20 C
Athens
Σάββατο, 25 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΛανθάνουσες συνταγματικές μεταβολές: Όταν το Σύνταγμα αλλάζει σιωπηλά

Λανθάνουσες συνταγματικές μεταβολές: Όταν το Σύνταγμα αλλάζει σιωπηλά


Της Άννας Μάρκου,

Στο προηγούμενο άρθρο, αναφερθήκαμε στην ιδιαίτερη σημασία του Συντάγματος, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τα αυστηρά και εν πολλοίς στενά όρια ερμηνείας των διατάξεών του. Σε συνέχεια αυτού, γίνεται αντιληπτό πως η αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη ως προς την ερμηνεία και τον τρόπο εφαρμογής των συνταγματικών διατάξεων απονέμεται και περιορίζεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Έτσι, η προσαρμογή του κανονιστικού περιεχομένου κάποιου άρθρου του στις όποιες μεταβολές της ιστορικής πραγματικότητας οφείλει να είναι βαθμιαία και περιορισμένη. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή ο κοινός νομοθέτης εκφύγει των ορίων αυτών, επιχειρώντας να αλλάξει δραστικά το νόημα κάποιας συνταγματικής διάταξης, τότε οδηγείται στις λεγόμενες λανθάνουσες συνταγματικές μεταβολές.

Αυτές οι μη τυποποιημένες αλλαγές που επέρχονται με την πάροδο του χρόνου επηρεάζουν το νόημα που αποδίδεται σε μια συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη και άρα το κανονιστικό της περιεχόμενο, δηλαδή τον γενικά δεσμευτικό κανόνα που αυτή εμπερικλείει. Οι πιο σημαντικές από αυτές τις αλλαγές είναι η αλλοίωση, η διάτρηση και η καταστρατήγηση.

Πηγή εικόνας: pexels.com / Δικαιώματα χρήσης: lumn

Η κυριότερη λανθάνουσα συνταγματική μεταβολή είναι η αλλοίωση, η οποία κρίνεται θεμιτή μόνο όταν στις βιοτικές σχέσεις, στις οποίες αναφέρεται η επίμαχη διάταξη του Συντάγματος, έχουν επέλθει με την πάροδο του χρόνου ουσιώδεις πραγματικές μεταβολές, με αποτέλεσμα η προσαρμογή της ερμηνείας της εν λόγω διάταξης να καθίσταται επιβεβλημένη. Για παράδειγμα, στη διάρκεια των αιώνων, η έννοια της ιδιοκτησίας, που προστατεύεται από το άρθρο 17 του Συντάγματος, διευρύνθηκε, προκειμένου να προσαρμοστεί στις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις που μεσολάβησαν από τότε που κατοχυρώθηκε για πρώτη φορά το συγκεκριμένο δικαίωμα. Ο Άρειος Πάγος έκανε δεκτή αυτήν τη διεύρυνση, ώστε να συμπεριληφθούν στο προστατευτικό πλαίσιο του άρθρου 17 και οι νέες μορφές ιδιοκτησίας. Με την αλλοίωση συνδέεται και η ερμηνευτική πρακτική των κρατικών οργάνων, η οποία είναι δεσμευτική στο μέτρο που κρίνεται νομικά ορθή και εφόσον συναινεί σε αυτή μεγάλο μέρος των παραγόντων του πολιτειακού βίου. Αν, όμως, ένα κρατικό όργανο ακολουθεί μία πρακτική που αντιβαίνει σε κάποια συνταγματική διάταξη, τότε σαφώς το Σύνταγμα παραβιάζεται και το κρατικό όργανο οφείλει να συμμορφωθεί.

Όταν υπάρχει διάτρηση του Συντάγματος, η διάταξη παραμένει τυπικά σε ισχύ, αλλά στην πράξη λαμβάνονται μέτρα αντίθετα προς αυτήν. Ως περίπτωση διάτρησης, μπορεί να θεωρηθεί και η σιωπηρή αναθεώρηση, κατά την οποία θεσπίζονται κανόνες που αποκλίνουν από τις ισχύουσες συνταγματικές διατάξεις και παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναθεώρησης του Συντάγματος, αυτή δεν πραγματοποιείται ρητά. Έτσι, παρατηρείται το φαινόμενο να αλλάζει σταδιακά το περιεχόμενο κάποιων συνταγματικών άρθρων, για παράδειγμα μέσω νέων νόμων που υπερψηφίζονται από τη Βουλή, χωρίς να προηγείται η διαδικασία της αναθεώρησης, όπως αυτό απαιτείται από το ίδιο το Σύνταγμα. Τέτοιες πρακτικές –θεωρητικά τουλάχιστον– αποκλείονται, όταν το Σύνταγμα απαιτεί ειδικό καθορισμό των προς αναθεώρηση διατάξεων, όπως συμβαίνει με το ελληνικό Σύνταγμα.

