19.9 C
Athens
Δευτέρα, 22 Απριλίου, 2024
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΗ ανήθικη δικαιοπραξία στο Αστικό Δίκαιο: Έννοια, έννομες συνέπειες και σχέση με...

Η ανήθικη δικαιοπραξία στο Αστικό Δίκαιο: Έννοια, έννομες συνέπειες και σχέση με άλλες διατάξεις


Του Νίκου Αντωνάκη,

Το Δίκαιο δεν είναι αποσπασμένο και ανεξάρτητο από τις κοινωνικές αντιλήψεις που αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία του. Αντιθέτως, όχι μόνο τις προϋποθέτει για τη γέννησή του, αλλά τις αξιοποιεί διαρκώς κατά την εφαρμογή του από τον νομικό της πράξης. Αυτή την άρρηκτη σύνδεση δικαιϊκών ρυθμίσεων και κοινωνικής ηθικής αποτυπώνουν σε πλείστους κανόνες του Αστικού Δικαίου, άλλοι λιγότερο, όπως το άρθρο 288 ΑΚ σχετικά με την καλόπιστη εκπλήρωση της παροχής, και άλλοι σαφώς περισσότερο, όπως το 281 ΑΚ για την κατάχρηση δικαιωμάτων, ιδίως δε τα άρθρα 178, 179 και 907 ΑΚ που ρυθμίζουν περιπτώσεις κατά τις οποίες η ιδιωτική αυτονομία συγκρούεται με τις ηθικές επιταγές του κοινωνικού συνόλου. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις θα μας απασχολήσουν και στο παρόν άρθρο, ιδίως δε η εσωτερική τους συνάφεια, αλλά και η σχέση της 907 ΑΚ με την 1094 ΑΚ (διεκδικητική αγωγή).

Η ιδιωτική πρωτοβουλία δεν είναι και δεν πρέπει να είναι απεριόριστη. Όπως κάθε συνταγματικό δικαίωμα, έτσι και αυτό (άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος) συναντά φραγμούς. Τέτοιο φραγμό συνιστά η διάταξη 178 ΑΚ, η οποία, με τρόπο λιτό, αλλά, συνάμα, περιεκτικό, θεσπίζει την αυτοδίκαιη ακυρότητα της δικαιοπραξίας που αντιβαίνει στους κανόνες των χρηστών ηθών. Τα χρηστά ήθη συνιστούν, κατά τις ομόφωνες παραδοχές θεωρίας και νομολογίας, τις αντιλήψεις του μέσου, συνετού και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνού. Εξ ορισμού προκύπτει ότι η έννοια αυτή κρίνεται πάντοτε αντικειμενικά –σε αντίθεση με την αρχή της καλής πίστης που, αναλόγως της διάταξης, κρίνεται άλλοτε αντικειμενικά (ΑΚ 281) και άλλοτε υποκειμενικά (ΑΚ 1037)– και η ένσταση που θεμελιώνει είναι πάντοτε καταχρηστική και καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος. Και αυτό, διότι τα χρηστά ήθη αποτυπώνουν θεμελιακές επιλογές της έννομης τάξης. Κατά συνέπεια, για να ληφθεί η ένσταση αυτή υπόψιν, παραδεκτώς αρκεί να προκύπτει από τον φάκελο του δικογράφου, ειδικότερη δε επίκλησή της δεν απαιτείται, ούτε, όμως, ασφαλώς απαγορεύεται.

Πηγή εικόνας: pixabay.com/ Δικαιώματα Χρήσης: Peggy_Marco

Σε επίπεδο, τώρα, ουσιαστικού δικαίου, η ανήθικη δικαιοπραξία είναι, όπως προαναφέρθηκε, εξαρχής άκυρη (ΑΚ 180), δηλαδή «θεωρείται σαν να μην έγινε» κατά τη διατύπωση του νόμου (νομικό πλάσμα). Ποια είναι, όμως, η ανήθικη δικαιοπραξία; Γίνεται αντιληπτό ότι μία παροχή (π.χ. μεταβίβαση ακινήτου σε εκπλήρωση συναφούς δωρεάς) από τη φύση της δεν μπορεί να είναι ανήθικη, αφού αυτή είναι κοινωνικώς ουδέτερη. Ένα ασώματο αντικείμενο δεν επιδέχεται ηθικής αξιολογήσεως. Η σύμβαση σε εκπλήρωση της οποίας, ωστόσο, δίνεται η παροχή μπορεί κάλλιστα να αποκτήσει ανήθικο περιεχόμενο: αυτό θα κριθεί, όμως, από τον σκοπό της παροχής. Έτσι, στο προηγούμενο παράδειγμα της μεταβίβασης του ακινήτου, αν η δωρεά καταρτίστηκε και η μεταβιβαστική πράξη συντελέστηκε προκειμένου να ενδώσει η πάμφτωχη εργάτρια και δωρεοδόχος Β στις σεξουαλικές πιέσεις του πλούσιου επιχειρηματία και δωρητή Α, τότε σαφώς η σύμβαση της δωρεάς, ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, είναι εξαρχής άκυρη (ΑΚ 180).

