχον κομματικό στέλεχος της Καραμανλικής πτέρυγας της ΝΔ και υπουργός εσωτερικών του Κώστα Καραμανλή την εποχή που κάηκε, εξαιτίας  των αντιδράσεων που προκάλεσε η εν ψυχρώ δολοφονία του μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.

Η σχέση ΣΥΡΙΖΑ και Καραμανλικών πήρε πλέον πολιτειακές διαστάσεις. Η μετακίνηση Παυλόπουλου στην Ηρώδου Αττικού μαζί με τον γείτονά του αναπληρωτή υπουργό δικαιοσύνης κ. Παπαγγελόπουλο ήταν ικανή να κερδίσει την συμπάθεια μερίδας των γαλάζιων στελεχών, τα οποία είτε δεν ασκούσαν πλέον κριτική στη κυβέρνηση είτε αυτή τους η κριτική κινούταν σε γενικόλογα αντιπολιτευτικά πλαίσια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο κ. Αντώναρος πρώτος μεταξύ άλλων στον αγώνα συγκρότησης του προοδευτικού μετώπου, χειροκροτούσε μετ’ επιτάσεως τον κ. Μπλούμαν σε εκδήλωση των Ευρωπαίων σοσιαλιστών.

Στη σημερινή φάση που βρίσκεται ο ΣΥΡΙΖΑ  με την δημιουργία του ευρωψηφοδελτίου «ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία» ή αλλιώς ΣΥΠΡΟΣΥ ή ακόμη καλύτερα όπως σχολίασε δεικτικά ο εκπρόσωπος τύπου του ΚΙΝΑΛ, Παύλος Χρηστίδης ΣΥΠΣΥ, θα περίμενε ο καθένας να αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο της εκλογής Προέδρου από την προοδευτική παράταξη. Τα φαινόμενα ωστόσο και πάλι απατούν. Ο Πρωθυπουργός και ο ΣΥΡΙΖΑ αναφέρουν με κάθε ευκαιρία την ανανέωση της στήριξής τους στον Προκόπη Παυλόπουλο. Τη στιγμή δηλαδή, που ηγούνται της προσπάθειας σχηματισμού μιας προοδευτικής συμμαχίας, στηρίζουν και πάλι ένα πρόσωπο της συντηρητικής παράταξης, το οποίο δεν έχει ακόμη ξεκάθαρα τη στήριξη του κόμματος που υπηρέτησε.

Το ζήτημα της εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας από την προοδευτική παράταξη έχει ανεβάσει σε κάθε τόνο η Πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής. Με την στάση της αυτή, η κυρία Γεννηματά θέλει να εκθέσει τον ΣΥΡΙΖΑ στα μάτια των προοδευτικών πολιτών δείχνοντας για άλλη μια φορά πόσο στενές σχέσεις έχει με τη δεξιά και ειδικά με το Καραμανλικό κομμάτι. Ξεκάθαρη είναι και στάση του πρώην πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου ο οποίος έχει προ πολλού επισημάνει πως στον προεδρικό θώκο δεν πρέπει να ξανά βρεθεί πρόσωπο της εποχής του «Καραμανλισμού της χρεοκοπίας». Το Κίνημα Αλλαγής προσπαθεί να καταστεί μέσω της σκληρής αυτής θέσης του ρυθμιστής της επόμενης μέρας, τόσο μετά από τις εκλογές όσο και στην διαδικασία της προεδρικής εκλογής.

Παρά το γεγονός πως η διάταξη του άρθρου 32 αναθεωρείται και έτσι ο Πρόεδρος μπορεί να εκλέγεται και εσχάτως με 151 χωρίς την διάλυση της Βουλής, το Κίνημα Αλλαγής μπορεί να πιέσει στην κατεύθυνση εκλογής Προέδρου από την προοδευτική παράταξη σε περίπτωση που κανένα κόμμα δεν έχει αυτοδυναμία. Τότε και ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ ως διεκδικητές της πρώτης θέσης θα πρέπει να γνωρίζουν πως μια προγραμματική συμφωνία διακυβέρνησης με το ΚΙΝΑΛ θα έχει ως προϋπόθεση την επιλογή Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας από τον χώρο της δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης. Μια εξέλιξη που σίγουρα δεν θα ικανοποιεί τους σχεδιασμούς τους.


Βασίλης Καραγκούνης

Είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Από τις αρχές του τρέχοντος έτους συνεχίζει τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει αποφοιτήσει από το Μουσικό Σχολείο Αγρινίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά. Ασχολείται με την μουσική, παίζοντας τρομπέτα και πιάνο, ενώ στον ελεύθερο χρόνο του διαβάζει οικονομία, ιστορία και πολιτική.