20.5 C
Athens
Δευτέρα, 27 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΗ έννομη προστασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η έννομη προστασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση [Μέρος Β΄]


Του Γιουλιάν Πραπανίκου,

Σε προηγούμενο άρθρο, έγινε λόγος για το δικαιοδοτικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Όπως έχει ειπωθεί, αυτό συγκροτείται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και από το Γενικό Δικαστήριο. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, επιλύονται διαφορές που σχετίζονται με την παραβίαση αρμοδιοτήτων από τα κράτη-μέλη της Ένωσης, που έχουν άμεσο αντίκτυπο και στους πολίτες αυτής. Για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων, ασκούνται οι λεγόμενες κύριες προσφυγές.

Οι κύριες ευθείες προσφυγές που λαμβάνουν χώρα στο ενωσιακό δίκαιο είναι: α) Η προσφυγή της Επιτροπής ή κράτους-μέλους κατά άλλου κράτους-μέλους, η οποία ρυθμίζεται στα άρθ. 258–260 ΣΛΕΕ, β) Η προσφυγή ακύρωσης και η προσφυγή παραλείψεως, οι οποίες έχουν ως απώτατο σκοπό τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και ρυθμίζονται στα άρθ. 264 και 265 ΣΛΕΕ, αντίστοιχα και, τέλος, γ) η αγωγή αποζημίωσης κατά της Ένωσης, η οποία προβλέπεται στα άρθ. 268 και 340 παρ.2.

Αρχικά, όσον αφορά την προσφυγή κατά κράτους-μέλους, στην περίπτωση που αυτό δεν έχει εφαρμόσει οδηγία ή κανονισμό, έχει, δηλαδή, παραβιάσει υποχρέωσή του που πηγάζει από το ενωσιακό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθ. 258 ΣΛΕΕ, αρμόδιο κρίνεται το ΔΕΕ. Παρόλα αυτά, όπως έχει επισημανθεί, τυχόν σφάλμα στην περίπτωση του δικαστηρίου δύναται να θεραπευτεί μέσω της παραπομπής της προσφυγής από το αναρμόδιο στο νομίμως εξουσιοδοτημένο για την επίλυση της υπόθεσης δικαστήριο. Ενεργητικά νομιμοποιείται να ασκήσει την προσφυγή η Επιτροπή, σε περίπτωση που ενημερωθεί, είτε από τους πολίτες του κράτους-μέλους που έχει προβεί στην παραβίαση του ενωσιακού δικαίου είτε μέσω των υπαλλήλων της, ύστερα από τη διενέργεια έρευνας. Η Επιτροπή επενεργεί για λογαριασμό της Ένωσης και, συνάμα, φανερώνει έναν χαρακτήρα «φρουρού» των κανόνων που απαρτίζουν το δικαιικό της σύστημα.

Πηγή εικόνας : euro2day.gr

Στην προσφυγή του άρθ. 258 ΣΛΕΕ, παθητικά νομιμοποιείται το κράτος-μέλος της Ε.Ε., το οποίο έχει προβεί στην προσφυγή του ενωσιακού δικαίου. Ως προς την ευθύνη που φέρει το κράτος-μέλος, αυτό βαρύνεται και στην περίπτωση που την παραβίαση έχουν προκαλέσει άλλα όργανα, πλην της εκτελεστικής εξουσίας. Δηλαδή, θεωρείται ότι νομιμοποιείται παθητικά και στην περίπτωση που το πταίσμα έχει προκληθεί από πράξη ή παράλειψη είτε μιας περιφέρειας, είτε ενός ομόσπονδου κρατιδίου, όταν αναφερόμαστε σε χώρες, οι οποίες είναι οργανωμένες κατά ανάλογο τρόπο (λ.χ. Αυστρία), είτε ακόμη και ενός ιδιώτη, καθώς το κράτος όφειλε να μεριμνήσει, προκειμένου το κάθε πρόσωπο να μη δύναται να προβεί στην παραβίαση κανόνα ενωσιακού δικαίου.

