33.3 C
Athens
Κυριακή, 21 Ιουλίου, 2024
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΟ εκφυλισμός του κοινοβουλευτισμού στη χώρα μας

Ο εκφυλισμός του κοινοβουλευτισμού στη χώρα μας


Του Μάνου Πατρινιού,

«Η Βουλή είναι νεκρή και τη σκοτώσαμε εμείς» –προφανώς, παραφράζω τον σπουδαίο Γερμανό φιλόσοφο. Πράγματι, όμως, έχει γίνει αντιληπτό στους γαλουχημένους με το δόγμα της αμφισβήτησης πολίτες πως ο ρόλος του Κοινοβουλίου ολοένα υποβαθμίζεται, σχεδόν δεν υπάρχει. Δεν εννοώ, βέβαια, ότι δεν υπάρχει με τη φυσική έννοια, ούτε ότι δεν τελεί υπό λειτουργία· εννοώ ότι υφίσταται απλώς ως ένα άνευρο κρατικό όργανο με μοναδική αρμοδιότητα τη νομιμοποίηση των προειλημμένων κυβερνητικών αποφάσεων.

Η εντύπωση αυτή δεν είναι δικής μου επινόησης, ούτε είμαι ο πρώτος τολμηρός που τη θέτει στον δημόσιο διάλογο. Έχει εκφραστεί προνομιακά από αγανακτισμένους πολίτες, που πολλές φορές δεν μπορούν καν να κατονομάσουν το πρόβλημα, με μηδενιστικές και αφοριστικές τάσεις, με απαισιοδοξία και αποστροφή προς τον κοινοβουλευτισμό εν γένει. Το σφάλμα τους είναι ότι δεν εκλογικεύουν με συγκράτηση το βίωμα αυτής της τσαλαπατημένης Δημοκρατίας· και κυρίως «πάσχουν από πεσιμισμό». Δεν μπορούν να διανοηθούν μια λειτουργική Δημοκρατία, πρώτα καταφεύγουν στον αντικοινοβουλευτισμό ή την ουτοπία. Μπορεί, εντούτοις, η διεκδίκηση αυτή να εκφραστεί και με αλλιώτικο τρόπο: με μία συνεκτική και ποιοτική πολιτική ανάλυση που θα προκρίνει την πραγματοποιήσιμη αλλαγή.

Σε ένα κοινοβουλευτικό, λοιπόν, σύστημα (σαν και το δικό μας), το Kοινοβούλιο –κοινώς η Βουλή– έχει (και οφείλει να έχει) δεσπόζοντα ρόλο. Αν σκεφτούμε κανονιστικά, συνταγματικά, η Βουλή ανεβάζει και κατεβάζει Κυβερνήσεις, η Βουλή αναδεικνύει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η Βουλή παράγει τη νομοθεσία του κράτους, η Βουλή ψηφίζει τον κρατικό προϋπολογισμό, η Βουλή ελέγχει την Κυβέρνηση μέσω του κοινοβουλευτικού ελέγχου, η Βουλή εκπροσωπεί τα συμφέροντα των ψηφοφόρων που την ανέδειξαν, η Βουλή διορίζει τους ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς κ.ο.κ. Όλες αυτές οι λειτουργίες βρίσκονται στην καρδιά του δημοκρατικού πολιτεύματος κι έτσι αρμόζει στο πιο δημοκρατικό κρατικό όργανο να βρίσκεται πίσω αυτές.

Αυτή η δημοκρατική ψευδαίσθηση καταρρέει όταν θυμόμαστε ότι σε ένα Kοινοβούλιο όποιος ελέγχει την πλειοψηφία ελέγχει, τελικά, το σύνολο. Η έννοια της πλειοψηφίας, όμως, δεν είναι αυστηρά ορισμένη, απαράλλαχτη και αιώνια. Ακόμα και στην ίδια χώρα (ας πάρουμε για παράδειγμα τη δική μας) ο συντακτικός νομοθέτης προβλέπει πολλά διαφορετικά είδη πλειοψηφίας για διαφορετικές περιστάσεις: 2/3 για εκλογή ΠτΔ, 3/5 για συνταγματική αναθεώρηση και 1/2 για την απλή νομοθεσία. Κατά κανόνα, όσο μεγαλύτερη πλειοψηφία απαιτείται τόσο σημαντικότερη θεωρείται η καθολική συναίνεση. Στην κοινή νομοθεσία όμως, την πιο συνηθισμένη, η πλειοψηφία ορίζεται στους 151 βουλευτές. Ποιος είναι αυτός, λοιπόν, που εξ’ ορισμού κατέχει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο; Η Κυβέρνηση.

