32.2 C
Athens
Σάββατο, 13 Ιουλίου, 2024
ΑρχικήΟικονομίαΤο "success story" της γερμανικής οικονομίας (Μέρος Α': Ο Καπιταλισμός του Ρήνου)

Το “success story” της γερμανικής οικονομίας (Μέρος Α’: Ο Καπιταλισμός του Ρήνου)


Του Κωνσταντίνου Γκαμπή,

Η Γερμανία πρόκειται για τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης και την τέταρτη μεγαλύτερη του πλανήτη. Διαφέρει σημαντικά, όμως, από τις άλλες μεγάλες οικονομίες, όπως η Κίνα, οι Η.Π.Α. και το Η.Β. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως η μόνη χώρα που έχει πολλές ομοιότητες με αυτήν είναι η Ιαπωνία. Κι αυτό γιατί κι οι δύο αυτές χώρες έγιναν δύο από τις πιο επιτυχημένες οικονομικά χώρες στον κόσμο, αφού οι οικονομίες τους είχαν εντελώς διαλυθεί κατά τη διάρκεια του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό δεν το κατάφεραν λόγω του μεγάλου πληθυσμού τους, των φυσικών πόρων τους ή της αποικιοκρατίας, αλλά μέσω των πολιτικών που ακολούθησαν και την κουλτούρα που έχουν ως λαοί.

Schulden

Η οικονομία της Γερμανίας βασίζεται στις εξαγωγές της. Ένας από τους λόγους για τους οποίος αυτός ο κλάδος έχει καταφέρει να παραμείνει ανταγωνιστικός είναι η Ευρωζώνη και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αρχικά, η Γερμανία, υιοθετώντας το ευρώ, υποτίμησε το νόμισμά της, αφού χωρίς αυτή το ευρώ θα ήταν ακόμα πιο αδύναμο και ιδιαίτερα σε σύγκριση με το γερμανικό μάρκο, το οποίο θα μείωνε και τις εξαγωγές της στην ευρωπαϊκή αγορά.

Έπειτα, υπάρχει το θέμα του χρέους. Το 2022, το δημόσιο χρέος της Γερμανίας ήταν στα $ 2,742 τρις, δηλαδή περίπου στο 50% του Α.Ε.Π. της χώρας. Για μία δυτική χώρα αυτό είναι ένα πολύ χαμηλό επίπεδο. Στους Γερμανούς δεν αρέσει να δανείζονται και αυτό δεν ισχύει μόνο για το κράτος, αλλά και για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Η γερμανική λέξη για το χρέος εξάλλου είναι “schulden”, η οποία, επίσης, μεταφράζεται και σε ενοχή. Αν δεν είναι απολύτως απαραίτητο, ένας Γερμανός δεν δανείζεται. Αυτή η συνήθεια της χώρας μπορεί να την αποτρέπει από το να επιτυγχάνει μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά την καθιστά και ανθεκτική στις κρίσεις, όπως αυτή της Ευρωζώνης.

Πηγή εικόνας: wenr.wes.org

Εκπαίδευση

Η εκπαίδευση είναι ο θεμέλιος λίθος κάθε οικονομίας, με τις εξωτερικότητες που αυτή μπορεί να προσφέρει να είναι πολλαπλάσιες σε σχέση με τα χρήματα που ξοδεύονται στο εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως στην περίπτωση της Γερμανίας. Τα παιδιά στα γερμανικά σχολεία περνούν 25% λιγότερο χρόνο στην τάξη από ό,τι τα παιδιά στην Ιταλία και σχολάνε την ώρα για το μεσημεριανό, ώστε τα παιδιά να μπορούν να περνούν περισσότερο χρόνο με την οικογένειά τους.

Το σημαντικότερο στοιχείο του γερμανικού συστήματος, όμως, είναι τα επαγγελματικά λύκεια, στα οποία φοιτά 1 στους 2 μαθητές. Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες, τα μπλε κολλάρα στη Γερμανία θεωρούνται ισότιμα με τα λευκά και πολύτιμα μέλη της οικονομίας, από τη στιγμή, μάλιστα, που η Γερμανία βασίζεται στη βιομηχανία της.

Επιπλέον, υπάρχουν και πανεπιστήμια εφαρμοσμένων επιστημών, στη λογική και πάλι των επαγγελματικών λυκείων, προσφέροντας πτυχία, χωρίς, όμως, να προσφέρουν κι ευκαιρίες στην έρευνα ή την ακαδημαϊκή καριέρα. Άτομα με τέτοια εκπαίδευση στη γερμανική οικονομία απορροφούνται πολύ εύκολα και δεν περιορίζονται όσον αφορά την ανέλιξή τους σε μία εταιρεία.

Τα παραπάνω είναι αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά της γερμανικής οικονομίας, τα οποία τη διαφοροποιούν από τις υπόλοιπες. Οι πραγματικοί πυλώνες της, όμως, είναι το καπιταλιστικό μοντέλο της, ο Καπιταλισμός του Ρήνου, και οι μεσαίες επιχειρήσεις της, η Middlestand.

