24.6 C
Athens
Κυριακή, 26 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΕυρώπηΡωσία: Η ενέργεια ως «όπλο» διαπραγμάτευσης

Ρωσία: Η ενέργεια ως «όπλο» διαπραγμάτευσης


Της Έλενας Μουλή,

Το παρόν άρθρο θα εξετάσει πώς τα ορυκτά καύσιμα και οι ενεργειακές πολιτικές των κρατών μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσα διαπραγμάτευσης, διαλόγου και ρύθμισης των διακρατικών σχέσεων. Η έρευνα εστιάζει στην περιπτωσιολογική μελέτη του κράτους της Ρωσίας. Θα εξεταστεί, λοιπόν, πώς η Ρωσία χρησιμοποιεί το ενεργειακό της πλεονέκτημα για την οικονομική της ανέλιξη, για να διαμορφώσει τις σχέσεις της με άλλα κράτη (και, συγκεκριμένα, με την ευρωπαϊκή ήπειρο), αλλά και για να αναδειχθεί σε κατεστημένη, από αναδυόμενη, δύναμη. 

Αρχικά, είναι σημαντικό να σημειωθεί η στρατηγική σημασία των υδρογονανθράκων και των ορυκτών καυσίμων για τα κράτη. Το κάρβουνο, το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο αποτελούν τη βάση του σύγχρονου βιοτικού πολιτισμού, εξυπηρετώντας ανάγκες όπως η θέρμανση, το μαγείρεμα, η μετακίνηση οχημάτων κ.λπ. Ο ρυθμός ανάπτυξης των κρατών και το Α.Ε.Π. τους εξαρτάται από την παραγωγή και την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, ενώ, όπως είναι φυσικό, δημιουργούνται γεωπολιτικές προκλήσεις, αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις για τον έλεγχο και την αξιοποίηση αυτών. Η ενεργειακή επάρκεια και ασφάλεια είναι βασική ανάγκη των σύγχρονων κρατών, διαμορφώνοντας τις γεωστρατηγικές τους. Οι Η.Π.Α., η Ρωσία και η Σαουδική Αραβία πρωτοστατούν στην κατοχή και τον έλεγχο των μεγαλύτερων ποσοτήτων πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ σημαντικά αποθέματα παρατηρούνται στην Αλγερία, το Κατάρ, τη Νορβηγία, τον Καναδά. Η Ρωσία αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό φυσικού αερίου και τον δεύτερο μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου, παγκοσμίως. Η ίδια η Ευρώπη διαθέτει λιγοστές πηγές δικών της υδρογονανθράκων και είναι αδύναμη ενεργειακά, οπότε παρουσιάζει μεγάλη ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία. Συνεπώς, είναι σημαντικό να κρατήσουμε τη σημασία της ενέργειας ως συντελεστή ισχύος και μέσο επιβολής ή ηγεμονίας στη διεθνή σκακιέρα.

Πώς, όμως, πρακτικά εφαρμόζει η Ρωσία την ενεργειακή της πολιτική στα ευρωπαϊκά κράτη; Αρχικά, το ρωσικό κράτος ακολουθεί μία επιθετική ενεργειακή πολιτική, η οποία υποθάλπει οικονομικούς και γεωπολιτικούς στόχους. Οι σχέσεις της με τις Η.Π.Α. είναι ανταγωνιστικές, με την Κίνα συνεργατικές και με την Ευρώπη εξαρτησιακές. Η Ρωσία χρησιμοποιεί την ενεργειακή της υπεροχή ως διαπραγμευτικό όπλο, τόσο στα δυτικά ευρωπαϊκά κράτη, με οικονομικούς στόχους, όσο και στα πρώην σοβιετικά, με γεωπολιτικούς σκοπούς. Στα πρώτα το επιτυγχάνει αυτό μέσω της ενεργειακής εξάρτησης που τους προκαλεί. Αν η Ρωσία αποφασίσει μία διακοπή ή μειώσει των εξαγωγών της, η Ευρώπη μένει ενεργειακά επισφαλής και «ξεκρέμαστη». 

Πηγή και Δικαιώματα Χρήσης Εικόνας: The New York Times.

Συνεπώς, η ενεργειακή πολιτική αποτελεί μέσο διαπραγμάτευσης και διαλόγου της Ρωσίας με τη Δύση. Στόχος της Ρωσίας είναι η αποκόμιση υψηλών κερδών, από τη Δυτική Ευρώπη. Τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. απορροφούν τις μεγαλύτερες ποσότητες ρωσικού φυσικού αερίου και, μάλιστα, στις υψηλότερες τιμές. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, την ίδια στιγμή που η Γερμανία δαπανά $ 200 για χίλια κ.μ φυσικού αερίου, η Πολωνία δαπανά $ 120. Παράλληλα, η Ρωσία συνάπτει συμβόλαια με την Ευρώπη, προκειμένου να εξασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη εξάρτησή της. Την ίδια στιγμή, τα ενωσιακά κράτη διατηρούν μία ήπια στάση προς τις ρωσικές ενέργειες και πολιτικές (π.χ ρωσική εισβολή στη Γεωργία το 2008, κρίση της Κριμαίας το 2014, περιορισμός δραστηριοτήτων Μ.Κ.Ο. στο ρωσικό έδαφος) από φόβο διατάραξης των σχέσεων με τον κύριο ενεργειακό προμηθευτή, θέτοντας σε κίνδυνο την ενεργειακή ασφάλεια της Ε.Ε. Είναι ξεκάθαρο, λοιπόν, το πώς η Ρωσία αξιοποιεί την ενέργεια ως μέσο διαπραγμάτευσης και επιβολής στη Δυτική Ευρώπη. 

