18.8 C
Athens
Τρίτη, 23 Απριλίου, 2024
ΑρχικήΙστορίαΤο «φιάσκο» της ελληνοτουρκικής συνάντησης στον Έβρο (9-10 Σεπτεμβρίου 1967)

Το «φιάσκο» της ελληνοτουρκικής συνάντησης στον Έβρο (9-10 Σεπτεμβρίου 1967)


Του Στέλιου Καραγεώργη,

Μετά την επιβολή του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, οι ιθύνοντές του επιθυμούσαν να σημειώσουν μια μεγάλη εθνική επιτυχία, προς απόκτηση λαϊκού ερείσματος. Έτσι, στις προγραμματικές δηλώσεις της «Επανάστασης της 21ης Απριλίου», η Ένωση της Κύπρου με την μητροπολιτική Ελλάδα τέθηκε ως ένας από τους πρωταρχικούς σκοπούς. Οι στρατιωτικοί απαλλαγμένοι από την κοινοβουλευτική πίεση και την κυβερνητική αστάθεια που επικρατούσε στη χώρα από το 1965, πίστευαν ότι μπορούσαν να καταλήξουν σε συμφωνία με τους Τούρκους.

Πίσω στον Δεκέμβριο του 1966, στο Παρίσι, ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας ναύαρχος Ιωάννης Τούμπας σε συνάντησή του με τον Τούρκο ομόλογό του Ιχσάν Τσαγκλαγιανγκίλ, είχε προτείνει την Ένωση της Κύπρου με το βασίλειο της Ελλάδος στη βάση των Σχεδίων Άτσεσον. Ειδικότερα, η πρότασή του προέβλεπε την Ένωση με αντάλλαγμα την παρουσία τουρκικών δυνάμεων στην αγγλική βάση της Δεκέλειας, η οποία θα μετατρεπόταν σε νατοϊκή. Ο Τσαγκλαγιανγκίλ δέχτηκε να συζητήσει περί ανταλλαγμάτων, ασχέτως αν αυτά προσφέρονταν από την Ελλάδα μόνο στην περίπτωση της Ένωσης, την οποία η Τουρκία απέκλειε. Όπως αναφερόταν ρητώς στο επίσημο μνημόνιο που υπογράφθηκε στο Παρίσι, οι Τούρκοι ενέμεναν στη λύση ανεξαρτησίας της Κύπρου ή συγκυριαρχίας επί αυτής, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Εντούτοις, απλώς και μόνο η συζήτηση περί της βάσης της Δεκέλειας, έπεισε λανθασμένα την ελληνική διπλωματική γραφειοκρατία ότι η Τουρκία θα συγκατένευε στην Ένωση. Στην πραγματικότητα η Άγκυρα έπειτα από το ναυάγιο των Σχεδίων Άτσεσον το καλοκαίρι του 1965, είχε αποκλείσει το ενδεχόμενο της Ένωσης, ακόμα και με ανταλλάγματα.

Ο Κωνσταντίνος Κόλλιας (αριστερά) σε χειραψία με τον Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ κατά τη διάρκεια της συνάντησης στον Έβρο, πίσω τους στο κέντρο διακρίνεται ο Γεώργιος Παπαδόπουλος. Πηγή εικόνας: kaliterilamia.gr

Επί απριλιανού καθεστώτος πλέον, υπήρξαν τρεις επαφές μεταξύ του Υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας, Παύλου Οικονόμου-Γκούρα, και του Τσαγκλαγιανγκίλ. Ο Οικονόμου-Γκούρας αντιπροσώπευε τη συνέχεια του κράτους σε διπλωματικό επίπεδο, αφού κατείχε το χαρτοφυλάκιο και πριν την πολιτειακή μεταβολή. Οι δύο Υπουργοί συναντήθηκαν αρχικά τον Μάιο του 1967 στη Βόννη, στα πλαίσια της εαρινής συνόδου των Υπουργών του ΝΑΤΟ, και εν συνεχεία στο Λουξεμβούργο και στη Νέα Υόρκη, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο αντίστοιχα. Επίσης, στα τέλη Αυγούστου, ο μόνιμος Υφυπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Γεώργιος Χριστόπουλος είχε συνάντηση με τον Τούρκου πρέσβη στην Αθήνα Τουράν Τουλούϊ.