Πηγή εικόνας: efsyn.gr / Φωτογράφος και Δικαιώματα χρήσης: Γιώργος Κονταρίνης

Αυτό από μόνο του δεν είναι απαραίτητα πρόβλημα, με την προϋπόθεση ότι η πλειοψηφία αυτή σχηματίζεται σεβόμενη τη λαϊκή βούληση ως έχει. Εξασφαλίζει πως το ουσιαστικό σκέλος της εκτελεστικής εξουσίας διατηρεί τα μεγαλύτερα ερείσματα στην κοινωνία σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη κοινοβουλευτική δύναμη. Όμως, πάντοτε η πλειοψηφία που διατηρεί η Κυβέρνηση στη Βουλή είναι πλασματική, δεν δικαιολογείται στο σύνολό της από το αληθινό αποτέλεσμα των εκλογών. Η πλειοψηφία αυτή «χαρίζεται» στο όνομα της κυβερνητικής σταθερότητας με το ζόρι και σε πείσμα της λαϊκής ετυμηγορίας. Αποτελεί, άλλωστε, πάγια αντίληψή μου ότι οποιοδήποτε εκλογικό σύστημα δεν ενσαρκώνει τις αρχές της τέλειας αναλογικής με ενιαία εκλογική περιφέρεια, εκλογικό μέτρο, χωρίς κατώφλι και κανέναν άλλο περιορισμό, διαστρεβλώνει τη λαϊκή βούληση: το ζήτημα για κάθε άλλο σύστημα είναι ο βαθμός διαστρέβλωσης της λαϊκής ετυμηγορίας, η απόστασή του από την τέλεια αναλογική, καθώς η διαστρέβλωση είναι δεδομένη.

Όταν, λοιπόν, η σημερινή Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ελέγχει το 100% του Κοινοβουλίου, διατηρώντας το 52,6% των εδρών, έχοντας εξασφαλίσει –χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη την αποχή– το 40,5% στις εκλογές, δηλαδή το 21,4% στο σύνολο του εκλογικού σώματος, τότε σίγουρα τίθεται ζήτημα Δημοκρατίας. Εντελώς αφοριστικά, το 1/5 ορίζει εξ ολοκλήρου τις ζωές των τεσσάρων πέμπτων.

Θα αντιτείνει, ωστόσο, κάποιος: «αν όμως, Μάνο, η Κυβέρνηση δεν μπορεί να εξασφαλίσει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, τότε δεν θα μπορέσει να κυβερνήσει, διότι τα πάντα θα μπλοκάρονται από την Αντιπολίτευση». Να τι δεν συνειδητοποιούν: ότι Δημοκρατία δεν είναι ο τυχοδιωκτικός βολονταρισμός της σχετικής πλειοψηφίας.

Όταν ψηφίζουμε, δίνουμε την εντολή εκπροσώπησής μας σε κάποιον υποψήφιο ή –πιο ρεαλιστικά– σε κάποιο κόμμα που θεωρούμε ότι μπορεί να υπερασπιστεί καλύτερα τα συμφέροντά μας. Μετεκλογικά προκύπτει από το σύνολο των επιμέρους βουλήσεων μία κοινοβουλευτική σύνθεση, όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτική της κοινωνίας γίνεται (έχοντας ως δεδομένο ότι τηρείται πλήρης αναλογική). Οι αντιπρόσωποι αυτοί, έπειτα, με τον λόγο και το έργο τους υπηρετούν τα συμφέροντα των ψηφοφόρων τους κατά την κρίση τους, αλλά και μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια. Για να ληφθούν οι διάφορες αποφάσεις, προηγούνται οι αντίστοιχες προτάσεις. Αν μία πρόταση υποστηρίζεται από τη μειοψηφία, ασχέτως της σύνθεσής της, δεν εγκρίνεται. Αν μία πρόταση υποστηρίζεται από την πλειοψηφία, και πάλι ασχέτως της σύνθεσής της, εγκρίνεται. Αν κάθε ομάδα εμμένει στη δική της ιδανική θέση, χωρίς να κάνει κανέναν συμβιβασμό, τότε καμία πρόταση δεν γίνεται αποδεκτή, γιατί είναι αδύνατος ο σχηματισμός πλειοψηφίας.

Η ουσία της Δημοκρατίας είναι η διαλεκτική σχέση πρότασης – αντιπρότασης – συμβιβασμού· συνίσταται στη διαρκή αναζήτηση κοινωνικών ερεισμάτων διά μέσου των αντιπροσώπων, ούτως ώστε το τελικό προϊόν μιας πρότασης να θεωρείται αποδεκτό από μία πλειοψηφία. Η πλειοψηφία αυτή σχηματίζεται ευκαιριακά και μετά την εκπλήρωση του σκοπού της (την έγκριση της συγκεκριμένης πρότασης), πρέπει να αναζητηθεί ξανά και ξανά και ξανά. Η ευκαιριακή συμφωνία των αντιπροσώπων αντικατοπτρίζει σε επίπεδο μικρογραφίας την ευκαιριακή συμφωνία της κοινωνίας. Έτσι, λοιπόν, αν ένα προτεινόμενο νομοσχέδιο δεν μπορεί να περάσει και μπλοκάρεται, δεν είναι τα κόμματα ανήθικα και ιδιοτελή, δεν είναι ότι θέλει η κακή Αντιπολίτευση να σαμποτάρει το αγαθό κυβερνητικό έργο, αλλά το νομοσχέδιο είναι ασύμφωνο με την κοινωνία που σκοπεύει να υπηρετήσει σαν ψηφιστεί και εφαρμοστεί. Ή έστω η συγκεκριμένη μορφή του νομοσχεδίου βρίσκει περισσότερα άτομα αντίθετα, παρά σύμφωνα.