Προκειμένου, ωστόσο, η προσφυγή να χαρακτηριστεί ως παραδεκτή, δέον είναι να τηρηθεί μια συγκεκριμένη, άκρως αυστηρή, προδικασία. Ειδικότερα, η Επιτροπή καλείται να συντάξει μία αιτιολογημένη γνώμη, στην περίπτωση που διαπιστώσει ότι συντρέχει παραβίαση του ενωσιακού δικαίου από το κράτος-μέλος, εφόσον, βέβαια, προηγουμένως καλέσουν το τελευταίο να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του. Το έγγραφο, με το οποίο το κράτος διατυπώνει τις προτάσεις, ονομάζεται έγγραφο οχλήσεως. Αφού λάβει χώρα το στάδιο αυτό, η Επιτροπή, μέσω της γνώμης του, θέτει μία εύλογη προθεσμία προς τον καθ’ ου, προκειμένου να διορθώσει τα σφάλματά του και να σεβαστεί το ενωσιακό δίκαιο. Μόνο στην περίπτωση που παρέλθει το διάστημα αυτό και η παραβίαση συνεχιστεί να υφίσταται από την επομένη της λήξης της προθεσμίας, η Επιτροπή μπορεί να στραφεί και να ασκήσει την προσφυγή ενώπιον του ΔΕΕ.

Εφόσον συντρέξουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις αυτές, τότε το δικαστήριο προχωρά στο δεύτερο επίπεδο εξέτασης της προσφυγής, που είναι το βάσιμο. Σύμφωνα με το άρθ. 258 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή μπορεί να κινηθεί κατά κράτους-μέλους, στην περίπτωση που το τελευταίο έχει παραβεί υποχρέωσή του εκ των Συνθηκών. Συχνά, τα κράτη αυτά, προκειμένου να δικαιολογήσουν την καθυστέρησή τους ή την απροθυμία τους να συμμορφωθούν προς τις επιταγές του ενωσιακού δικαίου, επικαλούνται πλειάδα προτάσεων. Χαρακτηριστικά, η Ιταλία έχει υποστηρίξει ότι η καθυστέρηση μεταφοράς των Οδηγιών στο εθνικό δίκαιο οφείλεται στην πολιτική αστάθεια της χώρας. Η Ε.Ε., ωστόσο, έχει επισημάνει ότι προβλήματα στο εσωτερικό ενός κράτους-μέλους, δεν μπορούν να αποτελέσουν εμπόδιο για την ομαλή εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου. Οι αποφάσεις που θα εκδώσει το ΔΕΕ είναι απλώς αναγνωριστικές, δηλαδή δέχεται την ύπαρξη της παραβίασης που αποτέλεσε αντικείμενο της προσφυγής.

Δεύτερη περίπτωση προσφυγής είναι η λεγόμενη προσφυγή ακύρωσης του άρθ. 264 ΣΛΕΕ, η οποία έχει ως απώτατο σκοπό τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων που εκδίδουν τα όργανα της Ένωσης. Αν και οι πράξεις αυτές βασίζονται στο τεκμήριο της νομιμότητας, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο εθνικό μας δίκαιο, εντούτοις δίνεται σε ορισμένους η δυνατότητα να υπερβούν το τεκμήριο αυτό. Οι προϋποθέσεις του παραδεκτού, στην περίπτωση αυτή, είναι: α) αρμόδιο δικαστήριο, σε περίπτωση που την προσφυγή ασκούν προνομιούχοι (λ.χ. κράτος–μέλος, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κλπ.) ή εν μέρει προνομιούχοι (λ.χ. Ελεγκτικό Συνέδριο) είναι το ΔΕΕ (άρθ. 263 παρ. 2–3 ΣΛΕΕ), ενώ σε περίπτωση που η προσφυγή ασκείται από μη προνομιούχους προσφεύγοντες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα δηλαδή, (άρθ. 263 παρ. 4 ΣΛΕΕ), αρμόδιο είναι το Γενικό Δικαστήριο. Τα προαναφερθέντα αυτά πρόσωπα συγκροτούν και την προϋπόθεση β) που αναφέρεται στους ενεργητικά νομιμοποιημένους, γ) όσον αφορά την παθητική νομιμοποίηση το ΔΕΕ ελέγχει τη νομιμότητα των νομοθετικών πράξεων, πράξεων του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εκτός των συστάσεων και γνωμών, και των πράξεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων. Ελέγχει, επίσης, τη νομιμότητα των πράξεων των λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα, έναντι τρίτων (άρθ. 263 παρ. 1 ΣΛΕΕ). Τέλος, δ) η προσφυγή ασκείται εντός δύο μηνών από την ημέρα δημοσίευσης ή κοινοποίησης της πράξης ή, σε περίπτωση που κάτι τέτοιο δεν έλαβε χώρα, από την ημέρα που ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξης.