Αναφορικά με τα πρώην σοβιετικά κράτη, η Ρωσία χρησιμοποιεί την ενέργεια ως μέσο πειθαναγκασμού και επιβολής. Πιο συγκεκριμένα, η Ρωσική Ομοσπονδία έχει ως γεωπολιτικό στόχο την επανένταξη των κρατών αυτών στη σφαίρα επιρροής της, ως αντίβαρο στην αμερικανική πολιτική προσάρτησης των χωρών αυτών σε δυτικές δομές. Η Ρωσία για πολλά χρόνια προσέφερε τη δυνατότητα, στα κράτη αυτά, αγοράς ενέργειας σε πολύ χαμηλές τιμές, σε σχέση με τις αντίστοιχες της Δύσης. Παράλληλα, στήριζε τις οικονομίες των κρατών αυτών με επενδύσεις. Ωστόσο, όταν μερικά πρώην σοβιετικά κράτη άρχισαν να δυτικοποιούνται και να εισέρχονται σε δυτικές δομές (όπως για παράδειγμα η Λιθουανία, η Λετονία και η Εσθονία, με την προσάρτησή τους στο Ν.Α.Τ.Ο. και την Ε.Ε) ή ακόμα και να στρέφονται προς τη Δύση (όπως η Ουκρανία με την Πορτοκαλί Επανάσταση), η Ρωσία άρχισε να αντιδρά και να επιβάλει κυρώσεις. Πιο συγκεκριμένα, η εκδυτικοποίηση της Ουκρανίας, το 2005, οδήγησε τη Ρωσία σε βραχυπρόθεσμες διακοπές παροχής ενέργειας και, εν τέλει, στην επαναπαροχή σε διπλάσια τιμή. Την ίδια πολιτική ακολούθησε και στη Γεωργία, όταν αυτή άρχισε να στρέφεται προς τη Δύση. Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια στιγμή που η Ουκρανία ή η Γεωργία προμηθεύονται ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο σε εξωπραγματικές τιμές, εξαιτίας των κυρώσεων, αποσχισμένες περιοχές, όπως η Ν. Οσσετία ή η Αμπχαζία από τη Γεωργία, καθώς και η Υπερδνειστερία από τη Μολδαβία, που υποστηρίζονται από τη Ρωσία, απολαμβάνουν δωρεάν φυσικό αέριο. 

Επιπλέον, η Ρωσία χρησιμοποιεί την ενεργειακή της πολιτική και τα «σκαμπανεβάσματα» στις τιμές των ενεργειακών της προϊόντων ως φραγμό στην είσοδο πρώην σοβιετικών κρατών σε δυτικούς θεσμούς. Παράδειγμα αποτελεί η Λιθουανία, στην οποία επιβλήθηκαν ογκώδη αντίτιμα, έτσι ώστε να μην μπορέσει να πληροί τα κριτήρια σύγκλισης στην Ο.Ν.Ε., το 2007. Όπως καταδεικνύεται λοιπόν, οι υδρογονάνθρακες αποτελούν το καλύτερο μέσο πολιτικής επιρροής της Ρωσίας, δημιουργώντας πιέσεις τόσο στην «Παλαιά Ευρώπη» όσο και στη «Νέα», με στόχο τη «συμμόρφωση» όλων στα ρωσικά προστάγματα και επιδιώξεις. Οι τιμές της Gazprom εξαρτώνται από την πίεση που θέλει να ασκήσει ή από τα αντίποινα που θέλει να επιβάλει σε κράτη που αποπειρώνται να αποδεσμευτούν από τη ρωσική σφαίρα επιρροής.

Πηγή Εικόνας: Politico / Φωτογράφος και Δικαιώματα Χρήσης: Nikolay Doychinov / AFP / Getty Images.

