26.1 C
Athens
Κυριακή, 16 Ιουνίου, 2024
ΑρχικήΚοινωνίαΧρονογράφημα«Κεφτεδάκια με πατάτες»

«Κεφτεδάκια με πατάτες»


Της Μαρίας Σαράφη,

Είσαι καθισμένος σε μία από τις καρέκλες της μεγάλης τραπεζαρίας και με το πιρούνι σου σπρώχνεις τα κεφτεδάκια σαν μπάλες ποδοσφαίρου προς τις τηγανιτές πατάτες που τις έχεις «λούσει» με τζατζίκι. Έχετε μαζευτεί όλοι οι συγγενείς για το καθιερωμένο οικογενειακό τραπέζι. Εκείνο το τρίωρο τραπέζι της «κολάσεως» που καταλήγει σε ένα είδος ανάκρισης και ταυτόχρονα σε παιχνίδι ελέγχου των ορίων της υπομονής. Εντάξει έχει και τα καλά του, συναντιούνται όλα τα μέλη της οικογένειας και λένε τα νέα τους, διατηρώντας έτσι στενούς τους δεσμούς.

Ήδη οι συζητήσεις έχουν «πάρει φωτιά», έξι διαφορετικά θέματα επικρατούν αυτή τη στιγμή και οι ομιλητές καταφέρνουν να τα αναλύουν, πετώντας τις απόψεις τους σαν κανονιές, και αυτές «μπερδεύονται» μεταξύ τους, δημιουργώντας νέες προτάσεις και περίεργους ήχους, που καταλήγουν στα αυτιά σου σαν ένα ενοχλητικό βουητό. Εκεί που σπρώχνεις ένα ελαφρώς καμένο κεφτεδάκι μια τσιριχτή φωνούλα από το πιάτο σου έρχεται και μπλέκεται στον ήχο, επισκιάζοντάς τον για λίγο.

-Μου έχει έρθει αναγούλα από το πέρα δώθε, άσε με πια σε ένα σημείο! «Παραπονιέται» το κεφτεδάκι, καθώς κατρακυλά στο πιάτο σου.

Αμέσως ακουμπάς το πιρούνι στο τραπέζι και αρχίζεις να τρίβεις με πίεση τα μάτια σου ευχόμενος, όταν τα ανοίξεις, το κεφτεδάκι σου να είναι «μουγκό», όπως όταν σου το σέρβιραν. Σιγά σιγά απομακρύνεις τα δάχτυλά σου από το πρόσωπο και αφήνεις το φως να τρυπώσει ανάμεσα από τις βλεφαρίδες σου. Όσο περισσότερο απομακρύνεις τα βλέφαρά σου μεταξύ τους τόσο πιο ευδιάκριτη γίνεται η μισή φυσιολογική και μισή καψαλισμένη όψη του κεφτεδακίου. Μέχρι που τα ανοίγεις τελείως.

-Εε εσύ! Άκουσες τι σου είπα! Μη με σπρώξεις ξανά προς τις πατάτες! Είπε ξανά το κεφτεδάκι.

-Ναι δεν έχω καμία όρεξη να συνεχίσω να τον σπρώχνω προς τα πίσω για να μη με πλακώσει. «Πετάγεται» και η πατάτα.

Πηγή εικόνας: istockphoto.com / Δικαιώματα χρήσης: Daria Kolpakova

Τότε ξεκινάς να αναρωτιέσαι τι έχει βάλει μέσα στο φαγητό η γιαγιά, όταν το έφτιαχνε. Τεντώνεις το κεφάλι σου πάνω από το πιάτο και ανοίγεις διάπλατα τα ρουθούνια. Τίποτα το διαφορετικό, η ίδια αλμυρή και ταυτόχρονα πικάντικη μυρωδιά των μπαχαρικών, έπειτα λίγο λεμόνι και κλασικά ελάχιστη μυρωδιά καμένου. Μετά νιώθεις τη μυρωδιά από τη σαλάτα, γλυκιά ντομάτα, το ξύδι από το αγγούρι, το λάδι και το τυρί. Το βλέμμα σου στρέφεται σε ένα κομμάτι ντομάτας «αγκαλιασμένο» με λίγη φέτα που είναι καρφωμένα στο πιρούνι του παππού και «κλαίγοντας» «αποχαιρετούν» ένα άλλο στον πάτο της γαβάθας. Πριν προλάβει το πιρούνι να φτάσει στο στόμα του παππού το χέρι της γιαγιάς σχεδόν μηχανικά επιτίθεται στον καρπό του, με αποτέλεσμα το κομμάτι της ντομάτας μαζί με τη φέτα να πέσουν και πάλι πίσω στη σαλάτα. Κάπως έτσι ξεκινούν κάθε φορά να μαλώνουν. Ο παππούς έχει ζάχαρο και πρέπει να προσέχει τη διατροφή του, πράγμα που δε θα έκανε ποτέ αν δεν ήταν η γιαγιά να τον ελέγχει. Με ένα παράπονο στο πρόσωπό του τσιμπάει με το πιρούνι του τις ανάλατες και αλάδωτες ντοματούλες που βρίσκονται δίπλα του σε ένα μικρό πιατάκι, πλάι στο βαθύ πιάτο με τη σούπα λαχανικών.

