29.6 C
Athens
Τετάρτη, 24 Ιουλίου, 2024
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΑνακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ: Το μέσο άμυνας του καθ' ου κατά...

Ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ: Το μέσο άμυνας του καθ’ ου κατά της ελαττωματικής αναγκαστικής εκτέλεσης


Της Κατερίνας Χασιώτη,

Γίνεται ευρέως αποδεκτό στην επιστήμη του δικονομικού δικαίου ότι στο ευρύτερο συνταγματικό δικονομικό δικαίωμα της δικαστικής προστασίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα για αναγκαστική εκτέλεση, το οποίο κατοχυρώνεται συνταγματικά ως μερικότερη εκδήλωση του κατοχυρωμένου στο Σύνταγμα δικαιώματος κάθε πολίτη για αξίωση παροχής έννομης προστασίας. Στην περίπτωση, όμως, που η ορισμένη αναγκαστική εκτέλεση και το ορισμένο μέσο εκτέλεσης ξεπεράσουν την οριοθέτηση του νομοθέτη, η εν λόγω αναγκαστική εκτέλεση δε δύναται να καλυφθεί συνταγματικά και νομοθετικά πλέον, με αποτέλεσμα κάθε πράξη εκτέλεσης που διενεργείται να καθίσταται ελαττωματική. Η προσβολή των ελαττωματικών αυτών πράξεων μπορεί να πραγματοποιηθεί παραδεκτά μέσω της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η οποία και αποτελεί το μοναδικό μέσο άμυνας του καθ’ ου η εκτέλεση κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως, ως μορφή παροχής έννομης προστασίας.

Ειδικότερα, η ανακοπή που αναφέρεται στο άρθρο 933, είναι ένα ένδικο βοήθημα, αφού μέσω αυτού το πρόσωπο μπορεί να ασκήσει άμυνα, με προσφυγή στη δικαστική εξουσία, όταν βλάπτεται. Οι αντιρρήσεις, δηλαδή, του καθ’ου η εκτέλεση είναι αδύνατο να εγείρονται στο πλαίσιο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και να φέρονται της κρίσης ενώπιον των εκτελεστικών οργάνων. Συνεπώς, απαιτείται η κρίση της από δικαστήριο, προκειμένου να οχυρώνεται ο καθ’ου με τις εγγυήσεις της στο πλαίσιο της δίκης. Γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται για ένδικο μέσο, εφόσον στρέφεται κατά πράξεων των εκτελεστικών οργάνων και όχι κατά δικαστικών αποφάσεων.

Πηγή εικόνας: pexels.com/ Δικαιώματα Χρήσης: Mikhail Nilov

Καθώς με αυτή την ανακοπή υπάρχει επιδίωξη άρσης των εννόμων συνεπειών των πράξεων εκτελέσεως, έχει αμυντικό χαρακτήρα ως επακόλουθο. Αποτελεί μέσο αμυντικό, ασκεί ακυρωτική λειτουργία και έχει φύση διαπλαστική. Το αίτημα της ανακοπής συνίσταται στην απαγγελία της ακυρότητας των διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης όχι μόνο για λόγους που αφορούν παραβιάσεις της διαδικασίας, αλλά και για λόγους που αφορούν την απαίτηση ή το κύρος του τίτλου. Η εκτέλεση βάλλεται με ανακοπή από την έναρξή της, με την κοινοποίηση της κατ’ άρθρο 924 ΚΠολΔ επιταγής προς τον οφειλέτη, μέχρι και το πέρας της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Επιπλέον, η ανακοπή κατά της εκτέλεσης συνίσταται από ιστορική, νομική βάση και αίτημα, έχει, δηλαδή, όμοια λογική άρθρωση με αυτήν της αγωγής. Οι λόγοι της συγκροτούν τη βάση της και είναι πάντα είτε αρνήσεις είτε ενστάσεις, καθώς είτε εμπεριέχουν απλή άρνηση των προϋποθέσεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, είτε στηρίζονται σε νέα πραγματικά γεγονότα, τα οποία ματαιώνουν την έννομη συνέπεια των κανόνων δικαίου που θεμελιώνουν την αναγκαστική εκτέλεση. Όταν ο λόγος της ανακοπής περιέχει άρνηση, το βάρος της απόδειξης για την ύπαρξη του στοιχείου που αρνείται ο ανακόπτων πρέπει να φέρει ο επισπεύδων.

Ως προς την αρμοδιότητα, κατά το άρθρο 933 παρ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ καθ’ ύλην αρμόδιο είναι το Ειρηνοδικείο, εάν ο εκτελεστός τίτλος έχει εκδοθεί από το δικαστήριο αυτό, και το Μονομελές Πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση. Η κατά τόπον αρμοδιότητα ρυθμίζεται στην παρ.3 του άρθρου 933 κατά την οποία αρμόδιο κατά τόπο είναι πάντοτε το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον επιδόθηκε επιταγή και μετά από αυτήν ακολούθησαν και περαιτέρω πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας. Αν πρόκειται, όμως, για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τόπος εκτέλεσης είναι ο τόπος κατάσχεσης. Τέλος, αν επιδοθεί μόνο επιταγή, αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584 ΚΠολΔ, δηλαδή το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του ανακόπτοντος.

