19.2 C
Athens
Σάββατο, 13 Απριλίου, 2024
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΚληρονομικό καταπίστευμα: Ένας ιδιαίτερος θεσμός του κληρονομικού δικαίου

Κληρονομικό καταπίστευμα: Ένας ιδιαίτερος θεσμός του κληρονομικού δικαίου


Της Άννας Καρρά,

Ο Αστικός κώδικας περιέχει διατάξεις που ρυθμίζουν τον θεσμό του κληρονομικού καταπιστεύματος. Ο θεσμός αυτός δεν είχε εξαρχής τη μορφή, την οποία έχει σήμερα, καθώς έχει περάσει από πολλά στάδια μέχρι να διαμορφωθεί όπως στο άρθρο 1923 ΑΚ. Έτσι, ορίζεται πως ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο) (1923 ΑΚ). Όπως είναι γνωστό, στο κληρονομικό δίκαιο ισχύει η αρχή της ελευθερίας του διατιθέναι, σύμφωνα με την οποία ο κληρονομούμενος μπορεί να ορίσει ελεύθερα την τύχη της περιουσίας του και ποιοι θα είναι οι κληρονόμοι του μετά τον θάνατο του. Ωστόσο, ο διαθέτης στη μονομερή, άτυπη και αιτία θανάτου δικαιοπραξία μπορεί να ορίσει και καταπιστευματοδόχο.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για εγκατάσταση δύο κληρονόμων σε διαφορετικά χρονικά σημεία, του μεν κατά τον θάνατο του κληρονομούμενου και του δε κατά την επέλευση της προθεσμίας ή της αίρεσης. Ο πρώτος ονομάζεται βεβαρημένος και είναι άμεσος καθολικός διάδοχος στον οποίο, πέρα από την κτήση της κληρονομίας με την διαθήκη, απονέμεται και η υποχρέωση να μεταφέρει την κληρονομική περιουσία στον καταπιστευματοδόχο. Το κληρονομικό δικαίωμα του βεβαρημένου είναι μετακλητό, καθώς διακινδυνεύει να μετακληθεί με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης.

Πηγή εικόνας: pixabay.com

Σύμφωνα με το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης). Ο νόμος υποστηρίζει πως ο κυοφορούμενος και το νομικό πρόσωπο που δεν έχει ακόμη συσταθεί, ακόμη και αν χαρακτηρίζονται ως κληρονόμοι στην διαθήκη, είναι καταπιστευματοδόχοι (1925 ΑΚ). Η επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο επέρχεται μόλις πεθάνει ο κληρονόμος, αν ο διαθέτης δεν έταξε κάποιο άλλο γεγονός ή χρονικό σημείο. Στις περιπτώσεις του άρθρου 1924 η επαγωγή επέρχεται μόλις γίνει ο τοκετός ή μόλις συσταθεί το νομικό πρόσωπο (1935 ΑΚ).

Αξίζει να σημειωθούν οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του βεβαρημένου με καταπίστευμα κληρονόμου. Πιο αναλυτικά, εκείνος διαχειρίζεται ολικά την περιουσία, δηλαδή την εκμεταλλεύεται και τη συντηρεί, χωρίς όμως να έχει δικαίωμα διάθεσης της κληρονομιάς (1927 ΑΚ). Ακριβώς λόγω της φύσεως του ρόλου του ως προσωρινού κληρονόμου δεν έχει ελευθερία κινήσεων, αφού μετά την πλήρωση της αίρεσης οφείλει να λογοδοτήσει για τις πράξεις του στον καταπιστευματοδόχο. Έτσι, συνάγεται το συμπέρασμα πως σε αυτήν την τριγωνική σχέση ο βεβαρημένος είναι ο πιο αδικημένος, αφού δεν έχει την δυνατότητα να αποκομίσει πολλά κέρδη. Ωσότου γίνει η επαγωγή στον καταπιστευματοδόχο, ο κληρονόμος βαρύνεται μόνο με τις αναγκαίες δαπάνες και με τις δαπάνες για την παραγωγή καρπών, καθώς και με τα τακτικά βάρη των κληρονομιαίων αντικειμένων (1938 ΑΚ).

Μετά την επαγωγή του καταπιστεύματος, ο βεβαρημένος δε θεωρείται πλέον κληρονόμος, επέρχεται αποχωρισμός της ατομικής του περιουσίας από την κληρονομιά και στη θέση του υπεισέρχεται ο καταπιστευματοδόχος (1941 ΑΚ). Η βασικότερη υποχρέωση του βεβαρημένου στο εν λόγω χρονικό στάδιο είναι η αποκατάσταση της περιουσίας στην κατάσταση που θα έπρεπε να βρίσκεται έπειτα από την τακτική διαχείριση. Αξιοσημείωτο είναι πως σε περίπτωση που ο βεβαρημένος δεν αποδίδει και κατακρατεί τα κληρονομιαία στοιχεία μετά την επαγωγή του καταπιστεύματος, τότε μπορεί να εναχθεί δικαστικά από τον καταπιστευματοδόχο. Επιπρόσθετα, ο τελευταίος μπορεί να στραφεί κατά του βεβαρημένου και με την περί κλήρου αγωγή, σε περιπτώσεις που ο τελευταίος αντιποιείται κληρονομικό δικαίωμα.