Τελευταία, εξίσου πολύ σημαντική, λανθάνουσα συνταγματική μεταβολή είναι η καταστρατήγηση. Εδώ, πλέον, πρόκειται για μια τεράστια απώλεια κανονιστικής ποιότητας του Συντάγματος, το οποίο μετατρέπεται σε προσχηματικό. Έτσι, παρότι το κείμενο είναι διατυπωμένο με κανονιστικότητα, κάποιες μόνο διατάξεις του αντιμετωπίζονται ως κανονιστικές, ενώ κατά τα λοιπά το Σύνταγμα δεν εφαρμόζεται. Αναπόφευκτα, ένα μη κανονιστικό Σύνταγμα οδηγεί και σε θεμελιώδη πολιτειακή αλλαγή, καθώς το κράτος παύει να είναι συνταγματικό και, κατ’ επέκταση, κράτος δικαίου.

Έτσι, ακόμη κι αν τηρούνται επιφανειακά οι συνταγματικοί τύποι, το κράτος πλέον αλλάζει μορφή και μάλιστα ακόμη και χωρίς να μεσολαβήσει αναθεώρηση του Συντάγματος, οπότε σε αυτήν την περίπτωση, οι ισχύουσες συνταγματικές διατάξεις διαστρεβλώνονται ή δεν εφαρμόζονται καθόλου. Η καταστρατήγηση είναι η πιο βαριά μορφή λανθάνουσας μεταβολής, καθώς μπορεί να γίνει σταδιακά, σε βάθος χρόνου, και τελικά να οδηγήσει μέχρι και στην κατάλυση του Συντάγματος, την ολοσχερή δηλαδή κατάργησή του. Τότε, βέβαια, παύει να υπάρχει και η οποιαδήποτε επίφαση συνταγματικής διακυβέρνησης, οπότε, συνήθως, συντελείται στρατιωτική κατάληψη της εξουσίας και ριζική αλλαγή του πολιτεύματος.

Πηγή εικόνας: unsplash.com / Δικαιώματα χρήσης: tingey injury law firm

Κατόπιν των παραπάνω, γίνεται αντιληπτό πως το Σύνταγμα μπορεί εύκολα να αποτελέσει «στόχο» παραβίασης, αφού τα όρια ερμηνείας και εφαρμογής πολλών διατάξεών του δεν είναι πάντα εύκολα διακριτά. Από την άλλη, βέβαια, υπάρχουν και διατάξεις του με σαφέστατο περιεχόμενο, που δεν αφήνουν περιθώρια διαφορετικών ερμηνευτικών προσεγγίσεων. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι όποιες αυθαιρεσίες των κρατικών οργάνων ή της διοίκησης θα πρέπει να ελέγχονται και να αντιμετωπίζονται δικαστικά.

Κλείνοντας, αξίζει να επισημανθεί πως το ζήτημα της ερμηνείας του Συντάγματος παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς, τελευταία, αφενός εμφανίζονται νέες ερμηνευτικές θεωρίες, αφετέρου δε, τα δικαστήρια και μάλιστα τα ανώτατα εφαρμόζουν πολλές φορές παγιωμένες ερμηνευτικές προσεγγίσεις, οι οποίες, όμως, θα έπρεπε ενδεχομένως να επανελεγχθούν επί τη βάσει των υφιστάμενων πραγματικών συνθηκών. Ενδεικτικά, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων για λόγους συμμόρφωσης με το ενωσιακό δίκαιο, παρόλο που τέτοια επιταγή δεν εντοπίζεται στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Είναι πράγματι πολλές οι νομοθετικές αλλαγές που έχουν τελεστεί ή πρόκειται να τελεστούν σύντομα, οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως λανθάνουσες συνταγματικές μεταβολές –αν όχι ως ευθείες παραβιάσεις του Συντάγματος– και μάλιστα μη ανεκτές, και να αχθούν ενώπιον των δικαστηρίων για έλεγχο της συνταγματικότητάς τους. Σε κάθε περίπτωση, αφηρημένοι όροι όπως «επαυξημένο Σύνταγμα» και φράσεις όπως «δεν μπορεί η χώρα να περιμένει την αναθεώρηση του Συντάγματος», μόνο επικίνδυνες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν για το συνταγματικό κράτος.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΠΗΓΗ
  • Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, 2η έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη,  2014

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Άννα Μάρκου
Άννα Μάρκου
Γεννήθηκε το 1999 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει μόνιμα. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ και είναι ασκούμενη δικηγόρος. Έχει γνώσεις αγγλικών και γερμανικών, ενώ το ποινικό δίκαιο αποτελεί τον τομέα που την ενδιαφέρει περισσότερο επαγγελματικά. Στον ελεύθερο χρόνο της προτιμά την ενασχόληση με τα βιβλία, τον κινηματογράφο και τη μουσική, ενώ δεν παραλείπει να ασχολείται με θέματα επικαιρότητας.