Πηγή εικόνας: Wikipedia / Δικαιώματα χρήσης: NikosLikomitros

Αυτό δεν είναι αρνητικό. Θα ήταν αρνητικό μόνο αν δεχόμασταν ότι η κυνική βουλησιαρχία της σχετικής πλειοψηφίας μπορεί δίκαια να απεκδυθεί την αυταρχική της χροιά, περνώντας από μία επιτροπή της Βουλής, από την Ολομέλεια, από το γραφείο του Προέδρου και τέλος από το Εθνικό Τυπογραφείο. Καμία μειοψηφική πρόταση, όπως συμφωνήσαμε προηγουμένως, δεν εγκρίνεται σε μία Δημοκρατία. Είναι άσχετο αν τη μειοψηφία σχηματίζει το πρώτο κόμμα ή κάποιος άλλος: η μειοψηφία είναι μειοψηφία.

Το να δίνεται μία πάγια πλειοψηφία σαν δώρο σε αυτούς που συγκέντρωσαν ελαφρώς μεγαλύτερα ποσοστά στις εκλογές από τους υπόλοιπους, μουδιάζει τη διαλεκτική αυτή φύση της Δημοκρατίας. Η πρόταση γίνεται αυτομάτως απόφαση. Η Δημοκρατία παραλύει. Το Κοινοβούλιο υπάρχει για να νομιμοποιεί τις αποφάσεις της προσχηματισμένης πλειοψηφίας· η παντοδύναμη Κυβέρνηση παύει να αναζητά υποστήριξη, παύει να κάνει ουσιαστικό διάλογο, παύει να συμβιβάζεται, παύει να φοβάται τον εκθρονισμό της, παύει να ανησυχεί για τις ατασθαλίες της, παύει να είναι δημοκρατική.

Το ότι η Κοινωνία σε πριμοδότησε με ένα ποσοστό υψηλότερο μεν των υπολοίπων, σαφέστατα χαμηλότερο δε του 50%, δεν σε κάνει ελέω θεού Αυτοκράτορα, με τέτοιο τρόπο που όλες οι άλλες βουλήσεις παραμερίζονται και αγνοούνται. Διότι έτσι καταλήγουμε σε μία «δημοκρατική απολυταρχία», ένα καθεστώς υπερεξουσιών που μοιράζονται και ασκούνται με δημοκρατικό μανδύα κι όπου οι έννοιες χάνουν τη σημασία τους και γίνονται συναισθηματικοί συμφυρμοί. Μπορεί rex και imperator να μην είχαν ουσιαστικές διαφορές στη διακυβέρνηση, αλλά οι Ρωμαίοι πίστευαν πως είχαν και τους διέκριναν…

Το πρόβλημα αυτό καταλήγει να είναι οντολογικής φύσεως για τη Δημοκρατία μας. Όσο γίνεται αποδεκτή η υπερεξουσία της πλασματικής πλειοψηφίας, η Δημοκρατία αυτοακυρώνεται. Αν αλλοιωθεί το DNA της Δημοκρατίας, τότε… γίνεται ένα παρασιτικό καρκίνωμα, μία τόσο στρεβλή απεικόνιση του εαυτού της, που χάνει πάσα έννοια που τη συνόδευε. Από τον Αριστοτέλη ακόμα, αν μία αρχή είναι αυτή που όλοι αποδέχονται ως θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος, αυτή είναι η αρχή της πλειοψηφίας. Στην περίπτωσή μας, αληθινή πλειοψηφία δεν εξασφαλίζεται, παρά μόνο κουτσά στραβά με θεσμικές διευθετήσεις που παρατείνουν το πρόβλημα και το κρύβουν κάτω από το χαλάκι, αντί να αντιμετωπίζουν το υποβόσκον: γιατί σιχαινόμαστε τόσο την πραγματική Δημοκρατία;


 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Μάνος Πατρινιός
Μάνος Πατρινιός
Γεννήθηκε το 2005 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει έκτοτε. Έχει διακριθεί σε πανελλήνιους σχολικούς αγώνες ρητορικής και συμμετάσχει σε Εθνική Διάσκεψη Επιλογής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Νέων. Διαθέτει βεβαιώσεις και πτυχία σε ανώτερα θεωρητικά της μουσικής (θεωρία, αρμονία, αντίστιξη, φούγκα). Σπουδάζει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Στον ελεύθερό του χρόνο ενημερώνεται για την επικαιρότητα, διαβάζει βιβλία φιλοσοφίας, ιστορίας, πολιτικής, λογοτεχνικά, και ποίηση, φροντίζει τα φυτά του, και αναζητά την επαφή με τη φύση.