26.1 C
Athens
Κυριακή, 16 Ιουνίου, 2024
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΈνας αποδυναμωμένος Πρόεδρος της Δημοκρατίας

Ένας αποδυναμωμένος Πρόεδρος της Δημοκρατίας


Της Αλίκης Κωστή,

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι, σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο αρχηγός του κράτους, ο ρυθμιστής του πολιτεύματος, ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, το πρόσωπο που εκπροσωπεί τη χώρα σε διεθνές επίπεδο. Είναι όμως πράγματι έτσι;

Όλες αυτές οι πανηγυρικές διακηρύξεις σχετικά με τον ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ στο εξής) νοηματοδοτούνται και, εν τελεί, οριοθετούνται ως προς το εύρος τους από τον κεντρικής σημασίας κανόνα του άρ. 35 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την υποχρεωτική προηγούμενη προσυπογραφή του αρμόδιου Υπουργού (ή του Πρωθυπουργού ή του Υπουργικού Συμβουλίου ή Υφυπουργού στον οποίο έχει ανατεθεί η συγκεκριμένη αρμοδιότητα) για κάθε πράξη του ΠτΔ. Προσυπογραφή σημαίνει πολιτική επιλογή και περαιτέρω ευθύνη του Υπουργού για τη συγκεκριμένη πράξη, όπως ρητά το ίδιο το άρθρο αναφέρει. Η αρμοδιότητα, επομένως, του ΠτΔ είναι μόνο ονομαστική, τυπική και περιορίζεται σε έλεγχο για «χονδροειδείς παραβάσεις του Συντάγματος που θέτουν σε κίνδυνο την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος».

Με το άρ. 35 παρ. 2, φυσικά, θεσπίζονται εξαιρέσεις από τον κανόνα της προσυπογραφής του αρμόδιου Υπουργού. Κι αυτές, όμως, δεν φαίνεται να προσδίδουν μεγαλύτερο εύρος αποφασιστικής αρμοδιότητας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, από τη στιγμή που κατά την άσκηση αυτών των εξουσιών ο ΠτΔ ενεργεί επί τη βάση λεπτομερειακών ρυθμίσεων του Συντάγματος, χωρίς να του καταλείπεται περιθώριο διακριτικής ευχέρειας (για παράδειγμα ο διορισμός Πρωθυπουργού, ο οποίος γίνεται με βάση το άρ. 37 παρ. 2 του Συντάγματος). Μάλιστα, την εικόνα αυτή, ενός θεσμικά υποδεέστερου σε σχέση με τα άλλα άμεσα όργανα του κράτους ΠτΔ, έρχεται να συμπληρώσει και το λεγόμενο «αρνητικό τεκμήριο αρμοδιότητας» του άρ. 50 του Συντάγματος, κατά το οποίο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει μόνο τις αρμοδιότητες που ρητά το Σύνταγμα του αναθέτει. Αυτό, ερμηνευτικά, σημαίνει ότι οι αρμοδιότητες που απονέμονται στον ΠτΔ είναι αποκλειστικές και η ερμηνεία των επιμέρους διατάξεων που προβλέπουν τις συγκεκριμένες αρμοδιότητες θα πρέπει να είναι συσταλτική.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει η ρύθμιση του άρ. 35 παρ. 2 περ. γ’, σε συνδυασμό με το άρ. 41 παρ. 1 του Συντάγματος. Σύμφωνα με αυτές, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να διαλύσει τη Βουλή και χωρίς την προσυπογραφή Υπουργού, σε περίπτωση που έχουν παραιτηθεί ή καταψηφιστεί από τη Βουλή δύο Κυβερνήσεις (άρ. 84), εφόσον η σύνθεσή της (Βουλής) δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα. Επομένως, η Βουλή μπορεί να διαλυθεί με προεδρικό διάταγμα, ακόμα κι όταν έχει σχηματισθεί Κυβέρνηση που απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της πρώτης. Αυτή η ρύθμιση φαίνεται να εισάγει μια ευρύτερη διακριτική ευχέρεια του ΠτΔ. Μία ευχέρεια που θυμίζει την πρώιμη μορφή κοινοβουλευτικού συστήματος, τον «Ορλεανισμό», κατά τον οποίο η Κυβέρνηση πρέπει να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, αλλά και του αρχηγού του κράτους.