Σήμερα, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ε.Ε προσπαθεί να απεξαρτηθεί από το ρωσικό φυσικό αέριο και το έχει επιτύχει, σε μεγάλο βαθμό. Πριν τον πόλεμο, τα κράτη της Ε.Ε ήταν οι κύριοι εισαγωγείς του ρώσικου φυσικού αερίου, όντας πλήρως εξαρτημένα από αυτό. Σήμερα, οι κύριες πηγές ορυκτών καυσίμων για την Ευρώπη είναι το αποθηκευμένο L.N.G., η Νορβηγία, η Αλγερία, οι ΗΠΑ και το Κατάρ, καθώς και η εγχώρια παραγωγή. Παράλληλα, εφαρμόζουν το πρόγραμμα REPowerEU. Μέσω μηχανισμών, περιορίζουν τις πολύ υψηλές τιμές του φυσικού αερίου, εφοδιάζονται από κοινού στις παγκόσμιες αγορές, μειώνουν το ενεργειακό κόστος των νοικοκυριών, αποθηκεύουν μεγάλες ποσότητες L.N.G. στις υπόγειες αποθήκες φυσικού αερίου στο έδαφός τους, καθώς και προωθούν και επιταχύνουν την «πράσινη» μετάβαση.

Ολοκληρώνοντας, η Ρωσική Ομοσπονδία, από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έως και σήμερα, αισθάνεται αδικημένη και παραγκωνισμένη από τη διεθνή «σκακιέρα». Στόχος της είναι η επανάκτηση του status quo και η άνοδός της στο διεθνές σύστημα ως μεγάλη δύναμη. Αυτό μπορεί να το επιτύχει με έναν από τους ισχυρότερους συντελεστές ισχύος που διαθέτει, την ενεργειακή πολιτική. Το προβάδισμα που έχει σε αυτόν τον τομέα, και η ενεργειακή της υπεροχή, επιτρέπουν στη Μόσχα να επιβάλλει τα συμφέροντά της και να διαμορφώνει έναν «διάλογο» υπέρ της με την εκάστοτε δύναμη. Βασικές επιδιώξεις, πέραν της επανόδου ως κατεστημένη δύναμη στη διεθνή κοινότητα, είναι η πρωτοκαθεδρία στον ενεργειακό τομέα της Ευρώπης, ο περιορισμός της κυριαρχίας και ηγεμονίας των Η.Π.Α., καθώς και η ένταξη των πρώην σοβιετικών κρατών στη ρωσική σφαίρα επιρροής.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία σήμερα, αλλά και προηγούμενες επιθετικές και προκλητικές συμπεριφορές που έχει ακολουθήσει η Ρωσία, θεωρώ ότι δεν είναι τόσο αποτέλεσμα των «αυτοκρατορικών» και επεκτατικών τάσεων της χώρας, όσο αντιδράσεις στην ηγεμονική συμπεριφορά των Η.Π.Α., οι οποίες έχουν αποκλείσει τη Ρωσία από το διεθνές «παιχνίδι» και προσπαθούν να την εκτοπίσουν με κάθε δυνατό τρόπο. Η συμπεριφορά της τελευταίας, λοιπόν, ίσως πρέπει να ερμηνεύεται καλύτερα ως μία προσπάθεια επιβίωσης του κράτους και επιθυμίας «αναγνώρισης» της σημασίας αυτού από τη διεθνή κοινότητα, παρά ως μία επεκτατική διάθεση και ηγεμονική τάση, που έχει ως στόχο να κατατροπώσει τις υπόλοιπες δυνάμεις του διεθνούς συστήματος.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Δημήτριος-Βασίλειος Κόκκινος, Γεωπολιτική της ενέργειας στο σύστημα, Eκδόσεις Λειμών, Αθήνα, 2015

  • Μάνος Καραγιάννης (ed.), Η Ρωσία Σήμερα, Eκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2010
  • Debra Johnson & Paul Robinson (eds.), Οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης – Ρωσίας στον 21ο αιώνα, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2010
  • John Roberts, Energy cooperation among the BSEC member states towards an energy strategy for the BSEC, ICBSS, Oct 2007
  • Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, Ρωσία: O μεγάλος εχθρός της Δύσης, Eκδόσεις Eπίκεντρο, Αθήνα, 2022
  • Ενημερωτικό γράφημα – Από που έρχεται το φυσικό αέριο στην ΕΕ;, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, διαθέσιμο εδώ
  •  REPowerEU, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διαθέσιμο εδώ
  •  Τιμές ενέργειας και ασφάλεια εφοδιασμού, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, διαθέσιμο εδώ
  • Russian supplies to global energy markets, International Energy Agency (IEA), διαθέσιμο εδώ
  • Russia sanctions: What impact have they had on its oil and gas exports, BBC, διαθέσιμο εδώ


 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ελένη Μουλή
Ελένη Μουλή
Γεννήθηκε το 2002 και ζει στην Αθήνα. Είναι φοιτήτρια στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Την ενδιαφέρουν τα διεθνή ζητήματα και οι παγκόσμιες εξελίξεις και έχει παρακολουθήσει διάφορα σεμινάρια και διαλέξεις σχετικά με αυτά. Παράλληλα, δουλεύει ως δασκάλα σε ένα κέντρο μελέτης και διδασκαλίας ξένων γλωσσών σε παιδάκια δημοτικού και γυμνασίου. Γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά. Στον ελεύθερό της χρόνο, της αρέσει να διαβάζει λογοτεχνικά βιβλία, να πηγαίνει εκδρομές και να περνά χρόνο με τους φίλους της.