26.1 C
Athens
Κυριακή, 16 Ιουνίου, 2024
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΤα δικονομικά προνόμια του Δημοσίου στη διοικητική δίκη

Τα δικονομικά προνόμια του Δημοσίου στη διοικητική δίκη


Της Κωνσταντίνας Μερλέμη,

Η αρχή της δικονομικής ισότητας, η οποία κατοχυρώνεται συνταγματικά στα άρθρα 4 και 20 του Σ., επιβάλλει στο Δημόσιο να απεκδυθεί τη φύσει κυριαρχική θέση του όταν καθίσταται διάδικος σε διοικητική δίκη όπου αντίδικος είναι ιδιώτης. Ωστόσο, ο Έλληνας νομοθέτης έχει προβεί σε ορισμένες δικαιοπολιτικές επιλογές οι οποίες επιτρέπουν στο Δημόσιο να παρεκκλίνει από αυτόν τον κανόνα, καθιερώνοντας γι’ αυτό ουσιαστικά και δικονομικά προνόμια. Σε διάσπαρτες διατάξεις παρέχεται στο Δημόσιο –και τις περισσότερες φορές στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου- ευνοϊκή μεταχείριση. Αυτή δικαιολογείται στη βάση της εξυπηρέτησης σκοπών δημοσίου συμφέροντος.

Ένα από αυτά είναι η ατέλεια του Δημοσίου. Έκφανση της είναι η απαλλαγή του από την υποχρέωση καταβολής παραβόλων, τελών, ενσήμων ή εισφορών. Ακόμα και ο τρόπος καταλογισμού της δικαστικής δαπάνης είναι προνομιακός (α. 36 ΠΔ 18/89 και α. 28 Ν. 2579/98). Η ελληνική νομολογία θεωρεί πως κάτι τέτοιο δεν παραβιάζει την συνταγματική αρχή της ισότητας των διαδίκων, διότι η διοικητική δίκη κινείται με πρωτοβουλία διαδίκου ιδιώτη. Αυτός δεν θα πρέπει να καταφεύγει καταχρηστικά στην δικαιοσύνη, κάτι που εξυπηρετείται από την επιβολή σε αυτόν υποχρεώσεων περί καταβολής παραβόλων κτλ. Κάτι τέτοιο δεν είναι αναγκαίο για το Δημόσιο. Επίσης, ο ιδιώτης στρέφεται κατά πράξης εξοπλισμένης με τεκμήριο νομιμότητας, το οποίο και αμφισβητεί με την καταφυγή στην δικαστική οδό. Αυτό δείχνει ότι οι διάδικοι δεν βρίσκονται στην ίδια δικονομική θέση, οπότε διαφοροποιήσεις ως προς την μεταχείρισή τους είναι επιτρεπτές.

Ένα άλλο προνόμιο προβλέπεται στο αρ. 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014. Εκεί ορίζεται πως οι αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου από μισθολογικές απολαβές ή αποζημιώσεις υπόκεινται σε διετή παραγραφή με χρονικό σημείο έναρξης αυτής τη γέννηση της αξίωσης, δηλαδή μετά την πάροδο δύο ετών από τότε που προέκυψε η αξίωση και αν ο ενδιαφερόμενος δεν την έχει ασκήσει, η αξίωση του θα καταστεί δικαστικώς μη επιδιώξιμη. Το δυσμενές της ρύθμισης αυτής για τους ιδιώτες φαίνεται αν σκεφτεί κανείς ότι η παραγραφή για τις υπόλοιπες αξιώσεις των δημοσίων υπαλλήλων είναι 5ετής όπως προβλέπεται στον Αστικό Κώδικα.

Πηγή εικόνας: pixabay.com / Δικαιώματα χρήσης: marcinturosz

Παλαιότερα και μέχρι την συνταγματική αναθεώρηση του 2001 δεν επιτρεπόταν η αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου. Από το 2001 και μετά όμως προβλέπεται ρητά στο 94 παρ. 4 Σ. Ωστόσο, τίθενται κάποιοι περιορισμοί από τον ν. 3068/2002: η κατάσχεση θα γίνεται αποκλειστικά στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, δηλαδή σε εκείνη που μόνο έμμεσα διατίθεται για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Άλλος περιορισμός αφορά το ποιες αποφάσεις εκτελούνται. Αυτές είναι ημεδαπές και αλλοδαπές δικαστικές και διαιτητικές αποφάσεις. Ωστόσο, η νομολογία διαφωνεί με αυτή την θέση και τείνει στο ότι η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε εκτελεστό τίτλο.

Ένα ακόμα προνόμιο αφορά την μη κοινοποίηση του εισαγωγικού δικογράφου και της πράξεως ορισμού εισηγητή και δικασίμου σε εκείνον που άσκησε το ένδικο βοήθημα/μέσο στην ακυρωτική δίκη. Στο άρθρο 21 παρ. 2 του Π.Δ. 18/89 ορίζει συγκεκριμένα τα όργανα στα οποία γίνεται η επίδοση (Yπουργός, ΝΠΔΔ κα). Δεν υπάρχει αντίστοιχη –ρητή ή μη- πρόβλεψη για επίδοση στον ιδιώτη, όπως υπάρχει στις διαφορές ουσίας (α. 128 ΚΔΔ). Τίθεται ζήτημα επομένως να βρίσκεται το Δημόσιο σε πλεονεκτική θέση σε βάρος του ιδιώτη διαδίκου. Πάντως, δεν είναι σπάνιο να επιδίδονται αυτά τα έγγραφα και στον ιδιώτη, παρόλο που κάτι τέτοιο δεν απαιτεί ο νόμος.

Γενικότερα, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείται η ύπαρξη τέτοιων προνομίων στο δημόσιο. Υποστηρίζεται από πολλούς ότι η ύπαρξη τους είναι αντισυνταγματική και ότι, πιο συγκεκριμένα, αντίκειται στην αρχή της δικονομικής ισότητας των όπλων αλλά και σε άλλα υπερνομοθετικής ισχύος κείμενα. Σαφώς κάποιες αποκλίσεις-διαφοροποιήσεις ίσως κρίνονται αναγκαίες προς εξυπηρέτηση του σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Πολλές φορές, όμως, υπάρχει η τάση στην νομολογία να ερμηνεύεται το δημόσιο συμφέρον ως το ταμειακό συμφέρον του Κράτους. Είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τις αρχές της ισότητας και του κράτους δικαίου και θίγει την δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των πολιτών στην διοίκηση.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Σπηλιωτόπουλος Ε., Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος ΙΙ, 15η εκδ., Νομική Βιβλιοθήκη, 2015.
  • Μαθιουδάκης Ι., Η ισότητα των διαδίκων στη διοικητική δίκη (μεταξύ κανόνων και πραγματικότητας), ΑΝΙΟΝ, 2021.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Κωνσταντίνα Μερλέμη
Κωνσταντίνα Μερλέμη
Γεννήθηκε στην Θήβα, όπου και μεγάλωσε. Σπουδάζει στην Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στο Τμήμα της Νομικής. Γνωρίζει Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ισπανικά και Ρώσικα. Στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με τον αθλητισμό, την εκμάθηση κινεζικών και την ανάγνωση βιβλίων.