H Middlestand είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα, από τη στιγμή κιόλας που εμπίπτει στο αντικείμενο σπουδών μου. Κι για αυτό θα αφιερώσω ένα άρθρο αποκλειστικά σε αυτή.

Ο Καπιταλισμός του Ρήνου

Είναι ένας όρος που αναφέρθηκε για πρώτη φορά από τον οικονομολόγο Michael Albert, το 1991, στο βιβλίο του Καπιταλισμός εναντίον Καπιταλισμού. Ονομάστηκε έτσι, επειδή κυριάρχησε στη Γερμανία και τη Γαλλία, τις οποίες χωρίζει ο ποταμός Ρήνος. Πρόκειται για ένα συμβιβασμό μεταξύ του αγγλοσαξονικού φιλελευθερισμού και της σκανδιναβικής σοσιαλδημοκρατίας (ορντοφιλελευθερισμός).

Οι ρίζες του βρίσκονται στη Γερμανία του 19ου αιώνα, όταν η χώρα βιομηχανοποιούταν με πολύ γρήγορους ρυθμούς και το σοσιαλιστικό στοιχείο ήταν έντονο. Ο Weber, προκειμένου να ελέγξει τις προ-σοσιαλιστικές διαθέσεις των Γερμανών, αλλά και για να αυξήσει την παραγωγικότητα των εργατών, εισήγαγε το οκτάωρο, τη σύνταξη, έως και τη μερικώς δωρεάν ιατρική περίθαλψη.

Την περίοδο αυτή διαδέχθηκε ο «Καπιταλισμός της Βαϊμάρης», κατά τον οποίο επικράτησαν τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι βιομηχανίες. Μία κατάσταση η οποία επιδεινώθηκε, όταν κατέλαβε ο Hitler την εξουσία. Στη ναζιστική Γερμανία προωθήθηκαν οι φίλοι-βιομήχανοι του καθεστώτος, ενώ, ταυτόχρονα, επλήγησαν οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες (πολλοί από αυτούς Εβραίοι) και τα εργατικά συνδικάτα. Δεν είναι τυχαίο πως μετά τη «Νύχτα των Κρυστάλλων» και τη γενικότερη αντισημιτική πολιτική άρχισαν να ανοίγουν μεγάλα εμπορικά κέντρα στη Γερμανία.

Μετά το τέλος του πολέμου, υπήρχε στη Γερμανία και σε ολόκληρη την Ευρώπη ένα έντονο αίσθημα αντι-καπιταλισμού, αφού το Κεφάλαιο και οι σκληρές πολιτικές που επιβλήθηκαν στη  Δημοκρατία της Βαϊμάρης θεωρήθηκαν –δικαίως– επαιτείες για την άνοδο των Ναζί, τόσο από το πολιτικό κατεστημένο όσο και από τους λαούς της Ευρώπης. Παράλληλα, οι Αμερικανοί ήθελαν να σταματήσουν μία επικείμενη στροφή των Ευρωπαίων προς τον σοσιαλισμό. Ήταν, έτσι, φανερό πως ο αγγλοσαξονικός καπιταλισμός δεν θα λειτουργούσε στη Γερμανία.

Σύμφωνα με τον Albert, ο Καπιταλισμός του Ρήνου «εγκολπώνεται τη μεγαλύτερη προσπάθεια συμφιλίωσης μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής αλληλεγγύης που έγινε ποτέ στην Ιστορία», επιτρέποντας τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, αλλά παρεμβαίνοντας, ώστε να εξομαλύνει τις «τραχιές» πλευρές αυτής, όπως τις ταξικές ανισότητες και τις άνισες εργασιακές σχέσεις.

Το μοντέλο ενορχηστρώθηκε από τον Ludwig Erhard, Υπουργό Οικονομικών της Δυτικής Γερμανίας μετά τον πόλεμο, με σύνθημα «Ευημερία για όλους». Ο Albert, όμως, ήταν αυτός που αναφέρθηκε συγκεκριμένα στα χαρακτηριστικά του μοντέλου. Αυτά χωρίζονται σε μακροοικονομικά και σε μικροοικονομικά.

Πηγή εικόνας: spiegel.de

Τα 2 μακροοικονομικά:

α) Υψηλοί φόροι, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για να χρηματοδοτηθεί το Κράτος-Πρόνοιας, προκειμένου να προστατευτούν τα πιο ευάλωτα μέλη της κοινωνίας.

β) Το μοντέλο στηρίζεται στο συμβιβασμό μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών μίας επιχείρησης, μεταξύ, δηλαδή, κυρίως των εργοδοτών και των εργαζομένων, με τους εργαζομένους να αποκτούν δικαίωμα εκπροσώπησης στα διοικητικά συμβούλια μεγάλων εταιρειών και συμμετοχή στα μερίσματα.