Και τούτο, διότι τέτοιες συμπεριφορές κρίνονται επίμεμπτες από την κοινωνική ηθική. Σκοπός της δωρεάς δεν είναι, εξάλλου, η σύναψη σεξουαλικών σχέσεων και δη καταπιεστικών, αλλά η πρόθεση ελευθεριότητας του δωρητή απέναντι στον δωρεοδόχο. Και είναι άλλο, βεβαίως, το ότι η δωρεά αυτή πιθανότατα αντίκειται και σε απαγορευτικές διατάξεις του νόμου (ΑΚ 174) και είναι και για τον λόγο αυτό άκυρη. Το στίγμα της παρανομίας δεν αφαιρεί το στίγμα της ανηθικότητας και το αντίστροφο. Σε άλλη περίπτωση, η ανηθικότητα της σύμβασης δεν κρίνεται και πάλι από την παροχή καθ’ αυτή, αλλά από την προφανή «δυσαναλογία» ανάμεσα σ’ αυτήν και την αντιπαροχή ή από την εκμετάλλευση της απειρίας του αντισυμβαλλόμενου του προτείνοντος την κατάρτιση της δικαιοπραξίας (αυτή είναι και περίπτωση της ΑΚ 179: «αισχροκερδής δικαιοπραξία»).

Μετά τη διασάφηση της αόριστης έννοιας της ανήθικης δικαιοπραξίας, είναι αναγκαίο να επικεντρωθούμε στην έννομή της συνέπεια: την ακυρότητά της. Ως γνωστόν, μία άκυρη σύμβαση δεν γεννά ποτέ υποχρέωση προς παροχή, είτε κύριας είτε παρεπόμενης. Και αν τυχόν η τελευταία καταβληθεί, θα μπορούσε, ελλείψει ειδικότερης διάταξης της ΑΚ 907, να αναζητηθεί από τον δότη της κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904 και επόμενα), δεδομένου ότι πρόκειται για εκπλήρωση ανύπαρκτης υποχρέωσης, κοινώς αχρεώστητης παροχής. Αυτό, όμως, θα συνεπαγόταν το εξής παράδοξο: από τη μία, κάποιες συμπεριφορές κρίνονται μη ανεκτές ως ανήθικες, από την άλλη, όμως, ο δότης θα μπορούσε να επικαλεστεί τη δική του ανήθικη συμπεριφορά για να αξιώσει την επιστροφή της παροχής του, δηλαδή ένα απωλεσθέν περιουσιακό του δικαίωμα. Κάτι τέτοιο, όμως, σαφώς και είναι αντιφατικό (συναφώς και ΑΚ 281). Το ενδεχόμενο αυτό αποτρέπει η ΑΚ 907, της οποίας η διατύπωση δεν κρίνεται επιτυχής και η ύπαρξή της, εν γένει, επικρίνεται και ορθά από τη θεωρία.

Συγκεκριμένα, για να μπορέσει ή διάταξη να τύχει ευθείας εφαρμογής της ανηθικότητας πρέπει να μετέχει, μαζί με τον δότη, και ο λήπτης της παροχής (π.χ. καταβολή χρημάτων για τέλεση ανθρωποκτονίας). Στην περίπτωση δε που ανήθικος είναι μόνο ο δότης (π.χ. στο παραπάνω παράδειγμα της δωρεά) η διάταξη και πάλι θα εφαρμοστεί, αλλά αναλογικά. Η αντίθετη γνώμη, δηλαδή, του αποκλεισμού εφαρμογής της διάταξης κρίνεται άστοχη, διότι δεν γίνεται, από τη μία, να επιβραβεύεται ο ανήθικος λήπτης με την οριστική διατήρηση της παροχής και, από την άλλη, να τιμωρείται ο ηθικός με την υποχρέωση επιστροφής της σε έναν δότη «δυο φορές ανήθικο». Και τούτο, διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση ο δότης έχει «εξαναγκάσει» τον λήπτη να δεχθεί την παροχή, ενώ στην πρώτη έχουν καταρτίσει μεταξύ τους συμφωνία, έστω και άκυρη ως ανήθικη. Βέβαια, η ΑΚ 907 δεν εφαρμόζεται ποτέ όταν ανήθικος είναι μόνον ο λήπτης (π.χ. τρίτος εκμεταλλεύεται τις εισφορές ιερόδουλης) και ο δότης ασφαλώς δικαιούται να ανακτήσει την παροχή. Εδώ, μάλιστα, ο λήπτης υπέχει την αυξημένη ευθύνη της ΑΚ 911 περίπτωση 2, οπότε χάνει εξαρχής το δικαίωμα προβολής της ένστασης της ΑΚ 909.

