Σπεύδοντας βραδέως προς ένα ευνοϊκό Brexit

12

Της Μαίρης Ουρουμίδου,

Στην προσπάθειά μας να αποκτήσουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα για τη σημασία του Brexit και με ποιόν τρόπο μπορεί να επηρεάσει η εφαρμογή του τόσο το μέλλον της Μεγάλης Βρετανίας όσο και των εναπομεινάντων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι σημαντικό να αναζητήσουμε τις ρίζες που οδήγησαν στην εξέλιξη αυτού του θεσμού. Τα πρώτα βήματα για τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης εντοπίζονται ήδη στα 1957, όταν χώρες της ηπείρου, μπροστά στον φόβο για τυχόν επανάληψη άσκοπων και αιματηρών πολέμων όπως αυτών που αποδεκάτισαν τον ευρωπαϊκό πληθυσμό του 20ου αιώνα, υπέγραψαν τη «Συνθήκη της Ρώμης» με την οποία ιδρύεται η «Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα». Με τη λογική ότι χώρες οι οποίες είναι πολιτικοοικονομικά συνδεδεμένες έχουν λιγότερες πιθανότητες να προχωρήσουν σε εχθροπραξίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισε να επεκτείνεται και να εξελίσσεται, με αποτέλεσμα να έχει επίσημα το 1993 την ονομασία και την μορφή που της αποδίδεται σήμερα. Στο πολύ σύντομο μέλλον ωστόσο, τα δεδομένα επρόκειτο να μεταβληθούν για άλλη μια φόρα όταν η ΕΕ των 28 χωρών, με δύναμη επιρροής σε ποικίλους τομείς της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, θα χάσει ένα πολύτιμο κομμάτι της.

Με τον ίδιο τρόπο που το Ηνωμένο Βασίλειο έγινε μέλος της Ένωσης το 1973, με αυτόν και αποφάσισε την έξοδό της στις 23 Ιουνίου 2016, μέσα δηλαδή από ένα δημοψήφισμα. Τα αίτια που οδήγησαν τη χώρα σε μια τόσο σοβαρή απόφαση καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών θεμάτων. Πρώτη και κύρια αιτία φαίνεται να είναι η δυσαρέσκεια του λαού για την έλλειψη απόλυτης αυτονομίας στην λήψη εσωτερικών αποφάσεων και η αποδοκιμασία για την ισχύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Επιπλέον, μεγάλο ρόλο  δείχνει να έχει παίξει και το μεταναστευτικό πρόβλημα, καθώς η άποψη που εκφράζει ο Υφυπουργός περιβάλλοντος της Βρετανίας , Μάικλ Γκόουβ και που φαίνεται να υποστηρίζει μεγάλο ποσοστό του βρετανικού πληθυσμού είναι πως: «Οι πολιτικές μετανάστευσης της ΕΕ ενθάρρυναν τους λαθρεμπόρους και έφεραν απελπισμένα στρατόπεδα προσφύγων στα σύνορά μας».  Και τελικά, η άποψη που παρουσιάζεται έντονα στους κύκλο των ευρωσκεπτικιστών είναι πως η επιβολή νόμων και περιορισμών από εκπροσώπους ξένων εθνών, δε μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της ευημερίας μιας χώρας.

Η αντιευρωπαϊκή καμπάνια προώθησης των παραπάνω επιχειρημάτων, κατόρθωσε τελικά να πείσει τον λαό που παρευρέθηκε στις κάλπες πως η σωστή επιλογή, ήταν η έξοδος. Ως φυσική συνέχεια της κατάστασης, στις 29 Μαρτίου 2017, η πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Τερέζα Μέι επικαλέσθηκε το άρθρο 50 της συνθήκης της Λισσαβώνας, σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση έχει δυο χρόνια περιθώριο για να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις της με την ΕΕ. Η συμφωνία, η οποία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τις 29 Μαρτίου 2019, οφείλει να φέρει λύσεις σε μια ποικιλία θεμάτων που ταλανίζουν το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Το σημείο στο οποίο διακρίνουμε έντονη αμφιταλάντευση, είναι η διαχείριση των εμπορικών σχέσεων. Από τη μια πλευρά υπάρχει η επιλογή του «μαλακού  Brexit» σύμφωνα με το οποίο η Βρετανία έχει τη δυνατότητα να παραμείνει στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, απαλλαγμένη δηλαδή από εμπόδια και χωρίς την υποβολή συνοριακού ελέγχου στα εξαγόμενα προϊόντα της. Η εναλλακτική επιλογή με το όνομα «σκληρό Brexit», παρ’ όλο που αποκλείει την χώρα από την εσωτερική αγορά και την αντιμετωπίζει υπό τους όρους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, της παρέχει ελευθερία ελέγχου των συνόρων της όσον αφορά τη μετανάστευση.

