34.8 C
Athens
Παρασκευή, 21 Ιουνίου, 2024
ΑρχικήΣυνεντεύξειςΠαναγιώτης Γιαννούλης: «Ο Στράτος Διονυσίου τραγουδούσε με μια ανεπιτήδευτη αυθεντικότητα»

Παναγιώτης Γιαννούλης: «Ο Στράτος Διονυσίου τραγουδούσε με μια ανεπιτήδευτη αυθεντικότητα»


Συνέντευξη στον Νικόλαο Ερμή,

Το ημερολόγιο έγραφε 11 Μάϊου 1990, όταν έφευγε από τη ζωή εντελώς αδόκητα ο Στράτος Διονυσίου. Πριν καν συμπληρώσει τα 55 έτη, ο σπουδαίος λαϊκός ερμηνευτής είχε καταφέρει να γίνει ένας από τους μεγαλύτερους τραγουδιστές της χώρας και να δημιουργήσει τον δικό του μύθο που χρόνο με τον χρόνο γιγαντωνόταν.

Με αφορμή την 34η επέτειο από τον θάνατό του, ο ντράμερ του και μέλος της τελευταίας του ορχήστρας, Παναγιώτης Γιαννούλης μίλησε στο OffLine Post, αναφέροντας αρκετές λεπτομέρειες από τη συνεργασία του με τον Στράτο Διονυσίου, τις τελευταίες στιγμές του ερμηνευτή πάνω στο πάλκο και κάνοντας λόγο στην κληρονομιά που άφησε στον λαϊκό μας πολιτισμό ο Διονυσίου.

  • Πότε γνωρίσατε για πρώτη φορά τον Στράτο Διονυσίου και πώς προέκυψε η συνεργασία σας;

Με τον Στράτο ήρθαμε κοντά ως εξής: έπαιζα στο κέντρο Ζορμπάς στην Οδό Αμερικής (Κολωνάκι) με τον Γιώργο Μπουλουγουρά, την εποχή που είχε βγάλει τη μεγάλη επιτυχία «Χαμένη Πολιτεία». Σχηματίσαμε μια ορχήστρα και ήρθε να με δει ένας ντράμερ που έπαιζε μαζί του επί χρόνια, ο Γιώργος Μεταλληνός. Του άρεσα πάρα πολύ και ήθελε να πάω δίπλα του, σαν «κρουστός». Οπότε, με τον Στράτο η συνεργασία μου ξεκίνησε μέσω του Γιώργου Μεταλληνού, δεν γνωριστήκαμε δηλαδή άμεσα, απλά κατέληξα στην ορχήστρα του ως επιλογή του Γιώργου και όταν κάποια στιγμή εκείνος αποχώρησε, πήρα τη θέση του στα τύμπανα μέχρι το μοιραίο… Το πρώτο κέντρο που παίξαμε με τον Στράτο, ωστόσο, ήτανε τα «Παλαιά Δειλινά» στην παραλιακή. Ξεκινήσαμε τον Σεπτέμβριο του 1986 και φτάσαμε ως το Πάσχα του 1987, παίξαμε δηλαδή την τελευταία χρονιά πριν δημιουργήσει το «Στράτος». Το σχήμα αυτό ήταν: Στράτος Διονυσίου, Βίκυ Μοσχολιού, Πίτσα Παπαδοπούλου, Μανώλης Λιδάκης, με καλλιτεχνικό διευθυντή της ορχήστρας τον Σπύρο Παπαβασιλείου.

  • Ήσασταν, όπως προείπατε, στην ορχήστρα του ως κρουστός και ντράμερ επί μία τετραετία. Στις πρόβες ο Διονυσίου πώς ήταν; Απαιτητικός ή εύκολος;

Ο Στράτος, επειδή είχε πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στους μαέστρους, τον Παπαβασιλείου και τον Χάρη Λυμπερόπουλο, ερχότανε τόσο-όσο, δηλαδή δεν πλάτειαζε. Ήταν η ορχήστρα έτοιμη, ερχόταν, έλεγε αυτά που ήθελε να πει και αποχωρούσε. Ήταν μελετημένος πάντα, δεν ερχόταν για να μάθει πράγματα εκείνη τη στιγμή. Δεν ήταν απαιτητικός χωρίς να υπάρχει λόγος.

