18.3 C
Athens
Τρίτη, 28 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΟι γενικές αρχές που διέπουν την ποινική δίωξη

Οι γενικές αρχές που διέπουν την ποινική δίωξη


Της Ελένης Κάζου, 

Η κίνηση της ποινικής δίωξης σηματοδοτεί την έναρξη της ποινικής διαδικασίας. Με την ενέργεια αυτή, ο εισαγγελέας θέτει υπό την κρίση του ποινικού δικαστή την τέλεση μιας αξιόποινης πράξης, η οποία αποδίδεται σε κάποιον φερόμενο (γνωστό ή άγνωστο) δράστη, ώστε να διαπιστωθεί εάν πράγματι αυτή τελέστηκε. Με την κίνηση της ποινικής δίωξης επέρχονται μεταξύ άλλων η απόκτηση από πλευράς του φερόμενου δράστη της ιδιότητας του κατηγορουμένου, αλλά και ο οριστικός προσδιορισμός του αντικειμένου της δίκης.

Την άσκηση της ποινικής δίωξης διέπουν κατά βάση πέντε θεμελιώδεις γενικές αρχές. Πρώτη είναι η αρχή της κρατικής δίωξης των εγκλημάτων ή αλλιώς η αρχή της δημόσιας κατηγορίας. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 27 παρ.1 εδ. α’ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας «η έναρξη της ποινικής δίωξης γίνεται στο όνομα της Πολιτείας». Δηλαδή, μοναδικός και αποκλειστικός φορέας της δίωξης των εγκλημάτων είναι η Πολιτεία. Σκοπός της αρχής αυτής είναι η εξασφάλιση της αντικειμενικής και αμερόληπτης εκτίμησης και κρίσης οποιασδήποτε κατηγορίας. Η ανάθεση αυτών των ζητημάτων σε ιδιωτικούς φορείς (κατευθυνόμενους από τον εκάστοτε φερόμενο ως παθόντα) ή σε κάποια «λαϊκή αρχή» που θα επέτρεπε στον κάθε πολίτη να αποφασίζει για την κίνηση της ποινικής δίωξης και για την εκτέλεση ποινών, θα δημιουργούσε τον κίνδυνο κατάχρησης της ποινικής δίωξης και μετατροπής της σε όργανο εκδικήσεων ή εκβιασμών.

Πηγή εικόνας: pixabay.com / Δικαιώματα χρήσης: ramdlon

Δεύτερη αρχή είναι αυτή της αυτεπάγγελτης ή εξ επαγγέλματος δίωξης των εγκλημάτων. Το άρθρο 37 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας εισάγει ως κανόνα την «αυτεπάγγελτη» δίωξη των εγκλημάτων, για την άσκηση της οποίας αρκεί η αναφορά, μήνυση ή άλλη είδηση για το ότι διαπράχθηκε μια αξιόποινη πράξη. Βασικές εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό αποτελούν η κατ’ έγκληση δίωξη (Άρθρο 53 ΚΠΔ) και η αίτηση δίωξης εκ μέρους της αρμόδιας αρχής (Άρθρο 41 ΚΠΔ). Έγκληση είναι η δήλωση του παθόντος, με την οποία καταγγέλλει ο ίδιος μια αξιόποινη πράξη που τελέσθηκε εις βάρος του. Η υποβολή της έγκλησης αποτελεί αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την κίνηση της ποινικής δίωξης σε κάποιες οριζόμενες ρητά από τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους νόμους περιπτώσεις αδικημάτων που δε διώκονται αυτεπαγγέλτως. Για τις περιπτώσεις αυτές δεν μπορεί να κινηθεί ποινική δίωξη χωρίς να εκφραστεί η επιθυμία του παθόντος να διωχθεί η πράξη αυτή.

Τρίτη αρχή είναι αυτή της αυτοτελούς δίωξης των εγκλημάτων ή αυτοτελούς κατηγορίας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η έναρξη, κίνηση, αλλά και γενικά η άσκηση της ποινικής δίωξης, πρέπει να ενεργείται από ιδιαίτερα κρατικά όργανα που διαφέρουν από τους δικαστές. Ο διαχωρισμός αυτών των αρμοδιοτήτων αποτελεί έκφανση του κατηγορικού συστήματος, το οποίο αποτέλεσε έμπνευση για την ανάπτυξη πολλών σύγχρονων δικονομικών συστημάτων. Αρμόδιο όργανο για την κίνηση της ποινικής δίωξης στην Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών. Εξαίρεση στον κανόνα αυτό αποτελεί το άρθρο 28 που αναγνωρίζει την αρμοδιότητα του εισαγγελέα εφετών να κινήσει ποινική δίωξη για εγκλήματα εξαιρετικής σημασίας.