Εκτός όμως από την ανάγκη διατήρησης ισορροπημένων και ικανοποιητικών και για τα δυο στρατόπεδα συνθηκών, η Πρωθυπουργός καλείται να βρει μια λύση και για τον κομβικό ρόλο των ιρλανδικών συνόρων. Ως γνωστόν το νησί της Ιρλανδίας είναι χωρισμένο σε δυο κομμάτια. Η Βόρεια Ιρλανδία αποτελεί μέρος του Ηνωμένου Βασιλείου, οπότε και θα ακολουθήσει τη Μεγάλη Βρετανία στις συνέπειες του Brexit. Το νότιο τμήμα, με τo όνομα «Δημοκρατία της Ιρλανδίας» είναι ανεξάρτητο από το Ηνωμένο Βασίλειο και αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανέκαθεν ο συνοριακός έλεγχος για ανταλλαγές  μεταξύ νότου και βορρά του νησιού, υπήρξε μηδαμινός, όπως επίμονα προσπαθεί να τον διατηρήσει η κυβέρνηση Μέι.  Η μόνη έκβαση προς το παρόν στην οποία είναι δυνατή η διατήρηση ανοιχτών συνόρων μέσα στο νησί είναι η «αποκοπή» ως έναν βαθμό της Βόρειας Ιρλανδίας από τη Μεγάλη Βρετανία και η επιβολή ελέγχου ανάμεσα στα δύο νησιά. Η επιλογή όμως αυτή φαίνεται τουλάχιστον γελοία αλλά και διχαστική στα μάτια του ιρλανδικού έθνους. Στις 24/10/2018, ο Γκι Φερχόφστατ γράφει στο twitter «Η πρόοδος στις διαπραγματεύσεις #Brexit μπορεί να είναι 90%, 95% ή ακόμα και 99%, αλλά όσο δεν υπάρχει λύση για τα ιρλανδικά σύνορα, όσο η συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής δεν είναι πλήρως εξασφαλισμένη, για εμάς στο Κοινοβούλιό μας, η πρόοδος παραμένει στο 0%».

Λύση στα παραπάνω προβλήματα προσπάθησε να δώσει η πρωθυπουργός με το σχέδιο «Τσέκερς», το οποίο όμως απορρίφθηκε σχεδόν απευθείας από τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και από ορισμένους Βρετανούς βουλευτές. Τι περιμένει όμως το μέλλον του Βασιλείου εάν μέσα στο διάστημα των πέντε μηνών που απέμειναν, δε καταλήξει σε μια σταθερή συμφωνία; Στην χειρότερη περίπτωση το ΗΒ θα βρεθεί αντιμέτωπο με το λεγόμενο «no deal Brexit». Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης μπορούν γρήγορα να αποδειχθούν καταστροφικές για τη βρετανική οικονομία, καθώς και να μεταβάλλουν τα δημογραφικά δεδομένα της χώρας. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΟΗΕ πάνω από 1 εκ. Βρετανοί κατοικούν σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ παράλληλα σχεδόν 3 εκ. πολίτες της ΕΕ κατοικούν στο ΗΒ. Στην περίπτωση του «no-deal», οι δυο ομάδες θα αναγκαστούν να υιοθετήσουν τους όρους του ΔΟΕ, ο οποίος δεν καλύπτει τον τομέα της αεροπορίας και θα οδηγήσει τους ανταλλαγμένους κατοίκους σε αδυναμία μετακίνησης από τον έναν προορισμό στον άλλον. Εκτός όμως από τις δυσκολίες που θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει το ανθρώπινο δυναμικό, προβλέπονται ελλείψεις σε καταναλωτικά προϊόντα αλλά και σε φάρμακα. Η απουσία των απαραίτητων φαρμάκων, προβλέπεται με τη σειρά της να προκαλέσει περικοπές στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS).  Οι περικοπές αυτές δεν μας προκαλούν ωστόσο καμία έκπληξη, εάν λάβουμε υπόψη την αλληλεξάρτηση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών (άλλωστε ας μην ξεχνάμε πως αυτός υποτίθεται ότι θα ήταν ο ρόλος της Ένωσης εξ αρχής).

Η θέση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι πολύ λεπτή σε αυτό το σημείο. Η κυβέρνηση φαίνεται να δέχεται εμπόδια από διάφορα μέτωπα, στα οποία ο καθένας υπερασπίζεται τα προσωπικά του συμφέροντα. Από τη μια πλευρά η χώρα πρέπει να διαχειριστεί τα εσωτερικά προβλήματα με τις διαμάχες των πολιτικών, τις διαδηλώσεις των ανήσυχων πολιτών και το νομικό κενό στη διαχείριση του μεταναστευτικού.  Από την άλλη καλείται να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ, η οποία σε καμία περίπτωση δεν προτίθεται να κάνει εύκολη την έξοδο, καθώς η ιδέα αυτή μπορεί να ελκύσει οπαδούς και από άλλα έθνη-μέλη. Ανυπομονώντας λοιπόν για τις επερχόμενες εξελίξεις, μπορούμε μόνο να ελπίζουμε πως οι μεγάλοι ηγέτες, οι οποίοι κινούν τα νήματα, δεν ξεχνούν πως αυτό που προηγείται είναι η ευημερία του ευρωπαϊκού λαού.

Μαίρη Ουρουμίδου

Γεννηθείσα το 1998 στη Γεωργία, απόγονος Ποντίων προσφύγων της Σοβιετικής Ένωσης, μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη όπου και σπουδάζει στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Ως λάτρης της διεθνούς πολιτικής και ιστορίας, όποτε βρίσκει χρόνο από τις ακαδημαϊκές της ασχολίες, ταξιδεύει και λαμβάνει μέρος σε ευρωπαϊκά προγράμματα με σκοπό μια σφαιρική εικόνα της ανθρώπινης πραγματικότητας.