Τα 2 μικροοικονομικά:

α) Ακριβώς λόγω της «διαλεκτικής» διαδικασίας που εκτυλίσσεται στο εσωτερικό των επιχειρήσεων, οι επιχειρήσεις (η συντριπτική πλειονότητα των οποίων ανήκει στη Middlestand) παίρνει αποφάσεις με γνώμονα όχι μόνο το κέρδος των μετόχων, της διοίκησης ή των δανειστών, όπως ισχυρίζεται η κλασσική και αγγλοσαξονική θεωρία, αλλά και των εργαζομένων και ακόμα και της τοπικής κοινότητας. Πολλές από τις γερμανικές εταιρείες βρίσκονται σε μικρές πόλεις και όχι σε μεγάλα αστικά κέντρα.

β) Η εξωτερική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, όταν συμβαίνει, γίνεται κυρίως μέσω του τραπεζικού δανεισμού και όχι του χρηματιστηρίου, με αποτέλεσμα τη σταθερότητα και την κεφαλαιακή επάρκεια, τα οποία ενθαρρύνουν και τις καλές και σταθερές σχέσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.

Ο Καπιταλισμός του Ρήνου διαφέρει σημαντικά από το σκανδιναβικό μοντέλο, καθώς αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να αντιγραφεί σε άλλη χώρα. Οι σκανδιναβικές χώρες στηρίζουν το ευρύ κοινωνικό κράτος και την παρέμβασή τους στην αγορά όχι μόνο στους υψηλούς φόρους, αλλά και στην εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου, τον οποίο κατέχουν (όπως το πετρέλαιο) και τον μικρό πληθυσμό τους. Η Γερμανία, λοιπόν, δεν επενέβη σε τέτοια επίπεδα, για να μπορέσει να διατηρήσει και την ανταγωνιστικότητά της.

Ο Καπιταλισμός του Ρήνου ενσωμάτωνε φιλελεύθερες, χριστιανοδημοκρατικές και σοσιαλδημοκρατικές αρχές, με αποτέλεσμα τη συμβίωση των καπιταλιστών με την εργατική τάξη και την κοινωνική συνοχή. Είναι ένα μοντέλο το οποίο επέτρεπε «την ενσωμάτωση της αγοραίας διαδικασίας μέσα στην κρατική νομοταξία και όχι αντίστροφα».

Το σύστημα αυτό ήταν ένα αποτελεσματικό και λειτουργικό σύστημα, μέχρι τη στιγμή που απλώς έπαψε να είναι. Τη δεκαετία του ’90 η Γερμανία είχε χάσει αρκετή από την ανταγωνιστικότητά της ως hub μεταποίησης, λόγω του υψηλού εργατικού κόστους, ενώ, παράλληλα, η Γερμανία ενοποιήθηκε και η απειλή του σοσιαλισμού έπαψε να υφίσταται. Για αυτούς τους λόγους, ο νεοφιλελευθερισμός άρχισε να παίρνει σταδιακά τη θέση του Καπιταλισμού του Ρήνου, μία εξέλιξη η οποία οδήγησε, εν μέρει, και στις σημερινές παθογένειες της γερμανικής οικονομίας.

Οι πολιτικοί και πολιτισμικοί συσχετισμοί επέτρεψαν στη Γερμανία να αναδυθεί ως μία μεγάλη οικονομία. Οι βάσεις της ανόδου αυτής είναι το υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό, ο συντηρητισμός σε πολλά επίπεδα και η κοινωνική ευαισθησία που επιδεικνύουν τόσο το κράτος όσο και οι επιχειρήσεις. Αυτά τα στέρεα θεμέλια δεν μπορούν εύκολα να ταρακουνηθούν και για αυτό έχει αποδείξει ξανά και ξανά η Γερμανία το πόσο ανθεκτική είναι η οικονομία της. Η ανάλυση αυτή δεν θα ήταν, όμως, ολοκληρωμένη, αν δεν γινόταν αναφορά και στο μεγαλύτερο, μάλλον, asset που έχει η Γερμανία, τις μεσαίες επιχειρήσεις της. Αυτή θα ακολουθήσει στο επόμενο άρθρο.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Εμμανουήλ Μαυροζαχαράκης: Από τον Καπιταλισμό του Ρήνου, στον νέο βάναυσο Καπιταλισμό του Βερολίνου, deliverypdf.ssrn.com, διαθέσιμο εδώ
  • German economic strength: The secrets of success, bbc.com, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Κωνσταντίνος Γκαμπής
Κωνσταντίνος Γκαμπής
Γεννημένος το 2002 στην Κέρκυρα, σπουδάζει στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οργανισμών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Θέλει, επίσης, σίγουρα να κάνει κι ένα μεταπτυχιακό, αλλά δεν έχει ιδέα πάνω σε τι. Μιλάει αγγλικά, ενώ πασχίζει να μάθει και ρώσικα. Στον ελεύθερο χρόνο του, ασχολείται με το debate, το μπαλέτο και το διάβασμα, ενώ του αρέσει να περνάει πολλές ώρες σε καφέ, μόνος ή με παρέα.