28.2 C
Athens
Κυριακή, 21 Ιουλίου, 2024
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΕγκληματική οργάνωση (187 ΠΚ): Κοινώς, το οργανωμένο έγκλημα

Εγκληματική οργάνωση (187 ΠΚ): Κοινώς, το οργανωμένο έγκλημα


Του Γιώργου Ποτουρίδη,

Στις μέρες μας, συχνά γίνεται λόγος για το οργανωμένο έγκλημα και την ιδιαίτερη επικινδυνότητά του, λόγω της εμφάνισης πολλών εγκληματικών οργανώσεων που ταλανίζουν την κοινωνία και αφήνουν αισθητά αποτελέσματα. Τι είναι, όμως, η Εγκληματική οργάνωση; Ποιο είναι το έννομο αγαθό που προσβάλλει και δικαιολογείται ο επαχθής ποινικός κολασμός της;

Η εγκληματική οργάνωση εντάσσεται στο έκτο κεφάλαιο του ποινικού κώδικα με προστατευόμενο έννομο αγαθό την δημόσια τάξη. Ακούγοντας κανείς τον όρο «δημόσια τάξη» προσπαθεί να καταλάβει το ακριβές εννοιολογικό περιεχόμενό του. Η θεωρία έδωσε δύο επιμέρους όψεις στην ανωτέρω έννοια. Κατά τον Μαγκάκη, δημόσια τάξη είναι η εν ισοτιμία διαβίωση των πολιτών, ενώ, κατά τον Μανωλεδάκη, ο σφετερισμός των λειτουργιών της κρατικής εξουσίας. Πράγματι, η ένωση πολλών προσώπων για την τέλεση εγκλημάτων καταστρατηγεί την ισότιμη διαβίωση αφενός και σφετερίζεται τον μόνο φορέα της νόμιμης βίας, ήτοι το κράτος, αφετέρου.

Σύμφωνα με το άρθρο 187 παρ.1 ΠΚ, «όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση τριών ή περισσοτέρων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων, τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 έτη και χρηματική ποινή». Πρόκειται για ένα κοινό, διαρκές και υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, το οποίο συρρέει φαινομενικά κατ’ ιδέα με βάση την αρχή της ειδικότητας με το έγκλημα της συμμορίας κατά το 187 παρ.3 ΠΚ ως διακεκριμένη μορφή του τελευταίου.

Ειδικότερα, για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του προαναφερθέντος εγκλήματος απαιτούνται σωρευτικά πέντε προϋποθέσεις:

Πρώτον, η ένωση τουλάχιστον τριών ή περισσοτέρων προσώπων. Εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι οποιαδήποτε ένωση λιγότερων των τριών προσώπων μόνο ως συμμορία μπορεί να χαρακτηρισθεί, καθώς θεωρείται ελάσσονος επικινδυνότητας συσπείρωση δυνάμεων. Δεύτερον, απαιτείται οργάνωση των ενωθέντων προσώπων. Τι άραγε σημαίνει οργάνωση; Τι δικαιολογεί την προσβολή της δημόσιας τάξης με μόνη την ένωση δυνάμεων; Ένα πρώτο στοιχείο οργάνωσης είναι η ύπαρξη υποδομής επί της οποίας θα λαμβάνονται και οι αποφάσεις. Ακόμα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι στην έννοια της οργάνωσης υπάγεται ο σχεδιασμός τέλεσης των εγκλημάτων, αλλά και κάποια ιεραρχική δομή σύμφωνα με το μοντέλο του στρατού, ώστε οι ανώτεροι να εξουσιάζουν τους κατώτερους δίνοντας εντολές, τις οποίες οφείλουν οι τελευταίοι να υπακούουν.

Πηγή εικόνας: pixabay.com / Δικαιώματα χρήσης: TheDigitalArtist

Μία τέτοια θεώρηση παρουσιάζεται ελλιπής, καθώς όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν και στην συναυτουργία. Ποιο είναι λοιπόν το ουσιώδες διακριτικό γνώρισμα της οργάνωσης από την όποια συναυτουργία; Ορθά επισημάνθηκε στη θεωρία ότι εννοιολογικά η οργάνωση προϋποθέτει υποταγή της βούλησης του καθενός χάριν της ομάδας. Έτσι, το συστατικό στοιχείο μιας οργάνωσης είναι η βούληση ομάδας, δηλαδή ο παραμερισμός των όποιων προσωπικών ενστάσεων προς όφελος της ομάδας, πράγμα που δεν συμβαίνει στην συναυτουργία όπου ο καθένας μπορεί όποτε θέλει να αποχωρήσει, διατηρώντας την αυτοτέλειά του. Αντίθετα, αδιάφορος θεωρείται ο τρόπος βάσει του οποίου λαμβάνονται οι αποφάσεις που δεσμεύουν την ομάδα. Έτσι, μπορεί τόσο με ομοφωνία ή πλειοψηφία, όσο και με διαταγή ενός και υποταγή των υπολοίπων να ορίζεται ο σκοπός της οργάνωσης.

