Του Πάνου Ιορδανίδη,

Λίγες μέρες πριν, μετά από μια εβδομάδα διαπραγματεύσεων στην Σουηδία υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, τα εμπλεκόμενα μέρη στον εμφύλιο πόλεμο της Υεμένης κατέληξαν σε μία κομβική συμφωνία. Η Συμφωνία της Στοκχόλμης, μεταξύ της κυβέρνησης Χάντι και των Χούθι, βάζει τις απαιτούμενες εκείνες βάσεις για να επιτευχθεί η πολυπόθητη ειρήνη και να επέλθει επιτέλους τέλος στην «χειρότερη ανθρωπιστική κρίση στον κόσμο».

Το σημείο-κλειδί της συμφωνίας είναι η εύρεση ενός modus vivendi μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών για την υψίστης σημασίας πόλη της Χοντέιντα. Αν αναλογιστούμε ότι από το λιμάνι της πόλης διέρχεται η συντριπτική πλειοψηφία των εισαγωγών σε τρόφιμα και της ανθρωπιστικής βοήθειας, που δεν έβρισκαν εύκολα τον τελικό αποδέκτη τους λόγω της εμπόλεμης ζώνης, τότε η σημασία της ανακωχής και της σταδιακής αποστρατικοποίησης της πόλης γίνονται άμεσα αντιληπτές.

Βάζοντας στην άκρη τα οφέλη και τα κόστη των εμπλεκόμενων μερών και των περιφερειακών τους συμμάχων από αυτήν την συμφωνία, είναι σημαντικό κανείς να επικεντρωθεί στην δυναμική της χρονικής στιγμής όπου συμβαίνει αυτή η επιτυχής ειρηνευτική διαδικασία των σταθερών βάσεων.

Τον περασμένο Σεπτέμβρη, γίναμε μάρτυρες της κατάρρευσης των ειρηνευτικών συνομιλιών στη Γενεύη, όταν οι Χούθι εγκατέλειψαν το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Τα προηγούμενα χρόνια, οι σχετικές διατάξεις του Συμβουλίου Ασφαλείας παραβιάζονταν σε τακτική βάση καθιστώντας το χάσμα αγεφύρωτο και τις συνέπειες καταστροφικές. Τι συνέβη, λοιπόν, για να αλλάξουν τα δεδομένα και να οδηγηθούμε σε μια «ευχάριστη» επανέναρξη των συνομιλιών, πολλώ δε μάλλον σε μια επιτυχής συμφωνία;

Οι επιμέρους παράγοντες είναι πολλοί. Από την γεωπολιτική πορεία της πολεμικής σύγκρουσης μέχρι τα περιφερειακά οικονομικά δεδομένα, ποικίλουν ανάλογα με το φάσμα στο οποίο ανήκουν. Αναμφίβολα όμως, το κέντρο βάρους πέφτει στην αποδυναμωμένη περιφερειακή ισχύ του κυριότερου, ίσως, παίκτη της σύγκρουσης. Ενός παίκτη που η συνέχιση του πολέμου και η κατατρόπωση των ιρανικών αντιπροσώπων στην περιοχή ήταν και παραμένουν ζωτικής σημασίας επιδιώξεις του. Αυτός, δεν είναι άλλος από την Σαουδική Αραβία.

Ενώ η περιφερειακή επιρροή του Βασιλείου βρισκόταν σε άνοδο με την αμερικανική υποστήριξη, οι συνέπειες από την εκκωφαντική υπόθεση δολοφονίας του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι έβαλαν φρένο στον «καλπασμό» του Ριάντ. Η σθεναρή καταδίκη των σαουδαραβικών πρακτικών από τη διεθνή κοινότητα και οι πολυμετωπικές πιέσεις που δέχθηκαν, ανάγκασαν το Βασίλειο να οπισθοχωρήσει αναφορικά με την εξωτερική πολιτική του.

Την ίδια στιγμή που ένας δυτικός ηγέτης έδινε, είτε υλική είτε προφορική, στήριξη στον «δολοφόνο» Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, υπήρχαν μια στρατιά επικριτών στα μέσα μαζικής ενημέρωσης να τον περιμένουν στη γωνία. Κάτι τέτοιο αποτυπώθηκε έντονα στις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές, όπου το ζήτημα της αναθεώρησης της στάσης των ΗΠΑ απέναντι σε ένα «αιμοσταγές καθεστώς δολοφόνων» έπαιξε κυρίαρχο ρόλο. Επομένως, η σαουδαραβική περιφερειακή ισχύς, χωρίς την υποστήριξη της Δύσης, και κυρίως των ΗΠΑ, μειώθηκε δραματικά. Μια αποδυναμωμένη Σαουδική Αραβία δεν μπορεί να συνεχίσει ανενόχλητη να επιδιώκει τους σκοπούς της, και ο υεμενικός εμφύλιος πόλεμος δεν αποτελεί εξαίρεση.

Παρατηρώντας τόσο την διαδικασία κατά την οποία εκτυλίχθηκαν οι εξελίξεις, όσο και το αποτέλεσμα αυτών τίθεται το ερώτημα: Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς διαμορφώνει τις αποφάσεις των κρατών, τι ρόλο παίζουν οι κανόνες και οι σταθερές οι οποίες τα ίδια θεσπίζουν; Το ζήτημα αυτό έχει απασχολήσει τους διανοητές και τους επιστήμονες αιώνες τώρα και η απάντησή του εμπεριέχεται (ή και όχι) σε τόμους αναλύσεων.

Αν όμως πρέπει να μας διδάξει κάτι ο τρόπος με τον οποίο επιτεύχθηκε η συμφωνία για τον πόλεμο της Υεμένης, είναι πως υπάρχει μια στρατηγική μέθοδος κατά την οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και κάθε διάταξη που διέπει το διεθνές πεδίο. Η συνολική καταδίκη των παραβιάσεων ενός ισχυρού δρώντα από όλους τους φορείς μπορεί να φέρει αποτελέσματα και να επηρεάσει τις εξελίξεις. Και αυτή είναι μια δύναμη που μπορεί να καταστεί αρκετά υπολογίσιμη.

Πάνος Ιορδανίδης

Απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Είναι λάτρης της διεθνούς πολιτικής τόσο σαν ακαδημαϊκό, όσο και σαν δημοσιογραφικό αντικείμενο. Έχει ασκηθεί σε πολιτικές διευθύνσεις του ΥΠΕΞ και δραστηριοποιείται ενεργά στον χώρο του εθελοντισμού σε ΜΚΟ, ακαδημαϊκά συνέδρια και εκπαιδευτικές προσομοιώσεις.