Πηγή εικόνας: pexels.com/Δικαιώματα Χρήσης: Mikhail Nilov

Ως προς τη νομιμοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανακόπτων μπορεί να είναι μόνον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστής του που έχει έννομο συμφέρον. Στην πράξη, την ανακοπή ασκεί συνήθως ο καθ’ου η εκτέλεση. Ανακόπτων είναι κατά κανόνα ο οφειλέτης της απαιτήσεως που προκύπτει από τον εκτελεστό τίτλο. Πρακτικά και θεωρητικά, λοιπόν, το ένδικο βοήθημα του άρθρου 933 ασκείται από τον καθ’ου η εκτέλεση και στρέφεται κατά του επισπεύδοντος δανειστή, δηλαδή κατά του προσώπου που είναι ο δικαιούχος της απαιτήσεως που εκτελείται όπως και κατά κάθε άλλου προσώπου που νομιμοποιείται ενεργητικά να επισπεύσει την αναγκαστική εκτέλεση και την επισπεύδει.

Για να είναι παραδεκτό το εισαγωγικό της δίκης ένδικο βοήθημα της ανακοπής του άρθρου 933, θα πρέπει να στηρίζεται σε έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος (άρθρο 68 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, το έννομο συμφέρον για την άσκηση της εν λόγω ανακοπής εξειδικεύεται από τη θεωρία, συνδέοντας, έτσι, την ύπαρξή του με την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης η οποία επηρεάζει τη νομική θέση του συγκεκριμένου ανακόπτοντος. Κατά τη νομολογία, έννομο συμφέρον υφίσταται όταν υπάρχει κίνδυνος να μειωθούν, εξαιτίας της παραβάσεως συγκεκριμένης δικονομικής διατάξεως, οι εγγυήσεις που προβλέπει ο νόμος για την εξασφάλιση των συμφερόντων του ανακόπτοντος. Συνεπώς, το έννομο συμφέρον για την ακύρωση της πράξεως εκτελέσεως συνίσταται στη συγκεκριμένη ωφέλεια που αποκομίζει ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει την κήρυξη της ακυρότητας, χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία το αν πρόκειται για ωφέλεια διαδικαστική ή αν αυτή αφορά τα ουσιαστικά δικαιώματά του. Συνεπώς, το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι υπαρκτό, σε όλες τις κατηγορίες της αναγκαστικής εκτέλεσης και να μην περιορίζεται μόνο, σε περιπτώσεις ακυρότητας που εξαρτάται από την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης.

Πηγή εικόνας: pexels.com/ Δικαιώματα Χρήσης: Olia Danilevish

Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να στηριχθεί σε τρεις κατηγορίες λόγων. Η πρώτη κατηγορία περιέχει αντιρρήσεις που αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου όπου εμπεριέχονται τόσο τα τυπικά όσο και τα ουσιαστικά ελαττώματα του τίτλου. Τυπικά ελαττώματα θεωρούνται αυτά που αφορούν τον εκτελεστό τίτλο ως έγγραφο π.χ αντιρρήσεις ότι δεν έχει περιαφθεί ο εκτελεστήριος τύπος και ότι υπάρχουν τυπικές ελλείψεις στο συμβολαιογραφικό έγγραφο. Αντίθετα, το ουσιαστικό ελάττωμα του τίτλου αφορά τις προϋποθέσεις της αξίωσης παροχής έννομης προστασίας υπό τη μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως η μη ενσάρκωσης σ΄ αυτόν αξίωσης εκκαθαρισμένης.

Στη δεύτερη κατηγορία, περιλαμβάνονται αντιρρήσεις που αναφέρονται στον τύπο και τις πράξεις εκτέλεσης, όχι μόνο από την έναρξη, αλλά και μέχρι το τέρμα της αναγκαστικής εκτέλεσης. Πρακτικά, ένα καθόλου ασήμαντο ποσοστό δικών, όσον αφορά την εκτέλεση, άπτεται την παράβαση διατάξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και πιο συγκεκριμένα, αυτών μέσω των οποίων επιβάλλονται τυπικές διαδικασίες.

Η τρίτη και τελευταία κατηγορία περιέχει αντιρρήσεις που αφορούν την απαίτηση, είτε αποτελούν άρνηση της ύπαρξης της απαίτησης είτε ελαττώματά της που αναφέρονται στη γένεση, άσκηση ή απόσβεσή της. Επομένως, λόγο ανακοπής αποτελεί κάθε γεγονός παρακωλυτικό της γένεσης ή της άσκησης της απαίτησης ή καταργητικό αυτής.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Πελαγία Γέσιου-Φαλτσή, Εγχειρίδιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2019

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Κατερίνα Χασιώτη
Κατερίνα Χασιώτη
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 2000. Σπουδάζει στο τμήμα της Νομικής του Α.Π.Θ. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά, ενώ μαθαίνει Κινέζικα και Ισπανικά. Στο αντικείμενό της την ενδιαφέρει ο τομέας του Εμπορικού Δικαίου, καθώς και ζητήματα δικαίου στους τομείς των ΜΜΕ και της Πληροφορικής. Είναι λάτρης του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τέχνης. Τη συνεπαίρνουν τα ταξίδια και η γνωριμία νέων πολιτισμών.