Καθώς το κομμάτι ντομάτας από την αποτυχημένη απόπειρα απόλαυσης του παππού επιστρέφει πίσω στη γαβάθα, ένα άλλο πιρούνι ξεπροβάλλει από τα αριστερά. Καρφωμένο στην άκρη του ένα κομμάτι ψωμί προσπαθεί να πάρει μία βαθιά εισπνοή, για να κρατήσει την ανάσα του, πριν βουτηχτεί στο λάδι. Είναι η θεία σου, που με μία απαλή ανοδική κίνηση, επαναφέρει το ψωμάκι στον αέρα και εκείνο «ξεφυσά» ηχηρά και ξεκινά να «ανασαίνει» γρήγορα μέχρι να καταλήξει στο στόμα της. Δίπλα της κάθεται ο θείος σου και δίπλα του ο πατέρας σου, και η μητέρα σου, και συζητάνε. Στο πιάτο της μικρής σου αδερφής, τρία ανέγγιχτα και αρτιμελή κεφτεδάκια πασχίζουν να «λύσουν το κυπριακό», γνωρίζοντας πως έχουν όλο το χρόνο μπροστά τους, αφού εκείνη δεν επρόκειτο να τα πειράξει πόσο μάλλον να τα φάει. Προς έκπληξή σου τσιμπάει με το πιρούνι της ένα από τα κεφτεδάκια, το μεταφέρει κρυφά κάτω από το τραπέζι και το αφήνει στο πιάτο του ξαδέρφου σου, όπου καταλήγει ζορισμένο ανάμεσα από τα δόντια του. Πάντα καθόσασταν δίπλα δίπλα με αυτόν, αλλά έπειτα από την εκτόξευση ενός λουκάνικου, με το κουτάλι, στο πιάτο του παππού για ενισχύσεις, κατάλαβαν πως πρέπει να κάθεστε ξεχωριστά.

Τα κεφτεδάκια στο πιάτο της μεγάλης σου ξαδέρφης, «φλερτάρουν» με εκείνα στο πιάτο των μεγαλύτερων, όπως και εκείνη αγνοεί την παρέα σας και ανακατεύεται στις συζητήσεις τους. Όμως, πάντα χρεώνεται τις αταξίες σας και πάντα συμβάλλει στην απελευθέρωσή σας από τις τιμωρίες. Το μόνο πιάτο στο οποίο επικρατεί ησυχία και δεν ακούγεται καμία «τσιριχτή φωνούλα», είναι εκείνο της γιαγιάς. Εκείνη τρώει με το που γίνεται το φαγητό και τσιμπολογά, καθώς το σερβίρει, ενώ πιο πολύ χορταίνει βλέποντας σας να ευχαριστιέστε ό,τι έχει φτιάξει, και φυσικά παρακολουθώντας την κάθε «ασφαλή» μπουκιά του παππού. Ισιώνεις και πάλι το κορμί σου, σέρνεις τη καρέκλα προς τα πίσω με τα πόδια και για κακή σου τύχη σηκώνεσαι.

Πηγή εικόνας: istockphoto.com / Δικαιώματα χρήσης: Radist

-Μα πού πας; Ακούγονται οι φωνές όλων σαν μία, πιάνοντας τον ίδιο τόνο της εσωτερικής κραυγής που θα έβγαινε από το στόμα σου, αν δεν προσπαθούσες να την πνίξεις.

Αυτό αποτελεί για πολλούς ένα συνηθισμένο οικογενειακό τραπέζι στην περίοδο των εορτών. Μια αφορμή να ενωθούν και πάλι τα μέλη της οικογένειας, να συζητήσουν, να θυμηθούν και κυρίως να μην ξεχάσουν. Ένα τραπέζι με θέσεις λίγες ή και πολλές, με θέσεις γεμάτες που σταδιακά αδειάζουν ή αντικαθίστανται. Ένα τραπέζι γεμάτο ιστορίες, φωνές, και διαφορετικές προσωπικότητες. Ένα τραπέζι, μία υπόσχεση.


 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Μαρία Σαράφη
Μαρία Σαράφη
Γεννημένη το 2003 και φοιτήτρια του τμήματος Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Ασχολείται με τον αθλητισμό, τη δημιουργική γραφή και την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Μελλοντικά θα ήθελε να συνδυάσει, σε ερευνητικό επίπεδο, την αγάπη της για τα ζώα, αλλά και το ενδιαφέρον της για τον τομέα της νευροβιολογίας.