Πηγή εικόνας: kathimerini.gr, Δικαιώματα χρήσης και φωτογράφος: REUTERS / Yves Herman

Η παραπάνω διαδικασία ισχύει για τους προνομιούχους και τους εν μέρει προνομιούχους προσφεύγοντες. Όσον αφορά τους μη προνομιούχους, πλην των προαναφερθέντων, δέον είναι να τηρούνται και ορισμένες επιπλέον προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, οι προσφεύγοντες νομιμοποιούνται ενεργητικά, στην περίπτωση που είναι αποδέκτες των προσβαλλόμενων πράξεων ή που τον αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που τον αφορούν ατομικά, χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον φαίνεται να γεννά η έννοια άμεσα και ατομικά. Ως προς το άμεσα: α) η προσβαλλόμενη πράξη επιτάσσεται να επηρεάζει τη νομική του κατάσταση και β) να απαιτεί από τον αποδέκτη της την εφαρμογή του μέτρου, δίχως να του παρέχει καμία δυνατότητα νομικού της ελέγχου (Υπόθεση Jego Quere). Ως προς το ατομικά, σύμφωνα με το δόγμα Plauman, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα πληρούν την προϋπόθεση περί ατομικού επηρεασμού, μόνον όταν η προσβαλλόμενη πράξη τα θίγει, λόγω ορισμένων διακριτικών ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει, σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, έτσι, τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη.

Σε επίπεδο βασίμου της προσφυγής, μία πράξη θεωρείται «παράνομη» λόγω αναρμοδιότητας του οργάνου που την εξέδωσε, παραβάσεως ουσιώδους τύπου, παραβάσεως των Συνθηκών ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας. Στην περίπτωση που η προσφυγή τηρεί τις προϋποθέσεις του παραδεκτού και του βασίμου, το Δικαστήριο κηρύσσει την προσβαλλόμενη πράξη άκυρη. Η απόφαση αυτή είναι διαπλαστική, εξαφανίζει την πράξη από το νομικό κόσμο και ισχύει ex tunc και erga omnes.

Τέλος, σημαντική είναι και η αγωγή αποζημίωσης κατά της Ένωσης. Οι προϋποθέσεις του παραδεκτού είναι: α) αρμόδιο δικαστήριο είναι το ΔΕΕ, ενώ τα αιτήματα αποκατάστασης ζημίας στην πραγματικότητα τα παραλαμβάνει το Γενικό Δικαστήριο, β) ενεργητικά νομιμοποιούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, είτε αυτά προέρχονται από κράτη-μέλη της Ένωσης είτε από τρίτες χώρες και όχι τα ίδια τα κράτη ή τα θεσμικά όργανα, γ) παθητικά νομιμοποιείται η Ένωση, στην οποία μετακινείται το βάρος της ευθύνης των οργάνων της και δ) ο ζημιωθείς οφείλει να ασκήσει αγωγή μέσα σε μία πενταετία. Ως προς το βάσιμο απαιτείται: α) Παρανομία, δηλαδή κατάφωρη παραβίαση κανόνα ενωσιακού δικαίου. Κατάφωρη είναι η παραβίαση, όταν πράξη θεσμικού οργάνου της Ένωσης συνιστά πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων της εξουσίας εκτιμήσεως που αυτό διαθέτει, β) ζημία, η οποία δέον να είναι βέβαιη και πραγματική ή και μελλοντική, εφόσον η επέλευσή της μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα και γ) να υπάρχει μεταξύ των δύο αυτών προϋποθέσεων αιτιώδης σύνδεσμος.

Πηγή εικόνας: lawnet.gr

Συνοψίζοντας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το δικαιοδοτικό σύστημα της Ένωσης είναι απαραίτητο για την αντιμετώπιση ζητημάτων που γεννιούνται στο πλαίσιο του ενωσιακού δικαίου. Προκειμένου να επιλυθούν τέτοιου είδους υποθέσεις, δέον είναι να τηρηθούν τα στοιχεία που συγκροτούν το παραδεκτό της προσφυγής, καθώς και το βάσιμο αυτής.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ, ΠΕΡΑΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΡΕΒΕΚΚΑ-ΕΜΜΑΝΟΥΕΛΑ, ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, 2021, ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
  • ΕΥΓΕΝΙΑ Ρ. ΣΑΧΠΕΚΙΔΟΥ, ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, 2021, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ, ΑΘΗΝΑ–ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Γιουλιάν Πραπανίκου
Γιουλιάν Πραπανίκου
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 2003. Σπουδάζει στο τμήμα Νομικής του ΑΠΘ. Έχει κλίση προς το Αστικό και το Συνταγματικό Δίκαιο, ενώ στον ελεύθερό του χρόνο ασχολείται με τη δημιουργική γραφή και την άθληση.