Ήταν, επίσης, πολύ γρήγορος. Συγκεκριμένα, είχαμε κάνει ένα τηλεοπτικό κάπου, μάλλον σε εκπομπή που έκανε ο Σταμάτης Φασουλής, που μου είχε κάνει πολύ εντύπωση. Πριν από εμάς έγραφε στην τηλεόραση ο Γιώργος Νταλάρας, ο οποίος ήταν πάρα πολύ λεπτομερής και του έπαιρνε πολύ χρόνο για να κάνει αυτά τα πράγματα, οπότε κάπου υπήρχε κόπωση. Αμέσως μετά, όταν πήγαμε εμείς με την ομάδα του Διονυσίου ούτε 20 λεπτά δεν μας πήρε για τις ρυθμίσεις κ.τ.λ. και έγινε το τηλεοπτικό. Ήταν πάρα πολύ γρήγορος ο Στράτος.

Στο παλκοσένικο του «Στράτος» από αριστερά προς τα δεξιά, Κώστας Αντωνιάδης, Μαρία Αναστασίου, Μαρία Μπονίτα, Λιζέτα Νικολάου, Στράτος Διονυσίου και Κική Λουκά. Από πίσω τους διακρίνονται οι μουσικοί Νίσος Πανταζής (μπάσο) και Παναγιώτης Γιαννούλης (κρουστά). Πηγή Εικόνας: Διαφημιστικό φυλλάδιο νυχτερινού κέντρου «Στράτος» 1989-1990. / Προσωπικό αρχείο Κικής Λουκά.
  • Απ’ ότι μου αναφέρατε πιο πάνω, ξεκινήσατε να δουλεύετε σε κέντρο της παραλιακής. Όταν δημιούργησε το δικό του κέντρο («Στράτος», οδός Φιλελλήνων) άλλαξε η στάση του απέναντι στους μουσικούς του, αφού πλέον είχε να διαχειρίζεται ένα ολόκληρο νυχτερινό κέντρο;

Καταρχάς να πούμε ότι ο Στράτος έλεγε για το κέντρο του ότι ήταν «Μόνο για φίλους», εννοώντας για λίγους και εκλεκτούς. Ήθελε να αποτραβηχτεί από τα μεγάλα κέντρα για να δημιουργήσει το λεγόμενο «παλκοσένικο». Δηλαδή, ήθελε να ξαναφέρει στην επικαιρότητα αυτό που έκανε πιο παλιά, όταν ήταν με το παλιό πάλκο, αυτό που περιέγραφε πολλές φορές ότι ήταν αυτοσχεδιαστικό από καφάσια, που από πάνω υπήρχαν λάμπες λουξ. Έβαλε και τα «ψαλτήρια», όπως ήταν εκείνη την εποχή, δηλαδή μπροστά του ήταν μια ξύλινη κατασκευή που έγραφε «Στράτος», όπως γινόταν τη δεκαετία του ’60 σε κέντρα της Κοκκινιάς, που έλεγε η επιγραφή «Στράτος Διονυσίου – Βαγγέλης Περπινιάδης – Ρία Νόρμα». Τα «ψαλτήρια», λοιπόν, ήταν ουσιαστικά ξύλινα αναλόγια που περιείχαν όλα τα τετράδια της παλιάς εποχής, σχεδόν χιλίων σελίδων και μέσα στις σελίδες αυτές διέκρινες πάρα πολλά τραγούδια. Αυτά τα ζητάγανε οι πελάτες και τα τραγουδούσε στο δεύτερο πρόγραμμα, πάνω στο πάλκο. Το πρώτο ήτανε το ακουστικό, όπου βρισκόταν όρθιος και στο δεύτερο πρόγραμμα, στο παλκοσένικο ήταν πάντα καθιστός ως το τέλος που σηκωνόταν να ερμηνεύσει τα τελευταία τραγούδια του προγράμματος και να καλημερίσει τους θαμώνες.

Όσον αφορά τη στάση του απέναντι στους μουσικούς του, όταν έγινε καταστηματάρχης, δεν άλλαξε ποτέ! Απεναντίας, υπήρχε μεγάλη σύσφιξη μεταξύ μας. Ένα χαρακτηριστικό που είχε ήταν ότι τελειώνοντας το πρόγραμμα, μάς σερβίρανε φαγητό, το οποίο ήταν μαγειρεμένο την ίδια ημέρα, από τον μάγειρα του μαγαζιού, και καθόμασταν τελειώνοντας το πρόγραμμα όλοι μαζί και τρώγαμε. Στο «Στράτος» αυτό ήταν ιεροτελεστία, το φαγητό ήταν εκπληκτικό και οι μουσικοί με τους τραγουδιστές τρώγαμε όλοι μαζί. Ο Στράτος δεν έτρωγε ποτέ βαριά. Του έφερναν μια σούπα στο καμαρίνι και πριν φάει έβγαινε να δει αν όλοι τρώνε και να χαιρετήσει.