Τρίτον, πρέπει αυτή η οργάνωση να είναι επιχειρησιακά δομημένη. Με τον όρο αυτό διασαφηνίζεται ο πραγματοπαγής χαρακτήρας μιας εγκληματικής οργάνωσης, το γνώρισμα δηλαδή που την αντιδιαστέλλει από την απλή συμμορία, η οποία είναι φύσει προσωποπαγής, δηλαδή άρρηκτα δεμένη με τα πρόσωπα που την απαρτίζουν. Τα μέλη μιας εγκληματικής οργάνωσης είναι αναλώσιμα, αντικαταστατά μεγέθη, με την έννοια ότι μπορούν να αντικατασταθούν σε περίπτωση σύλληψης ή θανάτου, χωρίς να εξαρτάται το μέλλον της οργάνωσης από τα ίδια. Έτσι, το οργανωμένο έγκλημα παρουσιάζεται ωσάν επιχείρηση που αναθέτει συγκεκριμένες αρμοδιότητες στους υπαλλήλους της με διακριτούς και αλληλοσυμπληρώμενους ρόλους υπό το πρίσμα ενός κεντρικού συντονισμού.

Τέταρτον, αξιώνεται η συνδρομή διαρκούς εγκληματικής δράσης της ανωτέρω οργάνωσης. Πρέπει λοιπόν να έχει εξωτερικευθεί στον κόσμο η επικινδυνότητά της με την τέλεση κάποιων εγκληματικών πράξεων -ακόμη και πλημμελημάτων- με την αξιοποίηση των οποίων θα μπορέσει να εκτελέσει στη συνέχεια τα κακουργήματα που επιδιώκει (κατοχή όπλων, πλαστών ταυτοτήτων…). Πέμπτον, τα επιδιωκόμενα εγκλήματα σε κάθε περίπτωση πρέπει να είναι κακουργήματα. Δεν ορίζονται συγκεκριμένες κατηγορίες κακουργημάτων στον νόμο, πράγμα που σημαίνει ότι πάσης φύσεως κακουργήματα (από διακεκριμένη κλοπή μέχρι ανθρωποκτονία με δόλο) μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μιας εγκληματικής οργάνωσης.

Ζήτημα γεννάται ως προς την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Συγκεκριμένα, υπάρχει διαφωνία για το αν το έγκλημα είναι κανονικής ή υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης. Αρχικά, είναι σαφές από το κείμενο του νόμου -με συνδυασμό των άρθρων 18 και 26 ΠΚ- ότι ο δράστης πρέπει να καλύπτει με δόλο κάθε βαθμού την συμμετοχή του στη συγκρότηση της οργάνωσης ή την ένταξή του ως μέλους, η οποία επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων. Το θέμα προκύπτει στον υπερχειλή δόλο τέλεσης κακουργημάτων από τον φυσικό αυτουργό, καθώς ο νόμος δεν αναφέρεται ρητά στον σκοπό του δράστη, αλλά μόνο στον σκοπό της οργάνωσης. Κατά μία άποψη, το 187 παρ.1 ΠΚ είναι έγκλημα κανονικής υποκειμενικής υπόστασης. Άρα, ο δράστης αρκεί να καλύπτει με δόλο -κάθε βαθμού- τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης χωρίς να επιδιώκει ο ίδιος την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων.

Πηγή εικόνας: istock.com / Δικαιώματα χρήσης: RichVintage

Αυτή η θεώρηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ορθή, καθώς παραγνωρίζει το γεγονός ότι ο σκοπός της οργάνωσης προκύπτει από τη σύμπτωση βουλήσεων των προσώπων που την συγκροτούν και άρα η υπόστασή της προϋποθέτει κοινή επιδίωξη των στελεχών της για την τέλεση κακουργημάτων. Υποστηρίχθηκε και η άποψη ότι μόνο τα τρία ή περισσότερα πρόσωπα που συγκροτούν την οργάνωση πρέπει να επιδιώκουν την τέλεση κακουργημάτων ώστε να πραγματώνεται αντικειμενικά η επιδίωξη της οργάνωσης για την τέλεση αυτών, ενώ τα υπόλοιπα μέλη δεν χρειάζεται να έχουν τον ίδιο δόλο. Αν όμως ένα από τα αρχικά μέλη πεθάνει και παραμείνουν δύο, τότε η εγκληματική οργάνωση θα μετατραπεί σε απλή συμμορία ελλείψει ενιαίας βούλησης τέλεσης κακουργημάτων; Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο και η άποψη αυτή δεν είναι πειστική.

