23.3 C
Athens
Κυριακή, 26 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΕυρώπηΗ άνοδος του πολιτικού Ισλαμισμού στην Τουρκία: Από τον Necmettin Erbakan έως...

Η άνοδος του πολιτικού Ισλαμισμού στην Τουρκία: Από τον Necmettin Erbakan έως τον Tayyip Erdoğan


Της Μαρίας Πέπονα,

Το πολιτικό Ισλάμ και η συστηματική δόμηση της ισλαμικής ταυτότητας στην Τουρκία εμφανίστηκαν μερικές δεκαετίες πριν το 1980, ενώ, μετά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, άρχισαν να αποκτούν όλο και μεγαλύτερο λαϊκό έρεισμα. Η ποσοτική αυτή ανάπτυξη οφείλεται κυρίως σε μία μερίδα ισλαμιστών διανοούμενων, οι οποίοι μεταδίδουν τις ιδέες, την οπτική τους και συμβουλές για ένα ευρύ φάσμα θεμάτων μέσω των γραπτών τους.

Τι σημαίνει, όμως, η λέξη «Ισλαμιστής»; Ως Ισλαμιστές, στην προκειμένη, εννοούμε τους Μουσουλμάνους, οι οποίοι με την ενεργή ενασχόλησή τους στα πολιτικά πράγματα, με έννομο ή άνομο τρόπο, αποσκοπούν στην εγκαθίδρυση κοινωνίας και πολιτείας σύμφωνες με τις διδαχές του Ισλάμ. Παρότι ο παραπάνω στόχος είναι κοινός συνολικά για τους Ισλαμιστές, τα μέσα για την προσέγγισή του διαφέρουν.

Το κομματικό Ισλάμ εισήλθε δραστήρια στην τουρκική πραγματικότητα υπό τη μορφή κυβερνητικού συνασπισμού μεταξύ του Κόμματος Ευημερίας, το οποίο είχε ισλαμιστικό προσανατολισμό και ηγέτη/ιδρυτή του, Necmettin Erbakan και του Κόμματος του Ορθού Δρόμου. Το σχήμα αυτό ανέλαβε την εξουσία από τις 28 Ιουνίου 1996 έως τις 18 Ιουνίου 1997, όταν ο ίδιος ο Erbakan αναγκάστηκε να προβεί σε παραίτηση (28/2/1997), ύστερα από ένα συνονθύλευμα πίεσης, τόσο από το στρατιωτικό και το γραφειοκρατικό κατεστημένο όσο και από παράγοντες που δεν συμφωνούσαν με την πολιτική ισλαμιστικής κατεύθυνσης που εκφραζόταν την περίοδο αυτή.

O Necmettin Erbakan απευθύνεται στο πλήθος στις 24 Οκτωβρίου του 1976. Φωτογραφία αρχείου του Nasuh Akar Mah

Ο συγκεκριμένος Ισλαμιστής πολιτικός δεν αποτελούσε τυχαία προσωπικότητα, καθώς ήδη από τη δεκαετία του 1970 είχε ξεκινήσει να αναπαράγει την πολιτική ιδεολογία του. Ο Necmettin Erbakan, πατέρας του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ, εξέφρασε το ιδεολόγημα Milli Görüş (Εθνική Θέαση) και, αργότερα, μια πιο ανανεωμένη εκδοχή υπό την ονομασία Adil Ekonomik Düzen (Δίκαιη Οικονομική Τάξη).

