11.3 C
Athens
Κυριακή, 29 Ιανουαρίου, 2023
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΟ θεσμός της παραγραφής

Ο θεσμός της παραγραφής


Της Ειρήνης Τσαρούχα,

Η παραγραφή είναι ένας θεσμός του νομικού μας συστήματος, που δέχεται συχνά τη μεγαλύτερη αποδοκιμασία από την κοινή γνώμη. Ωστόσο, αποτελεί κομμάτι του δυτικού νομικού πολιτισμού και του δικαιοκρατικού κράτους, που προβλέπεται τόσο για τις αστικές υποθέσεις όσο και για τις ποινικές.

Ως προς το αστικό δίκαιο, η παραγραφή αφορά τον χρόνο, μετά την παρέλευση του οποίου, παύει να είναι εξαναγκαστή μια αξίωση, δηλαδή η εξουσία να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή παράλειψη. Ο αστικός κώδικας ορίζει στο άρθρο 249 –καταρχήν– την 20ετή παραγραφή των αξιώσεων, ωστόσο δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, στις οποίες προβλέπεται συντομότερη παραγραφή. Σημαντικότερη περίπτωση τα οριζόμενα στο άρθρο 250 ΑΚ , το οποίο καθιερώνει 5ετή παραγραφή για κάποιες από τις συνηθέστερες στις συναλλαγές δραστηριότητες, που δύνανται να γεννούν συχνότερα αξιώσεις. Δικαιολογητική βάση της παραγραφής αυτής είναι η επιθυμία του νομοθέτη να υπάρχει γρήγορη εκκαθάριση των ιδιωτικών διαφόρων, που –κατά κύριο λόγο– αφορούν οικονομικές διαφωνίες περιουσιακού χαρακτήρα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ασφάλεια των συναλλαγών. Σε άλλους κλάδους του αστικού δικαίου, μάλιστα, μπορούμε να συναντήσουμε και ενιαύσια ακόμα παραγραφή.

Πηγή Εικόνας: kathimerini.gr

Ως προς το ποινικό δίκαιο, παραγραφή των εγκλημάτων σημαίνει ότι η πολιτεία απεκδύεται του δικαιώματός της να επιβάλλει ποινή σε μια –κατά τα άλλα– αξιόποινη πράξη, λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από τον χρόνο τέλεσής της. Δικαιολογητική βάση της παραγραφής στο ποινικό δίκαιο είναι η μη επιθυμία της πολιτείας να διαταράξει την κοινωνική ζωή για ένα έγκλημα που αφορά την προσβολή ενός αγαθού, που η αξία του έχει φθαρεί μέσα στο χρόνο. Έτσι, η τιμωρία φαντάζει –δυσανάλογα– επαχθής σε σύγκριση με την παράνομη προσβολή. Άλλωστε και στο πρακτικό κομμάτι, τα αποδεικτικά στοιχεία κατόπιν της παρέλευσης πολλών χρόνων από την προσβολή του εννόμου αγαθού θα έχουν –πιθανώς– αλλοιωθεί, αν όχι καταστραφεί. Οι μάρτυρες, επίσης, θα ήταν δύσκολο να βρεθούν ή να επαναφέρουν στη μνήμη τους το γεγονός. Έτσι, θα ήταν σχεδόν αδύνατο για τον δικαστή να λάβει απόφαση, με αποτέλεσμα να χάνεται και η ουσία της δίκης και να κινδυνεύουν οι επιταγές του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Η παραγραφή ως λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου είναι θεσμός του ουσιαστικού ποινικού δικαίου και άρα, υπόκειται στην αρχή της νομιμότητας και στις επιμέρους εκφάνσεις της. Απαγορεύεται, λοιπόν, η αναδρομικότητα της δυσμενέστερης διάταξης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, εάν αλλάξει ο χρόνος παραγραφής για ένα έγκλημα ή ένα έγκλημα μετατραπεί από κακούργημα σε πλημμέλημα και το αντίστροφο (από την τέλεση μιας πράξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη της), τότε αυτό συμπαρασύρει και την παραγραφή, καθώς θα εφαρμοστεί αυτή που ευνοεί και τον δράστη σε κάθε περίπτωση. Άλλο στοιχείο που επιφέρει η ένταξη της παραγραφής σε θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, είναι το γεγονός ότι δύναται μια δικαστική απόφαση επί υποψίας εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων για την παραγραφή να υποβληθεί σε αναιρετικό έλεγχο στον Άρειο Πάγο.

Πηγή Εικόνας: tovima.gr

Στον ελληνικό ποινικό κώδικα, ο χρόνος παραγραφής ορίζεται στο άρθρο 111 και ειδικότερα στην παράγραφο 2. Με βάση, λοιπόν, την παράγραφο 2, τα κακουργήματα, που τιμωρούνται με ισόβια κάθειρξη, παραγράφονται στα 20 έτη και όλα τα υπόλοιπα κακουργήματα (που τιμωρούνται με κάθειρξη) μετά από 15 χρόνια. Τέλος, τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά από 5 έτη. Είναι φανερό ότι ο ποινικός νομοθέτης προβλέπει αυστηρότερη παραγραφή σε σημαντικές προσβολές του εννόμου αγαθού, ενώ για μικρότερες μειώνει –κατά πολύ– το διάστημα, εντός του οποίου η πολιτεία δύναται να ασκήσει ποινική δίωξη. Υπάρχει, βέβαια, και το έγκλημα της γενοκτονίας, καθώς και τα εγκλήματα πολέμου και κατά της ανθρωπότητας, τα οποία έχουν διεθνή χαρακτήρα και παραμένουν απαράγραπτα, όπως προβλέπει το Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, το οποίο έχει κυρώσει με νόμο η χώρα μας.

Σε άλλους κλάδους του δικαίου (φορολογικό, ακόμα και στο Σύνταγμα) υπάρχουν εξίσου παρόμοιες διατάξεις, που ρυθμίζουν ειδικότερες παραγραφές. Άλλωστε, η παραγραφή ως θεσμός αποδεικνύει τη δημοκρατική επιταγή της πολιτείας και το σωφρονιστικό χαρακτήρα της επιβολής ποινών. Έτσι, Θα ήταν παράλογο να επιβληθεί ποινή έπειτα από 20 ή 30 χρόνια για μια εξύβριση, επηρεάζοντας –χωρίς ουσιαστικό λόγο– την κοινωνική ζωή του κατηγορουμένου, πόσο μάλλον σε υποθέσεις ιδιωτικών διαφόρων ο νομοθέτης να επιτρέπει κάποιος να ζητά ένα χρηματικό ποσό –ακόμα και αξιόλογο– μετά από 40 και 50 χρόνια.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • A. Γεωργιάδης, Γενικές αρχές αστικού δικαίου, 5η έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα
  • Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, N. Μπιτζιλέκης, Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, 3η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ειρήνη Τσαρούχα
Κατάγεται από ένα μικρό χωριό στα Τρίκαλα, τον Άγιο Βησσαρίωνα. Βρίσκεται στο δεύτερο έτος των σπουδών της στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στο Δημόσιο Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό. Στο ελεύθερό της χρόνο, της αρέσει να διαβάζει νομικά άρθρα και βιβλία και να περνάει χρόνο με τους φίλους μου.