Παράλληλα, θεμελιώδης αρχή είναι αυτή της νομιμότητας ή αλλιώς υποχρεωτικής δίωξης των εγκλημάτων. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, προκύπτει υποχρέωση του εισαγγελέα να κινεί την ποινική δίωξη μόλις λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση ότι διαπράχθηκε κάποιο αδίκημα, εφόσον στηρίζεται στον νόμο, είναι βάσιμη ως προς την ουσία της, επιδέχεται δικαστικής εκτίμησης και τέλος προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη (το οποίο προκύπτει μετά την υποχρεωτική διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης στα κρινόμενα από τον νομοθέτη «σοβαρά» αδικήματα). Σκοπός της αρχής είναι να αποτρέπεται η δημιουργία τυχόν αυθαιρεσιών ή αδράνειας που θα οδηγούσαν στο να μείνουν ακαταδίωκτα ορισμένα εγκλήματα και ατιμώρητοι οι δράστες τους. Δεδομένου και του μεγάλου όγκου υποθέσεων που εισάγονται στο ακροατήριο, η αρχή της νομιμότητας κάμπτεται από την αρχή της σκοπιμότητας, σύμφωνα με την οποία εξετάζεται το πόσο σκόπιμο είναι να κινηθεί ποινική δίωξη σε κάθε περίπτωση.

Πηγή εικόνας: pixabay.com / Δικαιώματα χρήσης: Tingey Injury Law Firm

Συνεπώς, θεμελιώνονται στον νόμο περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο εισαγγελέας μπορεί να απέχει από την άσκηση της ποινικής δίωξης. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η αποχή από την ποινική δίωξη για τις περιπτώσεις των εγκλημάτων εκβιάσεως και απάτης (άρθρο 45 ΚΠΔ), η αποχή από την ποινική δίωξη ανηλίκων, αν ο ανήλικος τέλεσε αξιόποινη πράξη, η οποία είναι πλημμέλημα (άρθρο 46 ΚΠΔ), η αποχή από την άσκηση της ποινικής δίωξης για το έγκλημα του βιασμού (άρθρο 344 ΠΚ) αλλά και η αποχή από τη δίωξη μικρής βαρύτητας εγκλημάτων, όταν δε συντρέχει σοβαρό δημόσιο συμφέρον (άρθρο 45 παρ.2 ΚΠΔ).

Τέλος, βασική αρχή είναι αυτή της “in rem” δίωξης των εγκλημάτων. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, αρκεί μόνο ο προσδιορισμός του αντικειμένου (rem) της δίκης για την κίνηση της ποινικής δίωξης χωρίς απαραίτητα να έχει προσδιοριστεί συγκεκριμένα το πρόσωπο του δράστη, όπως θα συνέβαινε στην «in personam» ποινική δίωξη (δίωξη κατά αγνώστων). Συνεπώς, είναι, επίσης, δυνατή σε κάθε στάδιο της ποινικής δίκης και η επέκταση της ποινικής δίωξης, όταν προκύπτουν σε μεταγενέστερο χρόνο νέοι συμμέτοχοι ή απλά ύποπτοι. Προσδιορισμός προσώπου είναι μόνο απαραίτητος για την παραπομπή της δίκης στο ακροατήριο.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Αργύριος Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 7η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2020
  • Αδάμ Χ. Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία, 10η έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2021

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ελένη Κάζου
Ελένη Κάζου
Γεννήθηκε το 2003 στην Καβάλα. Είναι προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την εμβάθυνση και εξειδίκευση σε σύγχρονα ζητήματα του ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου. Ομιλεί άπταιστα την Αγγλική και πολύ καλά τη Γερμανική γλώσσα. Στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με το σκάκι, την εκμάθηση ξένων γλωσσών, τα ταξίδια και την μουσική