Πηγή εικόνας: unsplash.com / Δικαιώματα χρήσης: Hendrikje Glauner

Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που γίνεται δεκτό από μέρος της θεωρίας του συνταγματικού δικαίου είναι ότι η ύπαρξη κυβερνητικής σταθερότητας δεν αφορά την ύπαρξη των πολιτικών συνθηκών που θα επιτρέψουν την αποτελεσματική άσκηση της διακυβέρνησης. Αλλά κυβερνητική σταθερότητα είναι η ύπαρξη μιας Κυβέρνησης που απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας της Βουλής. Μία Κυβέρνηση, δηλαδή, που δεν τυγχάνει απλώς της ανοχής της (αφού για την ψήφο εμπιστοσύνης απαιτείται, και αρκεί, η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, μόνο, βουλευτών, που πρέπει πάντως να είναι τουλάχιστον 120, σύμφωνα με το άρ. 84 παρ. 6). Από άλλους δε θεωρητικούς η έννοια της κυβερνητικής σταθερότητας προσλαμβάνει ένα ουσιαστικό περιεχόμενο που δεν ταυτίζεται με την ύπαρξη κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, οι λοιπές αυστηρές προϋποθέσεις της διάταξης (τουλάχιστον δύο παραιτήσεις ή καταψηφίσεις) την καθιστούν πρακτικά δυσχερώς εφαρμόσιμη.

Άλλη μία ρύθμιση που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να αναβαθμίζει το ρόλο του ΠτΔ –αλλά τελικά δεν το κάνει– είναι αυτή του άρ. 42 παρ. 1 εδάφιο β’. Σύμφωνα με αυτήν, εντός της προθεσμίας ενός μήνα που ο ΠτΔ οφείλει να δημοσιεύσει τον νόμο, μπορεί, αντ’ αυτού, να τον αναπέμψει στη Βουλή, χωρίς να απαιτείται προσυπογραφή Υπουργού. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, η αναπομπή αυτή γίνεται μόνο αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαπιστώσει εσωτερική τυπική αντισυνταγματικότητα του σχεδίου ή πρότασης νόμου, δηλαδή πλημμέλεια που αφορά τη «συνταγματικά προβλεπόμενη διαδικασία παραγωγής των τυπικών νόμων», ενώ δεν επιτρέπεται αναπομπή σε περίπτωση ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας (δηλαδή αντίθεσης του κανονιστικού περιεχομένου του νόμου με τις ουσιαστικές διατάξεις του Συντάγματος) ή σε περίπτωση που ο ΠτΔ διαφωνεί με τη σκοπιμότητα του νόμου. Πάντως, ακόμη και αν ο ΠτΔ προβεί στην ανωτέρω αναπομπή, το σχέδιο ή η πρόταση νόμου εισάγεται στην ολομέλεια της Βουλής και σε περίπτωση υπερψήφισής του από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, ο ΠτΔ υποχρεούται να τον εκδώσει και να τον δημοσιεύσει.

Πηγή εικόνας: unsplash.com / Δικαιώματα χρήσης: Marquise de Photographie

Τα πράγματα, όμως, δεν ήταν πάντα έτσι. Το Σύνταγμα του 1975 απένεμε σημαντικές εξουσίες στον αρχηγό του κράτους. Παραδείγματα αποτελούν το άρ. 37 παρ. 4 που, πριν την αναθεώρησή του, επέτρεπε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να διορίσει Πρωθυπουργό οποιοδήποτε πρόσωπο έκρινε ότι θα έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, όταν είχε αποτύχει η πρώτη διερευνητική εντολή, καθώς και το άρ. 38 παρ. 2 που του έδινε τη δυνατότητα να παύει την Κυβέρνηση. Την εικόνα συμπλήρωνε το παλαιό άρ. 41 παρ. 1, κατά το οποίο ο ΠτΔ μπορούσε να διαλύσει τη Βουλή, χωρίς υπουργική προσυπογραφή, σε περίπτωση «προφανούς δυσαρμονίας προς το λαϊκό αίσθημα». Οι εξουσίες αυτές ήταν κατάλοιπο της εποχής της Βασιλευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και ανατράπηκαν με την αναθεώρηση του 1986.

Ακόμη και υπό το ισχύον καθεστώς, ωστόσο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι άμεσο όργανο του κράτους με ιστορικές καταβολές και συμβολική σημασία. Μπορεί οι αρμοδιότητές του να ασκούνται επί τη βάση δέσμιας αρμοδιότητας, ωστόσο ο θεσμικός του ρόλος δεν πρέπει να παραβλέπεται και να καταργείται από κυβερνητικές πρακτικές που, παραδείγματος χάριν, εξαγγέλλουν ενέργειες/ρυθμίσεις, για τις οποίες απαιτείται η υπογραφή του ΠτΔ, σαν να ήταν ήδη τετελεσμένες.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Ευάγγελος Β. Βενιζέλος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Ε.Ε., Αθήνα, 2015
  • Constitutionalism, Ακρίτας Καϊδατζής, Εκλογές προκηρύσσει η ΠτΔ, όχι ο πρωθυπουργός, 31-03-2023. Διαθέσιμο εδώ

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Αλίκη Κωστή
Αλίκη Κωστή
Είμαι τεταρτοετής φοιτήτρια της Νομικής σχολής του Α.Π.Θ. με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο Δημόσιο και Αστικό Δίκαιο. Γνωρίζω αγγλικά και γαλλικά. Στον ελεύθερό μου χρόνο ασχολούμαι με την ψυχολογία και την ανάγνωση λογοτεχνίας.