11.3 C
Athens
Κυριακή, 29 Ιανουαρίου, 2023
ΑρχικήΚοινωνίαΟ μύθος της ουδέτερης γλώσσας

Ο μύθος της ουδέτερης γλώσσας


Της Χρυσάνθης Παπαναστασίου,

Η γλώσσα ανέκαθεν έχει αποτελέσει τον βασικότερο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ των έλλογων όντων και είναι τόσο φραστική όσο και μη φραστική, νοηματικά συνειδητή από τoν χρήστη της, αλλά και αυθόρμητη, λογική, μα και ασυναίσθητη. Η γλώσσα, λοιπόν, ή καλύτερα ο τρόπος έκφρασής της, δεδομένου πως η ίδια αυτοτελώς, δηλαδή ως σύνολο συντακτικών και γραμματικών στοιχείων, είναι άψυχη, μπορεί να αποτελέσει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αντικείμενα ανάλυσης επιστημών, όπως είναι η Γλωσσολογία ή ακόμη και η Σημειολογία.

Υπό το άγρυπνο και καθαρό μάτι της επιστήμης, λέξεις, εκφράσεις, ακόμη και παροιμίες που χρησιμοποιούνται ασυναίσθητα και αυθόρμητα, υποθάλπουν κρυμμένα –ή και όχι– μηνύματα-μάρτυρες ορισμένων αντιλήψεων, των οποίων η προέλευση, αν και μπορεί να χάνεται στην αχλή του χρόνου και της ιστορίας της διαμόρφωσης της γλώσσας, και μόνο η αναπαραγωγή τους αποτελεί, ενδεχομένως, σιωπηλή επιδοκιμασία των εν λόγω νοημάτων. Με βάση αυτή τη συλλογιστική, λοιπόν, πόσο πατριαρχική είναι η γλώσσα μας;

Καλό θα ήταν η συγκεκριμένη προβληματική να ξεκινήσει με αριθμητικά πραγματικά δεδομένα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, τα αρσενικά ουσιαστικά, τα οποία δηλώνουν πρόσωπο, είναι σχεδόν διπλάσια από τα θηλυκά. Η πλειονότητα τέτοιων περιπτώσεων εντοπίζεται στους επαγγελματικούς όρους, με τους περισσότερους να χρησιμοποιούνται σε αρσενικό γένος, αναφερόμενοι τόσο σε άντρες όσο και γυναίκες, με την αντίστοιχη τροποποίησή τους σε θηλυκό γένος να κρίνεται ως υποτιμητική και, φυσικά, να χρησιμοποιείται χάριν αστεϊσμού. Επομένως, ακόμη και με βάση την απολύτως εξωτερική προσέγγιση της γλώσσας, αυτή είναι κατά βάση ανδροκρατούμενη, με τις παραπάνω ποσοτικές παρατηρήσεις να συμπληρώνονται από ποιοτικές. Για παράδειγμα, κατά την ίδια έρευνα, ένα από τα αριθμητικά στοιχεία στα οποία τα θηλυκά ουσιαστικά υπερτερούν είναι αυτά που παραπέμπουν στην εμφάνιση και τη σεξουαλικοποίηση, με τη χρήση αυτών να περιορίζεται σε «κοσμητικούς» όρους για την κριτική των γυναικών. Γενικότερα, πόσο εύκολα χαρακτηρίζεται μια γυναίκα με βάση την εξωτερική της εμφάνιση σε αντίθεση με έναν άντρα, των οποίων η πλειονότητα των αρνητικών χαρακτηρισμών οφείλεται σε πράξεις τους;

Πηγή εικόνας: mountholyokenews.com

Η υποβόσκουσα αυτή πραγματικότητα, αν και είναι ορατή μόνο μέσω παραδειγμάτων και εκ πρώτης όψεως μη αντιληπτή, αποτελεί ένα δείγμα του πόσο πατριαρχικά εκφραζόμαστε. Ας σκεφτούμε ένα απτό παράδειγμα της καθημερινότητας. Οι περισσότεροι σύγχρονοι άνθρωποι που διαθέτουν φιλελεύθερο πνεύμα και υποστηρίζουν απόλυτα την ισότητα μεταξύ των φύλων και την ελευθερία των γυναικών, όταν ερωτηθούν αν ο γάμος είναι κομβικό σημείο στη ζωή των γυναικών, θα σπεύσουν να απαντήσουν πως αναφορικά με τον γάμο ισχύει ακριβώς ό,τι και για τους άντρες, ότι, δηλαδή, πρόκειται για μια προσωπική επιλογή που, τουλάχιστον εξωτερικά, δεν επηρεάζει την υπόσταση του ατόμου.