Στιγμιότυπο από τηλεοπτική συνέντευξη που παραχώρησε ο μουσικός Παναγιώτης Γιαννούλης στο MEGA Channel το φθινόπωρο του 2023 / Πηγή Εικόνας: Mega.gr
  • Ποιες ήταν οι τελευταίες στιγμές που θυμάστε με τον Στράτο;

Έγραφα με ένα μικρό κασετόφωνο το πρόγραμμα. Βέβαια, το έγραφα από το πλάνο, δηλαδή κάτω από τα ντραμς, από εμένα. Αυτό σημαίνει ότι έγραφα τη φωνή πίσω από τον Διονυσίου, ό,τι μπορούσε να πιάσει. Έγραφα συχνά τον τελευταίο χρόνο. Ένα βράδυ έκανα μια ηχογράφηση, η οποία ήταν και η τελευταία του, γιατί, τελειώνοντας η ηχογράφηση αυτή, δεν ξανατραγούδησε, έφυγε… Κλείσαμε. Ήταν το τραγούδι Καρδιά μου αλήτισσα, σε μουσική του Αντώνη Ρεπάνη. Δεν ήταν το τραγούδι που έκλεινε το βράδυ, έκλεινε πάντα με το Φεύγοντας. Είπε: «Καρδιά μου αλήτισσα, πονάς, πονάς, πονάς», σηκώθηκε, έκανε νεύμα ιπποτικά να φύγουν όλοι, δηλαδή ξεκίναγαν οι τραγουδιστές ένας ένας να φεύγουν και τελευταίος αυτός και έσβηναν τα φώτα. Στην ηχογράφηση αυτή, λοιπόν, ακούγονται χαρακτηριστικά οι φωνές του κουμπάρου του κιθαρίστα Τζώρτζη Καλάργαρη και του Γιάννη Παλαιολόγου, που ξαφνιαστήκανε πολύ από το πρόωρο τέλος του προγράμματος. Αυτό ήταν πολύ εντυπωσιακό, όταν κατάλαβα πλέον ότι ήταν το μοιραίο βράδυ πριν από τον θάνατο. Προκαλεί ανατριχίλα, ένα δέος. Δηλαδή, το τελευταίο βράδυ να τελειώνει με το τραγούδι Καρδία μου αλήτισσα.

  • Πώς θα χαρακτηρίζατε τον Στράτο ως άνθρωπο και ως ερμηνευτή και ποια η παρακαταθήκη που άφησε στον λαϊκό μας πολιτισμό;

O Στράτος ήταν πάρα πολύ αγαπητός, για αυτό πολλοί μεγάλοι τραγουδιστές και οι πιο σύγχρονοι τραγουδιστές ακόμα, όπως ο Μητροπάνος και ο Τερζής, τον αποκαλούν «λαϊκό βάρδο». Ήταν κάτι που δεν μπορούσε κανένας να πει κάτι διαφορετικά για τον Στράτο: ήταν ο απόλυτος λαϊκός βάρδος. Ο απόλυτος. Και, βέβαια, τεράστιος πυλώνας της λαϊκής ελληνικής μουσικής. Ένας από τους τέσσερις πυλώνες που κρατάνε το οικοδόμημα. Ο Στράτος ήταν πάρα πολύ απλός, τραγούδαγε, κυριολεκτικά, με μια φυσικότητα που, λες, δεν υπήρχε καμία επιτήδευση. Ήτανε αυθεντικότατος.

  • Πιστεύετε ότι ο Στράτος άφησε μια δική του σχολή ερμηνευτών και αν ναι, ποιους κατατάσσετε σε αυτήν τη σχολή;

Ο Στράτος στο ξεκίνημά του και μέχρι ένα σημείο ήταν, κατά κάποιο τρόπο, πάρα πολύ μελετημένος γύρω από το «φαινόμενο Καζαντζίδη». Ο Στράτος είχε πολλές επιρροές από τον τρόπο ερμηνείας του Καζαντζίδη. Αυτό το έλεγε και μόνος του. Βέβαια, του άρεσαν κι άλλοι τραγουδιστές, όπως ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο Βαγγέλης Περπινιάδης, που τραγούδαγαν μαζί στις αρχές τους, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, που έκανε και παρέα, αλλά δεν έβλεπε τίποτα άλλο εκτός από τον Καζαντζίδη.

