20 C
Athens
Σάββατο, 25 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΟικονομίαΗ εξέλιξη της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος

Η εξέλιξη της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος


Του Κωνσταντίνου Γκότση, 

Κάθε οικονομική κρίση που έχει βιώσει η ανθρωπότητα, ιδιαίτερα τα τελευταία 100 χρόνια, έχει αποδειχθεί ότι σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με την ποσότητα του χρήματος που έχει διοχετευτεί στις αγορές με την άσκηση νομισματικής ή/και δημοσιονομικής πολιτικής. Ως γνωστόν, η αξία του χρήματος, όπως και όλων των αγαθών, ορίζεται από τις δυνάμεις της ζήτησης και της προσφοράς.

Η ζήτηση του χρήματος προκύπτει από δύο βασικές του λειτουργίες. Πρώτον, λειτουργεί ως μέσο ανταλλαγής αγαθών και υπηρεσιών, καθώς είναι ένα εύχρηστο μέγεθος για την τιμολόγησή τους, και κατά δεύτερον, ως απόθεμα αξίας, αφού βοηθά στην αποταμίευση των οικονομικών μονάδων μιας κοινωνίας. Επιπλέον, στις σύγχρονες αγορές χρησιμοποιείται και για κερδοσκοπία, λόγω της διακύμανσης που παρουσιάζουν στην αξία τους τα διάφορα εθνικά νομίσματα. Συνεπώς, άτομα, νοικοκυριά και επιχειρήσεις επιθυμούν να διατηρούν χρήματα είτε σε μετρητά είτε με τη μορφή ρευστών περιουσιακών στοιχείων για τους λόγους που αναφέραμε.

Μεταβολή στη ζήτηση χρήματος μπορεί να επέλθει λόγω αλλαγής του επιπέδου του εισοδήματος ή του πλούτου των οικονομικών μονάδων της κοινωνίας, είτε επειδή έγιναν πιο ελκυστικά κάποια άλλα περιουσιακά στοιχεία (λιγότερο ρευστοποιήσιμα). Για παράδειγμα, μία άνοδος του πληθωρισμού, σε συνδυασμό με έναν αισθητά χαμηλότερο ρυθμό αύξησης των εισοδημάτων, μειώνει την αγοραστική δύναμη των ατόμων, με αποτέλεσμα να στραφούν σε περιουσιακά στοιχεία με πιο σταθερή και διακριτή πραγματική αξία, όπως είναι τα ακίνητα, και να μειωθεί η ζήτηση για χρήμα. Άλλη χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η μεταβολή στα επιτόκια. Η μείωσή τους κάνει λιγότερο ελκυστική την αγορά ή τη διακράτηση ομολογιακών τίτλων και αυξάνει τη ζήτηση για χρήμα, ενώ η άνοδός τους επιτυγχάνει το αντίθετο.

Όσον αφορά την προσφορά του χρήματος, σε αυτή μονοπωλούν οι Κεντρικές Τράπεζες των χωρών. Η επίδραση της αυξομείωσης του χρήματος στην οικονομία έχει διάφορες προσεγγίσεις από τους οικονομολόγους. Η πιο κοινή εκδοχή, γνωστή ως neo-quantity theory ή Fisherian theory, υποστηρίζει πως υπάρχει μια μηχανική και σταθερά αναλογική σχέση μεταξύ των μεταβολών στην προσφορά χρήματος και του γενικού επιπέδου των τιμών. Αν και είναι δημοφιλής άποψη μεταξύ των οικονομολόγων, αποτελεί αμφιλεγόμενη διατύπωση της θεωρίας ποσότητας του χρήματος.

Γενικά, η ποσοτική θεωρία του χρήματος εξηγεί πως οι αυξήσεις στην ποσότητα του χρήματος τείνουν να δημιουργούν πληθωρισμό και το ανάποδο. Εάν πραγματοποιηθεί νομισματική επέκταση, τότε το μέσο επίπεδο τιμών θα τείνει να αυξηθεί αναλογικά (και το αντίστροφο), με μικρή επίδραση στην πραγματική οικονομική δραστηριότητα. Αυτό αποτελεί, γενικότερα, μια κοινή παραδοχή ανάμεσα στους οικονομολόγους. Το κύριο σημείο διαφωνίας τους βρίσκεται στο πόσο γρήγορα και πόσο αναλογικά προσαρμόζονται οι τιμές μετά από μία μεταβολή στην ποσότητα του χρήματος στις αγορές και για το πόσο σταθερά διατηρούνται οι μεταβλητές που αφορούν την ποσότητα και τη συχνότητα των συναλλαγών με το χρήμα ως ανταλλακτικό μέσο σε μια δεδομένη χρονική διάρκεια και προσφορά χρήματος.