Οι ίδιοι άνθρωποι, ωστόσο, αβασάνιστα θα καλέσουν «κυρία» μόνο μια έγγαμη γυναίκα, με τις λοιπές να καλούνται «δεσποινίδες», γεγονός που δεν υφίσταται στους άντρες, που μάλλον «γεννιούνται κύριοι». Άραγε να είναι αυτό μια ένδειξη πως μια γυναίκα μπορεί πραγματικά να είναι κυρία του εαυτού της μόνον εφόσον παντρευτεί και αποτελέσει μέλος μίας οικογένειας, επιτελώντας, όπως θα έλεγε κάποιος οπισθοδρομικός, τον βασικό σκοπό της ύπαρξής της; Το επιχείρημα αυτό επιβεβαιώνουν και οι διαφορετικοί όροι που χρησιμοποιούνται μεταξύ άγαμων αντρών και γυναικών, με τους πρώτους να καλούνται κατά κανόνα «εργένηδες», με την όποια κοινωνική επιδοκιμασία συνοδεύει τον όρο, ενώ οι δεύτερες με τον «κομψότατο» όρο της «γεροντοκόρης», ο οποίος, παρά τον προσβλητικό του χαρακτήρα, υφίσταται ακόμη και συχνά εμπλουτίζεται με το συγκαταβατικό «έμεινε στο ράφι».

Ωστόσο, αυτού του είδους η σεξιστική μεταχείριση της γλώσσας περιορίζεται μόνο σε λεξιλογικούς όρους; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι μάλλον αυτονόητη, ιδίως αν στρέψουμε την προσοχή μας στις γλωσσικές επιλογές της καθημερινότητας και ειδικά αυτές που χρησιμοποιούνται χάριν αστεϊσμού. Πόσο συχνά ακούμε καθημερινά χιουμοριστικές φράσεις σχετικά με τη νοημοσύνη των γυναικών, οι οποίες είναι τόσο διαδεδομένες που ορισμένοι φρονούν πως υπάρχει ιδιαίτερη κατηγορία ανεκδότων, όπως τα «ανέκδοτα για τις ξανθιές», των οποίων η υποτιθέμενη νοημοσύνη επηρεάζεται άμεσα από το «νούμερο της βαφής» που χρησιμοποιούν; Σε αντίστοιχη περίπτωση, οι ξανθοί άντρες μάλλον έχουν «ανοσία» σε αυτήν την επίκτητη νοητική δυσχέρεια, δεδομένου πως κανείς δεν έχει ακούσει σχετικό σαρκαστικό σχόλιο.

Αλλά για να μην περιοριζόμαστε στα ανέκδοτα, καθώς πολλοί θα σπεύσουν, όπως και ήδη έχουν κάνει, να καταποντίσουν το επιχείρημα περί σεξιστικών ανεκδότων, ισχυριζόμενοι πως στον βωμό της «πολιτικής ορθότητας» έχει θυσιαστεί το χιούμορ, καλό θα ήταν να γίνει λόγος και για άλλες, λιγότερο «αστείες» εκφράσεις. Διαρκώς ακούγονται φράσεις με την κατάληξη «σαν γυναίκα/ κορίτσι», καθώς, άλλωστε, είναι δεδομένο και κοινωνικά αναμενόμενο πως όλες οι γυναίκες ή όλα τα κορίτσια πρέπει να τρέχουν, να κάθονται ή να αντιδρούν με κοινό τρόπο! Τα υποκοριστικά «γυναικούλα» ή «κοριτσάκι» που αποτελούν βασικές παραλλαγές αυτών των φράσεων αποτελούν τα πλέον ταπεινωτικά δείγματα εκφραστικών «ατοπημάτων».

Πηγή εικόνας: gettyimages.com

Η ακόμη πιο δυσοίωνη παρατήρηση είναι πως σχήματα λόγου, όπως «κάτσε σαν κορίτσι», ακούγονται συχνότερα από γυναίκες και ιδίως από και προς πρόσωπα του ίδιου οικογενειακού περιβάλλοντος, σε περιπτώσεις που ένα νεαρό άτομο τολμήσει να απωλέσει –έστω και στιγμιαία– την κοινωνικά απαιτούμενη θηλυκή πλευρά του. Να είναι, άραγε, αυτός ένας τρόπος που διαιωνίζεται μεταξύ των γενεών ο «εσωτερικευμένος μισογυνισμός», δεδομένου πως από νεαρή ηλικία αποκτάμε το ερέθισμα της «καθώς πρέπει» συμπεριφοράς, εκπαραθυρώνοντας κάθε δείγμα διαφορετικότητας;