Πηγή εικόνας: istockphoto.com/ Δικαιώματα Χρήσης: cagkansayin

Όλα αυτά, πρακτικά, σημαίνουν ότι η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού του ανήθικου δότη θα αποβεί άκαρπη. Και τούτο κρίνεται αρκετό, όταν η ανηθικότητα πλήττει μόνο την υποσχετική σύμβαση (π.χ. δωρεά), ενώ η εκποιητική παραμένει έγκυρη (π.χ. μεταβίβαση κινητού σε εκπλήρωση της δωρεάς). Προβλήματα ανακύπτουν, πάραυτα, όταν παράλληλα με την υποσχετική συμπαρασύρεται σε ακυρότητα και η εκποιητική δικαιοπραξία λόγω του αιτιώδους της τελευταίας (π.χ. μεταβίβαση ακινήτου, ΑΚ 1033) ή πάντως η ανηθικότητα είναι τόσο έντονη, ώστε καθιστά άκυρες ταυτόχρονα και τις δύο. Εδώ, σε αντίθεση με την πρώτη περίπτωση, ο λήπτης δεν έχει έγκυρη κυριότητα πάνω στο πράγμα και ο δότης μπορεί να ασκήσει όχι μόνο αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού (της νομής) αλλά και τη διεκδικητική αγωγή της ΑΚ 1094 (της κυριότητας). Και ενώ η πρώτη θα απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη (ΑΚ 907), η τύχη της δεύτερης αμφισβητείται έντονα στους κόλπους θεωρίας και νομολογίας.

Όμως και εδώ προκρίνεται η συστηματική ερμηνεία του δικαίου: αν ο δότης μπορούσε να αναζητήσει μέσω της ΑΚ 1094 ό,τι απαγορεύεται από την ΑΚ 907, θα οδηγούμασταν σε ανεπίτρεπτη καταστρατήγηση της τελευταίας. Υπέρ της αρνητικής άποψης συνηγορεί και το τελεολογικό επιχείρημα ότι, αν αποκλείεται η αναζήτηση της παροχής λόγω μιας χαμηλότερης έκτασης ανηθικότητας που πλήττει μόνο την υποσχετική σύμβαση, τότε, κατά μείζονα λόγο, αποκλείεται η αναζήτησή της και λόγω της εντονότερης ανηθικότητας που επηρεάζει και την εκποιητική (επιχείρημα από το έλασσον στο μείζον). Έτσι, στο παραπάνω παράδειγμα της ανήθικης δωρεάς, επειδή η μεταβίβαση του ακινήτου ως αιτιώδης σύμβαση συμπαρασύρεται και αυτή σε ακυρότητα, ο πλούσιος δωρητής Α δεν μπορεί να αξιώσει ούτε τη νομή του ακινήτου, ασκώντας αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 907), ούτε, όμως, και την κυριότητά του με διεκδικητική αγωγή (συστηματική ερμηνεία ΑΚ 907 και ΑΚ 1094).

Πηγή εικόνας: pixabay.com/ Δικαιώματα Χρήσης: RosZie

Πάντως, όπως ήδη τονίστηκε, η διάταξη αμφισβητείται έντονα λόγω της υπέρμετρης εύνοιας που δείχνει στον λήπτη της παροχής, ο οποίος, μάλιστα, αν δεν κατέβαλε αντιπαροχή, δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωσή της (ΑΚ 178, 179), δικαιούμενος, όμως, να κρατήσει οριστικά την πρώτη (ΑΚ 907). Για όσο καιρό, όμως, διατηρείται αυτή στο σώμα του νόμου, επιβάλλεται η συστηματική της ερμηνεία με τις υπόλοιπες διατάξεις, προκειμένου να μην καταλήγουμε σε αξιολογικές αντινομίες και αντιφατικές κρίσεις.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Βαλτούδης, συμβολή στη ΣΕΑΚ, άρθρα 904-913, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, 2023, άρθρο 907
  • Γεωργιάδης Απόστολος, Ενοχικό Δίκαιο – Γενικό Μέρος, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, 2015, παράγραφοι 54-58
  • Κορνηλάκης Παναγιώτης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2023, παράγραφοι 191-205
  • Ποδηματά Ευαγγελία, Δεδικασμένο – Αντικειμενικά όρια ιδίως επί ενστάσεων, Ι, ΙΙ, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2002
  • Σταθόπουλος Μιχαήλ, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2018, παράγραφος 16

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Νίκος Αντωνάκης
Νίκος Αντωνάκης
Φοιτητής στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ. Του αρέσει ιδιαίτερα η ενασχόληση με τον τομέα του Αστικού Δικονομικού και Εργατικού Δικαίου, ενώ στον ελεύθερό του χρόνο επιδιώκει την ανάγνωση συγγραμμάτων και μελετών με σκοπό την περαιτέρω εξειδίκευσή του στους κλάδους αυτούς.