Μέσα από αυτές τις επαφές, οι δύο έμπειροι Έλληνες διπλωμάτες συνέχισαν να έχουν την ίδια εσφαλμένη εντύπωση, πως η Τουρκία ήταν θετικά διακείμενη στο ενωτικό αίτημα έναντι ανταλλαγμάτων. Οπότε, αμφότεροι έπεισαν τους στρατιωτικούς που κατείχαν την εξουσία για ελληνοτουρκική συνάντηση, που θα επικύρωνε την Ένωση. Η σιγουριά της ελληνικής πλευράς για ευόδωση του εθνικού ζητήματος ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ο Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Κόλλιας, δήλωνε πως οι Τούρκοι δεν είχαν αντίρρηση για Ένωση αν λάμβαναν ως αντάλλαγμα μια βάση στην Κύπρο. Ενώ, και ο ιθύνον νους του καθεστώτος και Υπουργός Προεδρίας Γεώργιος Παπαδόπουλος, επιστρέφοντας στα τέλη Αυγούστου από επίσκεψή του στη Λευκωσία, εξέφραζε στον Τύπο την αισιοδοξία του για Ένωση με ειρηνικά μέσα.

Έτσι, με ελληνική πρωτοβουλία και χωρίς την αναγκαία προπαρασκευή αναγγέλθηκε αιφνιδιαστικά, τρεις μόλις μέρες πριν πραγματοποιηθεί, η ελληνοτουρκική συνάντηση στον Έβρο για τις 9 και 10 Σεπτεμβρίου. Θα πρέπει να σημειωθεί, πως δύο ημέρες πριν τη συνάντηση, η Μόσχα απέστειλε έντονο διάβημα στην Άγκυρα, ύστερα από αίτημα του Αρχιεπισκόπου και Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Μακαρίου, στον Ρώσο πρέσβη στη Λευκωσία. Οι Ρώσοι προειδοποιούσαν τους Τούρκους, πως αν αυτοί αποδέχονταν την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, που θα μετέτρεπε το νησί σε ισχυρή νατοϊκή βάση, θα ματαιωνόταν το προγραμματισμένο ταξίδι του Τούρκου Πρωθυπουργού Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ στη σοβιετική πρωτεύουσα, και παράλληλά θα διακόπτονταν οι διπλωματικές σχέσεις των δύο κρατών.

Ο Κωσταντίνος Κόλλιας δεξιά και αριστερά του ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ κατά τη διάρκεια της συνάντησης στον Έβρο. Πηγή εικόνας: militaire.gr

Στις 9 Σεπτεμβρίου, στο χωριό Κεσσάνη της ανατολικής πλευράς του Έβρου, όπου έδρευε η τουρκική μεραρχία, θα ξεκινήσει η ελληνοτουρκική συνάντηση. Στην ελληνική αντιπροσωπεία συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο Πρωθυπουργός Κόλλιας, ο Υπουργός Εξωτερικών Οικονόμου-Γκούρας και ο ισχυρός άνδρας του καθεστώτος Παπαδόπουλος. Οι Τούρκοι εκπροσωπούνταν από τον Πρωθυπουργό Ντεμιρέλ, τον Υπουργό Εξωτερικών Τσαγκλαγιανγκίλ και τον πρέσβη Τουλούϊ. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Έλληνας Πρωθυπουργός θα πάρει τον λόγο και θα προτείνει την Ένωση, με αντάλλαγμα την στάθμευση τουρκικών στρατευμάτων στο νότιο τμήμα της βάσης της Δεκέλειας, η οποία θα παραχωρούνταν έναντι ενοικίου από την Ελλάδα στο ΝΑΤΟ. Παράλληλα, μίλησε για διασφάλιση των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων μέσω εγγυήσεων, με αμοιβαία αποκήρυξη των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου.

Όταν ήρθε η σειρά του Ντεμιρέλ, εκείνος εξέφρασε την κατηγορηματική του αντίθεση να επικυρώσει μια τέτοια συμφωνία, αντιπροτείνοντας δύο λύσεις. Η πρώτη ήταν η διακοπή της ανεξαρτησίας της Κύπρου με διπλή Ένωση. Σε αυτό το ενδεχόμενο το 85% της κυπριακής επικράτειας θα ενωνόταν με την Ελλάδα, και το υπόλοιπο 15% με την Τουρκία. Αντίστοιχα στο νησί θα έδρευε ένας Έλληνας και ένας Τούρκους ύπατος Αρμοστής, με τους κατοίκους να αποκτούν την ελληνική ή τουρκική υπηκοότητα. Η δεύτερη λύση που πρότεινε ο Τούρκος Πρωθυπουργός, ήταν η δημιουργία ομόσπονδου κυπριακού κράτους με δυαδική διοίκηση, που θα συνοδευόταν από παράλληλη τροποποίηση των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου.