Η Εθνική Θέαση αποτελεί κίνημα και πρόγραμμα στόχων για την πολυεπίπεδη ενίσχυση της Τουρκίας και, ταυτόχρονα, την επιβολή της σε σημαίνων παίκτη του διεθνούς συστήματος, να λάβει, δηλαδή, τη θέση που απώλεσε κάποτε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η ιδεολογία αυτή δεν δεχόταν την Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε Κοινή Αγορά) και πόσο μάλλον την ενδεχόμενη προοπτική ένταξης της Τουρκίας σε αυτή, αφού την εκλάμβανε ως έναν «δούρειο ίππο» των Σιωνιστών και των Χριστιανών της Ευρώπης για την εξόντωση της Τουρκίας και την κατάληψη του παγκοσμίου μονοπωλίου από τους πρώτους. Ωστόσο, αντιπροτείνονταν μια κίνηση των ισλαμικών χωρών κατά το πρότυπο της Ε.Ε, με απώτερο σκοπό τη μεγέθυνση του ρόλου της Τουρκίας ανάμεσα στα μουσουλμανικά κράτη.

Η «Δίκαιη Οικονομική Τάξη» ενσάρκωνε την προσπάθεια του Erbakan να προσαρμόσει την ιδεολογία της Εθνικής Θέασης στα δεδομένα της νέας δεκαετίας, λαμβάνοντας υπόψιν τη διενεργούμενη παγκοσμιοποίηση, αλλά βασιζόμενη πάντα στα παλαιά ιδεολογικά θεμέλια, και την προωθούσε ως τον πρόδρομο για την κατάκτηση των βλέψεων της Εθνικής Θέασης. Πλέον, δέσποζε σαν βέλτιστη ανάγκη η εγκαθίδρυση μιας δίκαιης τουρκικής οικονομίας, η οποία θα καθιστούσε δυνατό το δίκαιο μοίρασμα των παραγόμενων κερδών, δικαιοσύνη και εξέλιξη, με αποτέλεσμα την επιβολή μιας Δίκαιης Τάξης. Τονίζεται ότι οι λέξεις «δίκαιο» και «δικαιοσύνη» χρησιμοποιούνται στην ανάπτυξη της ιδεολογίας με την κορανική τους χροιά. Η «Δουλική Τάξη», που είναι απόρροια του σιωνισμού και του ιμπεριαλισμού, αποτελεί το αντίπαλο δέος της Δίκαιης, ενώ η πρώτη ευθύνεται –σύμφωνα με τον Ισλαμιστή ιδεολόγο– για τις άδικες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που κλονίζουν το κράτος και δεν το αφήνουν να αναπτυχθεί.

Αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο σε συνδυασμό με άλλες συνθήκες κατάφεραν να πείσουν τον τουρκικό λαό να παραδώσει τα ηνία της χώρας τη δεκαετία του 1990 σε έναν Ισλαμιστή πολιτικό. Παρά τη μακρόχρονη ανάπτυξη της σκέψης του, ο Erbakan δεν πραγματοποίησε ριζικές αλλαγές ισλαμικού χαρακτήρα σε επίπεδο εξωτερικής ή εσωτερικής πολιτικής, όταν ανήλθε στην εξουσία, κατάφερε, όμως, να επανδρώσει τη γραφειοκρατία και το εκπαιδευτικό σώμα με πλήθος ομοϊδεατών του, συνεχίζοντας έτσι το έργο του Turgut Özal.

O Recai Kutan μαζί με τον Necmettin Erbakan. Πηγή εικόνας: Anadolu Agency

Μέσω του ελέγχου των νευραλγικών τομέων, η ηγεσία επεδίωκε την περεταίρω ενδυνάμωση της ισλαμικής ταυτότητας, ενώ, παράλληλα, ετίθεντο οι βάσεις για την ενίσχυση της δυναμικής του ισλαμικού κινήματος, παρέχοντας ευκαιρίες ανέλιξης σε φτωχότερα τμήματα του πληθυσμού, τα οποία αγνοούνταν διαρκώς από τους κρατικούς φορείς. Μάλιστα γι’ αυτό τον λόγο δεν θα πρέπει να μας προκαλούν έκπληξη οι ομοιότητες Erbakan – Erdoğan στους πολιτικούς στόχους και την προσέγγισή τους.