Μελετητές και συγγραφείς, όπως η Spender, έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτού του είδους γλωσσικές επιλογές και χαρακτηρισμοί αποτελούν κατασκευές πατριαρχικών κοινωνιών, που, στοχεύοντας στην ανάδειξη των αντρών ως το ισχυρότερο φύλο, χρωματίζουν τη γλώσσα με τέτοιες εκφράσεις, επιδιώκοντας μάλλον έναν κοινωνικό μιθριδατισμό, δηλητηριάζοντας την κατά κανόνα ουδέτερη γλώσσα με στερεότυπα. Η ακραία συνέπεια αυτής της πρακτικής είναι να γίνεται σχεδόν αδύνατο να εκφραστούμε δίχως να υποπέσουμε σε κάποια προκατάληψη και να αρχίσουμε να νεύουμε επιδοκιμαστικά και στον καθρεφτισμό αυτών των αντιλήψεων στην κοινωνική μας πραγματικότητα.

Μήπως η γλωσσική ακρίβεια επιλέγεται μόνο όταν οι συνθήκες είναι προνομιούχες και συμφέρουσες για τον χρήστη; Γιατί ορισμένοι δεν επιδεικνύουν την ίδια αυστηρότητα στην ορθή χρήση της γλώσσας, αποφεύγοντας τέτοιου είδους σεξιστικά σχόλια, όσο εκείνη που έδειχναν όταν λάμβανε χώρα ο κοινωνικός διάλογος σχετικά με την καθιέρωση του όρου της «γυναικοκτονίας», με κάποιους να μην τον αποδέχονται, επικαλούμενοι πως ο όρος είναι αδόκιμος και πως τον περιλαμβάνει αυτός της ανθρωποκτονίας; Στην προκειμένη περίπτωση, γιατί εντάθηκε, λοιπόν, η συζήτηση σχετικά με τις διακρίσεις της γλώσσας, ενώ γενικότερα αγνοείται; Αυτή η τελευταία παρατήρηση οφείλει να μας ανησυχήσει, ιδίως αν αναλογιστούμε πως ακόμη και στο πλαίσιο της φρικαλεότητας αυτών των περιστατικών, ορισμένοι έσπευσαν να «διυλίσουν τον κώνωπα» και αντί να προβληματιστούν για την κοινωνική πραγματικότητα, άρχισαν να φυλλομετρούν λεξικά και να αναζητούν ορισμούς και ετυμολογίες λέξεων, ενώ οι λοιπές καταχρήσεις της γλώσσας ή οι παρωχημένες εκφράσεις είναι πάντοτε αδιάφορες για τους ίδιους. Η επιλεκτικότητα, επομένως, σε αυτού του είδους τις αναζητήσεις είναι εμφανής.

Καλό θα ήταν, επομένως, να ενστερνιστούμε την αρχή της γλωσσικής υγιεινής (verbal hygiene), ακριβώς όπως έχουμε αποδεχτεί τους κανόνες της σωματικής υγιεινής, προσέχοντας τον τρόπο που εκφραζόμαστε, προκειμένου να μην προσβάλουμε –εκούσια ή ακούσια– κοινωνικές ομάδες που θίγονται από αυτόν. Όσο προσεκτικοί είμαστε προκειμένου να αποφύγουμε τις ασθένειες, άλλο τόσο οφείλουμε να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα κατά τρόπο που δεν διαιωνίζει κοινωνικά κατάλοιπα διακρίσεων και σεξισμού.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Spender D. (1980), Man Made Language, Εκδόσεις New York: Routledge
  • The languages with built-in sexism, bbc.com, διαθέσιμο εδώ
  • Language and Political Correctness: ‘Verbal Hygiene’, Deborah Cameron, 1995, linguisticus.wordpress.com, διαθέσιμο εδώ
  • Are existing languages too “patriarchal” to adequately express the feelings of women?, capstan.be, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Χρυσάνθη Παπαναστασίου
Γεννήθηκε το 2003 και μεγάλωσε στον Βόλο. Είναι φοιτήτρια Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και μιλάει Αγγλικά και Γαλλικά. Τα ενδιαφέροντά της εστιάζονται στα σύγχρονα κοινωνικά και νομικά ζητήματα τόσο σε εθνική όσο και σε παγκόσμια κλίμακα. Είναι λάτρης των ταξιδιών, ενώ στον ελεύθερό της χρόνο της αρέσει να διαβάζει λογοτεχνικά βιβλία, γεγονός που καλλιέργησε και την αγάπη της για την αρθρογραφία.