Σύμφωνα με την ορθή στη θεωρία γνώμη, το έγκλημα του 187 παρ.1 ΠΚ είναι υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης, απαιτώντας να αποδεικνύεται κάθε φορά ότι ο φυσικός αυτουργός επιδιώκει και αυτός την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων, όπως και η εγκληματική οργάνωση που συμμετέχει. Αυτή τη θέση υιοθετεί απολύτως σωστά το Ανώτατο Ακυρωτικό τονίζοντας τον υπερχειλή χαρακτήρα του εγκλήματος για το σύνολο των στελεχών της οργάνωσης. Ενώ, όμως, η νομολογία μας ορθά δέχεται τον υπερχειλή δόλο, άτοπα διαφοροποιείται ως προς τον δόλο του εκάστοτε επιδιωκόμενου εκ μέρους της οργάνωσης κακουργήματος.

Έτσι, κατά τον Άρειο Πάγο, αν η εγκληματική οργάνωση επιδιώκει την τέλεση βαριών σωματικών βλαβών, τότε ο δόλος του δράστη μπορεί να περιλαμβάνει μόνο βαρέως σκοπούμενες σωματικές βλάβες με άμεσο δόλο πρώτου βαθμού, ενώ, αν επιδιώκεται η τέλεση ανθρωποκτονιών, μπορεί να πραγματωθεί με οποιονδήποτε βαθμό δόλου, μιας και το 299 ΠΚ δεν ζητά συγκεκριμένο βαθμό δόλου. Η θέση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ορθή. Το μόνο που απαιτείται υποκειμενικά για την στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος είναι η επιδίωξη τέλεσης αορίστου αριθμού κακουργημάτων. Ο υπερχειλής δόλος, λοιπόν, καταλαμβάνει εν γένει τα περισσότερα κακουργήματα και όχι τα συγκεκριμένα κάθε φορά με την όποια ειδική μορφή δόλου που αξιώνουν.

Πηγή εικόνας: pexels.com / Δικαιώματα χρήσης: Mark D’aiuto

Έστω ότι οι Α, Β, Γ και Δ έχοντας γραφεία στην Αθήνα, το Λονδίνο και το Παρίσι με ικανοποιητικό προσωπικό σκοπεύουν και πραγματώνουν διακίνηση ναρκωτικών και εν μέρει ανθρωποκτονίες (ξεκαθάρισμα λογαριασμών). Όποιος και να ενταχθεί ως μέλος πρέπει απλώς να επιδιώκει την τέλεση κακουργημάτων, χωρίς να απαιτείται συγκεκριμένα να αποβλέπει στη διακίνηση και τις ανθρωποκτονίες. Αυτού του είδους η οργάνωση προσβάλλει τη δημόσια τάξη και τιμωρείται με το 187 παρ.1 ΠΚ. Η εγκληματική οργάνωση αποτελεί ένα από τα μείζονος απαξίας ποινικά αδικήματα σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη. Για τον λόγο αυτό η ποινική της αντιμετώπιση είναι ιδιαίτερα δυσμενής σε ενωσιακό επίπεδο, πράγμα που διαφαίνεται και στην ελληνική έννομη τάξη με την σωρευτικά προβλεπόμενη ποινή της κάθειρξης 5-10 ετών και της χρηματικής ποινής. Η ουσιαστική προστασία της δημόσιας τάξης επιτυγχάνεται μέσα από την ορθή ερμηνευτική προσέγγιση του συγκεκριμένου εγκληματικού τύπου.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ποινική δικαιοσύνη, 5/2024, σελ. 461-463.
  • Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ποινική δικαιοσύνη, 4/2023, σελ.415-416.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Γιώργος Ποτουρίδης
Γιώργος Ποτουρίδης
Γεννήθηκε στους Πύργους Πτολεμαΐδας. Είναι φοιτητής της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ. Του αρέσει η εξειδίκευση στον τομέα του Ουσιαστικού Ποινικού Δίκαιου και της ποινικής δικονομίας. Στον ελεύθερό του χρόνο ασχολείται με την ανάγνωση επιστημονικών βιβλίων, την πολιτική και τον αθλητισμό. Παρακολουθεί επιστημονικά σεμινάρια και μελετά αντίστοιχα περιοδικά σε μηνιαία βάση. Επίσης, είναι ψάλτης στην εκκλησία.