Αυτά ήταν στο αρχικό του στάδιο. Μετά βρήκε τον δρόμο και εκεί ήτανε το πολύ, πολύ μεγάλο έργο που έκανε ο Στράτος, γιατί βρήκε τη δική του φωνή, τον δικό του χαρακτήρα, τον δικό του ήχο. Αυτό το λέει και ο ίδιος ο Καζαντζίδης, που όταν το ρώταγαν ποιοι είναι οι συνεχιστές του και αναφερόντουσαν σε πολλά ονόματα, όπως ήταν ο Ξανθάκης, έλεγε πως «ο μοναδικός ο οποίος θυμίζει τη δική μου τη φωνή και έχει, πλέον, δική του φωνή είναι μόνο ο Στράτος Διονυσίου».

Έτσι και με τον Στράτο συνέβη. Τον μιμηθήκαν πάρα πολλοί. Ήταν πολύ δύσκολο να μιμηθείς τον ήχο του Διονυσίου. Πολύ κοντινός, όπως περιγράφει και ο Τάκης Σούκας, ήταν ένας εξαιρετικός τραγουδιστής, ο οποίος δεν είναι εν ζωή, γιατί χάθηκε σε αυτοκινητιστικό, ο Κώστας Κόλλιας. Αν ζούσε, σίγουρα θα άφηνε μεγάλη εποχή. Αυτός μπορώ να πω ότι ήταν πάρα πολύ κοντά στον Στράτο. Πάρα πολύ δύσκολα θα βρεις τραγουδιστές «κλώνους» του Στράτου. Επηρεάστηκαν πολλοί, αλλά κανένας δεν κατάφερε να γίνει μύθος.

  • Απ’ τους σημερινούς τραγουδιστές, υπάρχει κάποιος που ήταν κοντά;

Όχι, δεν υπάρχει κάποιος που να μοιάζουν ηχητικά. Ο μοναδικός ο οποίος, πιστεύω, αγγίζει την οντότητα του Διονυσίου από τους σημερινούς, που είναι και συνεργάτης μου και φίλος (είμαστε μαζί 35 χρόνια) είναι ο Νότης Σφακιανάκης. Έχει τη βαρύτητα και τον τρόπο ερμηνείας του Στράτου, δηλαδή, αυτό που λέμε αντρικό εκτόπισμα.

  • Ποια είναι, τέλος, η πιο έντονη ανάμνηση που έχετε από τη συνεργασία και τη σχέση που αναπτύξατε με τον Στράτο Διονυσίου;

Η σχέση μου με τον Στράτο ήταν καρμική και το λέω έτσι γιατί δεν μπορώ να στο περιγράψω αλλιώς. Ήταν σαν να το είχα δει σε όνειρο. Ενώ ήμουν με άλλους καλλιτέχνες, είχε περάσει ένα όνειρο, κάποια στιγμή, που θα έπαιζα με τον Στράτο. Και έγινε! Ο Στράτος ήταν φίλος, χωρίς να είμαστε κάθε μέρα μαζί. Όσο ήμασταν στο μαγαζί, εκεί που καθόμασταν όλοι μαζί, κάποια στιγμή τα λέγαμε κατ’ ιδίαν. Όταν έβγαινε έξω και ήθελε να καλέσει την ομάδα, πάντα ήμουν ο πρώτος που έλεγε στην Κική Λουκά, «πες και στον γαμπρό να είναι μαζί μας το βράδυ».

Με είχε ξεχωρίσει, γιατί δεν μιλάγαμε μαζί του καθαρά για επαγγελματικά θέματα. Δηλαδή, πού θα πάμε, πού θα παίξουμε, πόσα χρήματα θα πάρουμε. Ήμουν λίγο διαφορετικός. Την ίδια παρέα, λίγο διαφορετικά, αλλά αρκετά όμοια, την έκανε και με τον Γιάννη Παλαιολόγου.

Ο Νικόλαος Ερμής σε φωτογραφικό στιγμιότυπο με τον μουσικό Παναγιώτη Γιαννούλη, έπειτα από τη συνέντευξη. Πηγή Εικόνας: Προσωπικό αρχείο Νικόλαου Ερμή.
Ευχαριστούμε θερμά τον Παναγιώτη Γιαννούλη για την ευγενική παραχώρηση της συνέντευξης!

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Νικόλαος Ερμής, Ιδρυτής & Διευθυντής
Νικόλαος Ερμής, Ιδρυτής & Διευθυντής
Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο, Κρήτης και κατοικεί στην Αθήνα. Είναι πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος. Έχει συμμετάσχει σε δεκάδες προσομοιώσεις, συνέδρια και σεμινάρια της νέας γενιάς. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, ενώ στο ελεύθερο του χρόνου ασχολείται με την ιστορία ως ακαδημαϊκό αντικείμενο και την μελέτη του ελληνικού τραγουδιού.