19.3 C
Athens
Σάββατο, 13 Απριλίου, 2024
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΓειτονικό δίκαιο: Καθορισμός των ορίων με βάση το άρθρο 1020 ΑΚ

Γειτονικό δίκαιο: Καθορισμός των ορίων με βάση το άρθρο 1020 ΑΚ


Της Ειρήνης Τσαρούχα,

Με βάση τα άρθρα 1000 και 1001 ΑΚ, η κυριότητα αποτελεί το ισχυρότερο εμπράγματο δικαίωμα, που επιτρέπει την πλήρη κατ’ αρέσκειαν χρήση και τον πορισμό κάθε ωφέλειας από το πράγμα και, εν προκειμένω, των ακινήτων και επιτρέπει την αποτροπή κάθε ενέργειας τρίτου, που επεμβαίνει στην εξουσία του κυρίου. Για λόγους γενικού συμφέροντος, όμως, ο νομοθέτης έχει προνοήσει να περιορίσει την εξουσία του κυρίου με συγκεκριμένες διατάξεις, τις διατάξεις του γειτονικού δικαίου. Άλλωστε, στις σχέσεις των γειτόνων μεταξύ τους –πολύ συχνά– επικρατούν διαφωνίες και διαμάχες σχετικά με την οριοθέτηση της ιδιοκτησίας τους, τις εκπομπές που πηγάζουν από το γειτονικό ακίνητο, την ηχορύπανση και, γενικά, πράξεις ή παραλείψεις σχετικά με τον τρόπο άσκησης της κυριότητας από τον έναν, που επηρεάζουν την άσκηση της κυριότητας από τον άλλον. Τις αντιπαραθέσεις αυτές επιλύει, λοιπόν, το γειτονικό δίκαιο, το οποίο εξισορροπεί τα αντικρουόμενα συμφέροντα και προάγει την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των κυρίων, των γειτνιαζόντων ακινήτων. Εκτείνεται στα άρθρα 1003–1032 ΑΚ, καθώς και ειδικότερα σε ειδικούς νόμους, επιβάλλοντας στον ένα κύριο –ή και στους δύο– μια πράξη, παράλειψη ή ανοχή.

Πηγή εικόνας: atlasecurity.gr

Δύο από τις πιο «χρήσιμες» διατάξεις του γειτονικού δικαίου λόγω και των κακοδιατυπωμένων ρυμοτομικών σχεδίων των περισσοτέρων ελληνικών πόλεων, αλλά και της παντελούς έλλειψής τους σε επαρχιακές κωμοπόλεις, είναι η 1019 και 1020 ΑΚ. Αρχικά, με βάση το άρθρο 1019, ο κύριος ακινήτου έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον κύριο του γειτονικού κτήματος να κατασκευάσουν από κοινού και με κοινή δαπάνη σταθερά ορόσημα ή να αποκαταστήσουν τα ορόσημα που μετακινήθηκαν ή έχουν φθαρεί. Η νομοθετική αυτή πρόβλεψη αποσκοπεί να προστατέψει το δημόσιο συμφέρον, δεδομένης της ανάγκης εξατομίκευσης των ακινήτων και, προφανώς, να αποτρέψει αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους κυρίους των γειτνιαζόντων ακινήτων. Προκειμένου να γεννηθεί η αξίωση αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση είναι τα ακίνητα να εφάπτονται, δηλαδή να μην παρεμβάλλεται ανάμεσά τους ποταμός ή δρόμος. Φυσικά, οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων δεν πρέπει να αμφιβάλλουν ως προς τα όριά τους, αλλά απλά να επιδιώκουν να τα αποκαταστήσουν από κοινού.

Εφόσον, δεν πληρείται η τελευταία προϋπόθεση και οι ιδιοκτήτες των διπλανών κτημάτων διαφωνούν ως προς την οριοθέτηση των συνόρων, εφαρμόζεται η 1020 ΑΚ. Με βάση τη διάταξη αυτή, «σε περίπτωση σύγχυσης των ορίων χωρεί κανονισμός τους από το δικαστήριο. Αν είναι ανέφικτη η εξακρίβωσή τους, προσδιορίζονται σύμφωνα με την υπάρχουσα κατάσταση της νομής. Αν δεν μπορεί και αυτή να εξακριβωθεί, κατανέμεται η αμφισβητούμενη έκταση κατά ίσο μέρος στο καθένα από τα ακίνητα» Εάν και η 1020 αναφέρει ότι ο καθορισμός των ορίων γίνεται από το δικαστήριο, γίνεται αποδεκτό ότι μπορούν και τα μέρη μεταξύ τους να καθορίσουν με συμφωνία τα όρια του ακινήτου και, μόνο εάν δεν καταλήξουν σε αυτή, μπορεί ένας να ζητήσει από το δικαστήριο να το πράξει. Είναι αδιάφορο, επίσης, εάν η έλλειψη ακριβούς οριοθέτησης επήλθε από ενέργεια ενός εκ των κυρίων των συνορευόντων ακινήτων ή από τρίτο ή από άλλη μεταβολή.

Πηγή εικόνας: philenews.com

Με βάση τη διάταξη, το δικαστήριο, πρώτα, θα προσπαθήσει να εξακριβώσει τα σημεία της πραγματικής οριοθέτησης. Γι’ αυτό, ο δικαστής δύναται να έχει στη διάθεσή του τίτλου ιδιοκτησίας, ρυμοτομικά σχέδια, προηγούμενες αποφάσεις δικαστηρίων και, γενικά, έγγραφα που μπορούν να φανερώσουν την πραγματική οριοθέτηση των ακινήτων. Εάν αυτό καθίσταται αδύνατο, τότε θα λάβει υπόψη του τη νομή που ασκείται πάνω στα ακίνητα ως τεκμήριο ότι τα σύνορα ταυτίζονται με την άσκηση της νομής. Εάν το δικαστήριο καταλήξει σε οριστική απόφαση με βάση τις παραπάνω ενδείξεις, η απόφαση του δικαστηρίου θεωρείται αναγνωριστική. Αντίθετα, εάν δεν μπορεί να καταλήξει σε οριοθέτηση, τότε ο δικαστής μπορεί να κατανέμει την αμφισβητούμενη έκταση κατ’ ίσο μέρος. Η απόφαση του τότε θα είναι διαπλαστική, καθώς ουσιαστικά συστήνει μια νέα νομική κατάσταση ανάμεσα στους δύο διαδίκους. Τέλος, η άσκηση της αγωγής καθορισμού των ορίων δεν υπόκειται σε παραγραφή για λόγους ασφάλειας δικαίου.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΠΗΓΗ
  • Εγχειρίδιο εμπράγματου δικαίου, Απόστολος Σ Γεωργιάδης, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ειρήνη Τσαρούχα
Ειρήνη Τσαρούχα
Κατάγεται από ένα μικρό χωριό στα Τρίκαλα, τον Άγιο Βησσαρίωνα. Βρίσκεται στο δεύτερο έτος των σπουδών της στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στο Δημόσιο Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό. Στο ελεύθερό της χρόνο, της αρέσει να διαβάζει νομικά άρθρα και βιβλία και να περνάει χρόνο με τους φίλους μου.