Εν συνεχεία, η έκπληκτη ελληνική αντιπροσωπεία αρνήθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση, πέραν της Ένωσης, με τις συνομιλίες να καταλήγουν σε αδιέξοδο. Ενδεικτική της απογοήτευσης που επικρατούσε στις τάξεις των Ελλήνων, μετά την «υπαναχώρηση» των Τούρκων, ήταν η αντίδραση του Παπαδόπουλου, ο οποίος δεν έφαγε σχεδόν τίποτα από το πλούσιο γεύμα, παραγγέλνοντας μόνο φρυγανιές και καφέ. Για λόγους εντυπώσεων συμφωνήθηκε να επαναληφθούν οι επαφές την επόμενη ημέρα σε ελληνικό έδαφος, για διαφορά άλλα διμερή θέματα.

Εξώφυλλο της εφημερίδας «Μακεδονία» στις 10/9/1967 που αναφέρεται στη συνάντηση. Πηγή εικόνας: nlg.gr

Στις 10 Σεπτεμβρίου, οι εκπρόσωποι των δύο χωρών συναντήθηκαν στο ξενοδοχείο «Αστήρ» της Αλεξανδρούπολης, με τις συζητήσεις να εξελίσσονται χωρίς κάποια ουσία. Η ελληνική πλευρά επανήλθε με το αίτημα της Ένωσης, και οι Τούρκοι ξεκαθάρισαν ότι είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν όλες τις ενναλακτικές εκτός αυτής, με τη συνάντηση να καταλήγει σε οριστικό ναυάγιο. Οφείλουμε να υπογραμμίσουμε, πως από μια έκθεση της Υπηρεσίας Αναλύσεων και Πληροφοριών του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών διαφαίνεται, ότι ο Παπαδόπουλος πρότεινε τη διπλή Ένωση, με ανατροπή του Μακαρίου μέσω του Γεωργίου Γρίβα, φτάνοντας κοντά σε συμφωνία με την τουρκική πλευρά. Παρόλα αυτά, στα επισημά πρακτικά της συνάντησης δεν προκύπτει οποιαδήποτε τέτοια κίνηση από μέρους της Ελλάδας.

Στο κοινό ανακοινωθέν που συντάχθηκε μετά το πέρας των συζητήσεων, γινόταν λόγος για σύσφιξη των δεσμών φιλίας και καλής γειτονίας μεταξύ των δύο κρατών, και για προσπάθειά τους προς ειρηνική επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος. Σε αμέσως επόμενες δηλώσεις του, ο Ντεμιρέλ δεν δίστασε να επιβεβαιώσει την πλήρη διαφωνία των δυο πλευρών για το μελλοντικό καθεστώς της Μεγαλόνησου.

Καταληκτικά, η ελληνοτουρκική συνάντηση στον Έβρο εξελίχθηκε σε φιάσκο, παρά τις αναίτιες ελπίδες που έτρεφε το ελληνικό διπλωματικό σώμα. Παράλληλα, αυτή αποτέλεσε την τελευταία προσπάθεια της Ελλάδας για Ένωση, με τη συναίνεση της Τουρκίας έναντι ανταλλαγμάτων. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα το ελληνικό κράτος θα συνεχίσει να θέτει το θέμα, κυρίως μέσω συχνών επισκέψεων ανωτάτων αξιωματούχων, όπως του αρχιεπισκόπου Αθηνών και του αρχηγού ΓΕΣ στη Λευκωσία. Ωστόσο, η ελλαδική πολιτική για το Κυπριακό θα αλλάξει άρδην, μετά τα γεγονότα του Νοεμβρίου του 1967 στο νησί της Αφροδίτης.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Κρανιδιώτης, Νίκος (2008), Ανοχύρωτη Πολιτεία, Κύπρος 1960-1974, τμ. Α΄, Αθήνα: Εκδόσεις Εστία.
  • Λάµπρου, Γιάννης Κ. (2008), Ιστορία του Κυπριακού, Τα χρόνια μετά την ανεξαρτησία, 1960-2008, Αθήνα: Εκδόσεις Πάργα.
  • Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος (2020), Η ελληνική εξωτερική πολιτική, 1830-1981, Αθήνα: Εκδόσεις Εστία.
  • Συρίγος, Άγγελος Μ. (2015), Ελληνοτουρκικές σχέσεις, Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.
  • Χαζτηδάκης, Μάνος Ν. (2017), Ανοίγουμε τον Φάκελο της Κύπρου, 1950-1974, τμ. Α΄, Αθήνα: Εκδόσεις Πελασγός.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Στυλιανός-Λάμπρος Καραγεώργης
Στυλιανός-Λάμπρος Καραγεώργης
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας από το Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου. Έχει λάβει επιμόρφωση στην διοίκηση ναυτιλιακών επιχειρήσεων, και στις σχέσεις του ελληνισμού με την Δύση. Είναι γνώστης της αγγλικής και τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή Ιστορία, του 19ου και 20ου αιώνα.