Από την άλλη, ο καταπιστευματοδόχος έχει δικαίωμα προσδοκίας μέχρι την πλήρωση της αίρεσης, το οποίο γεννάται με το θάνατο του κληρονομουμένου. Επιπρόσθετα, εκείνος έχει κάποια δικαιώματα πριν από την επαγωγή του καταπιστεύματος. Πιο συγκεκριμένα, έχει εξουσία συναίνεσης, όπως τεκμαίρεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 1937 ΑΚ και δυνατότητα να ζητήσει λογοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 1941 ΑΚ αλλά δεν μπορεί να εμποδίσει ούτε να απαγορεύσει διάθεση κληρονομιαίου στοιχείου από τον βεβαρημένο, πριν την επαγωγή του καταπιστεύματος, καθώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη εξομοίωση του δικαιώματος προσδοκίας με το πλήρες δικαίωμα του καταπιστευματοδόχου.

Ουσιαστικά, η προληπτική του προστασία δύναται να πραγματωθεί με όρους αναγνώρισης των δικαιωμάτων του που απορρέουν από το δικαίωμα προσδοκίας, όπως είναι η παροχή του κληρονομητηρίου, η παρέμβαση σε έκδοση λανθασμένου κληρονομητηρίου εκ μέρους του βεβαρημένου και η αναγνωριστική αγωγή. Μόλις πληρωθεί η αίρεση ο καταπιστευματοδόχος έχει την δυνατότητα να αποδεχθεί ή να αποποιηθεί την κληρονομιά (1940 ΑΚ). Αν την αποδεχθεί, τότε καθίσταται οριστικός κληρονόμος και επέρχεται σύμμειξη της ατομικής του περιουσίας και της κληρονομιάς. Yποστηρίζεται, επίσης, πως από την επαγωγή, ο καταπιστευματοδόχος αποκτά αυτοδικαίως τη νομή και την κατοχή των κληρονομιαίων, τα οποία ο διαθέτης είχε κατά το χρόνο θανάτου του, σύμφωνα με το άρθρο 983 ΑΚ.

Πηγή εικόνας: pexels.com / Δικαιώματα χρήσης: cqf- avocat

Επιπρόσθετα, ο καταπιστευματοδόχος γίνεται δικαιούχος όλων των κληρονομικών απαιτήσεων και οφειλέτης των δανειστών της κληρονομίας, υποχρεούμενος και έναντι του βεβαρημένου, ελευθερώνοντάς τον από δαπάνες που είχε αναλάβει σύμφωνα με την τακτική διαχείριση της περιουσίας. Μάλιστα, ο βεβαρημένος δικαιούται να αναζητήσει πλέον δαπάνες που έκανε με ίδια μέσα σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων.

Ιδιαίτερης μνείας χρήζει και ο θεσμός του οικογενειακού καταπιστεύματος. Ειδικότερα, αν ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο και όρισε η κληρονομία ή ποσοστό της να διατηρηθεί στην οικογένεια του κληρονόμου, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1923 παρ. 2 θεωρούνται σε περίπτωση αμφιβολίας καταπιστευματοδόχοι μετά τον θάνατο του κληρονομούμενου όλα τα πρόσωπα που θα κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου τον κληρονόμο. Οι υπέρ’ ου το καταπίστευμα είναι αυτοί που μπορούν να επωφεληθούν από τη νομική κατάσταση του καταπιστεύματος και συνήθως είναι όλοι μέλη της οικογένειας (συμπεριλαμβανομένων και μελλοντικών μελών, όπως τα μελλοντικά εγγόνια). Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η διατήρηση της περιουσίας στην οικογένεια και η προστασία της από δανειστές.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Απόστολος Σ. Γεωργιάδης, Εγχειρίδιο Κληρονομικού Δικαίου, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, 2023.
  • Σοφία Σαμαρά, Η νομική φύση του καταπιστεύματος- Βεβαρημένος- Καταπιστευματοδόχος-Σχέσεις προσώπων μεταξύ τους και σχέσεις με τρίτους, Διπλωματική εργασία, repo.lib.duth.gr, διαθέσιμη εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Άννα Καρρά
Άννα Καρρά
Γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 2002. Είναι φοιτήτρια Νομικής στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάζεται σε μια δικηγορική εταιρεία. Στον ελεύθερό της χρόνο διαβάζει βιβλία και παρακολουθεί θέματα της επικαιρότητας. Ιδιαίτερα αγαπάει να ερευνά για τον αντίκτυπο διαφόρων γεγονότων ή θεμάτων στην κοινωνία.