Μία από τις πρώτες σοβαρές προσεγγίσεις, που ήρθαν σε αντιδιαστολή με την άποψη του Fisher, είναι η κεϋνσιανή οικονομική θεωρία. Οι κεϋνσιανοί, γενικά, ισχυρίζονταν πως οι οικονομίες αδυνατούν να σταθεροποιηθούν αυτόματα. Συνεπώς, κρίνεται απαραίτητη η διακριτική παρέμβαση των κρατικών αρχών σε περιόδους κρίσεων και υφέσεων, με σκοπό τη βραχυπρόθεσμη τόνωση της συνολικής ζήτησης. Μέσα σε αυτή τη χρονική υστέρηση των αγορών που αναφέρονται, περιλαμβάνουν και την αργή προσαρμογή του επιπέδου των τιμών. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι η ανταπόκριση των τιμών στα νέα δεδομένα πραγματοποιείται σταδιακά με την άσκηση οικονομικής πολιτικής.

Πιο συγκεκριμένα, η ποσοτική θεωρία του John Maynard Keynes απέρριψε την άμεση σχέση μεταξύ της προσφοράς χρήματος και του μέσου επιπέδου τιμών, καθώς ισχυριζόταν πως αγνοείται η επίδραση των επιτοκίων. Βασική επιχειρηματολογία της θεωρίας του ήταν ότι η ταχύτητα του χρήματος δεν είναι συνεχής και σταθερή, όπως ισχυριζόταν ο Fisher, αλλά έχει ισχυρή εξάρτηση από την ψυχολογία των συμμετεχόντων σε μία οικονομία, βάσει του επιπέδου αβεβαιότητας που επικρατεί. Κατά αυτόν τον τρόπο, διαμορφώνεται το ύψος της ρευστότητας που απαιτείται από τα άτομα. Ουσιαστικά, οι κεϋνσιανοί πίστευαν πως μέσω πληθωριστικών πολιτικών, δηλαδή μέσω της μείωσης των επιτοκίων και της δημοσιονομικής «χαλάρωσης», θα ενεργοποιηθεί η συνολική οικονομική δραστηριότητα βραχυπρόθεσμα, αφού θα τονωθεί η συνολική ζήτηση. Έτσι, θα αποφευχθεί μια βαριά ύφεση και θα επέλθει πλήρης απασχόληση, ζητήματα που αποτελούν μόνιμη πρόκληση των Κυβερνήσεων και των Κεντρικών Τραπεζών.

Στον αντίποδα, βρίσκεται η μονεταριστική προσέγγιση, η οποία κατάφερε να εδραιωθεί από τον νομπελίστα οικονομολόγο Μilton Friedman και τη Σχολή του Σικάγο. Οι μονεταριστές στηρίζουν τη θεωρία τους στην προσέγγιση του Fisher, με κάποιες τροποποιήσεις. Ειδικότερα, ισχυρίζονται πως η ταχύτητα του χρήματος (ο αριθμός των συναλλαγών της μέσης νομισματικής μονάδας) δεν είναι συνεχής και σταθερή, αλλά οι μεταβολές της είναι προβλέψιμες σε μεγάλο βαθμό βάσει του οικονομικού κύκλου. Επομένως, οι φορείς χάραξης πολιτικής έχουν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν την προσφορά του χρήματος κατάλληλα βάσει των συνθηκών στην οικονομία, ώστε να διατηρείται νομισματική σταθερότητα.

Συνοψίζοντας, η Ιστορία έχει δείξει πως η τελευταία προσέγγιση βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα και αποτελεί σημαντική βάση για την περαιτέρω ακριβέστερη ανάπτυξη θεωριών επί του θέματος. Αρχικά, η ποσότητα του χρήματος παίζει καθοριστικό ρόλο για την πορεία του Α.Ε.Π. και την ανάπτυξη μιας οικονομίας. Βραχυπρόθεσμα, μία υπερβάλλουσα προσφορά του χρήματος, όντως μπορεί να τονώσει τη συνολική ζήτηση και την οικονομική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα να καταπολεμηθεί άμεσα και σχετικά ανώδυνα μία ύφεση. Δηλαδή, το χρήμα είναι ένας βασικός παράγοντας που προκαλεί κυκλικές διακυμάνσεις στην παραγωγή και την απασχόληση βραχυπρόθεσμα. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα αυξάνει τον ρυθμό του πληθωρισμού και άλλες ονομαστικές μονάδες, χωρίς να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Μακροοικονομική, Andrew B. Abel, Ben S. Bernanke, Dean Croushore, Εκδόσεις Κριτική, 3η έκδοση, 2017
  • What Is the Quantity Theory of Money: Definition and Formula, investopedia.com, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Κωνσταντίνος Γκότσης, Διευθυντής Έκδοσης
Κωνσταντίνος Γκότσης, Διευθυντής Έκδοσης
Γεννήθηκε το 2001 στην Καλαμάτα. Σπουδάζει στο Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Στον ελεύθερό του χρόνο του αρέσει να διαβάζει πολιτικο-οικονομικά και ιστορικά βιβλία και να παρακολουθεί θέματα της επικαιρότητας.