Το Βελούδινο Πραξικόπημα (1997) και η ολομέτωπη σύγκρουση με το κεμαλικό σύστημα, που εκδίωξαν τον Erbakan, αποτέλεσαν τραυματική εμπειρία για το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ και το ανάγκασαν σε εσωτερικές διεργασίες που θα είχαν ως αποτέλεσμα τη διάσπαση του ισλαμιστικού κορμού. Από τους κόλπους του ισλαμιστικού κινήματος που εκπροσωπούσε κάποτε δυναμικά το Κόμμα Ευημερίας προήλθαν: το Κόμμα Ευδαιμονίας (22/7/2001) του Recai Kutan που εκπροσωπούσε την παραδοσιακή πτέρυγα πολιτικού Ισλάμ και το ανανεωτικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (14/8/2001) των Recep Tayyip Erdoğan και Abdullah Gül.

Μέσα κλίμα οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής δυσπραγίας, το ΚΔΑ προσέφερε νέα οπτική και ελπίδα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων, τα οποία μάστιζαν το τουρκικό κράτος. Το κόμμα εμφανίζονταν διαλλακτικό σε θέματα Ευρωπαϊκής Ένωσης, οικονομίας, κυπριακού και κουρδικού ζητήματος, διαφημίζοντας περισσότερο από ποτέ τον ρόλο της Τουρκίας ως γέφυρα Δύσης-Ανατολής, ενώ παρουσιαζόταν, γενικά, ως κάτι καινούριο ως προς τα μέχρι τότε πολιτικά δεδομένα της Τουρκίας, πράγμα που πήγαζε από τον νέο ιδεολογικό του άξονα.

O Πρωθυπουργός της Τουρκίας Recep Tayyip Erdoğan. Πηγή Εικόνας: Daily Sabah

Αυτό το νέο στοιχείο ήταν η λεγόμενη «Συντηρητική Δημοκρατία», η οποία εφάπτονταν με τα μοντέλα των πολιτικών παρατάξεων της Δύσης, προσέφερε ιδεολογική/πολιτική βάση και μεγέθυνε την παραγωγή λαϊκής εμπιστοσύνης προς το κόμμα. Με αυτό τον τρόπο, εγκρίνονταν φαινομενικά πιο «φιλελεύθερες» θέσεις και εγκαταλείπονταν οι πιο ακραίες (π.χ. η μη ανάπτυξη σχέσεων με το Ισραήλ λόγω αντισημιτισμού). Θα πρέπει, επίσης, να λεχθεί ότι, με βάση τη Συντηρητική Δημοκρατία, οι συγκεντρωτικές τάσεις του πολιτικού συστήματος που ίσως να κατέληγαν στην ανοικοδόμηση μιας αυταρχικής Τουρκίας απορρίπτονταν, ενώ κινητήρια δύναμη της πολιτικής εξουσίας εντοπίζονταν στη λαϊκή κυριαρχία, το Σύνταγμα, τις διεθνείς συμβάσεις και την ανάδειξη μιας εθνικής ταυτότητας.

Όντως, στις εκλογές του 2002 το κόμμα του Erdoğan κέρδισε πλειοψηφικά στην εθνοσυνέλευση με ποσοστό μεγαλύτερο του 34%. Στην πραγματικότητα, η τροποποίηση της γενικότερης στάσης των εκσυγχρονιστών ισλαμιστών απέρρεε από την πρόθεσή τους για λαϊκή νομιμοποίηση, μπροστά στον φόβο ενός νέου στρατιωτικού πραξικοπήματος. Όταν τα μέλη του ΚΔΑ αισθάνθηκαν ότι ήταν κύριοι των εξελίξεων, οι πραγματικοί σχεδιασμοί, οι προθέσεις και το όραμα του ηγέτη του δεν άργησαν να αποκαλυφθούν.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Γώγος Χ., Κωνσταντίνος. Το ισλαμιστικό κίνημα στην Τουρκία – Συμβολή στη μελέτη της σύγχρονης τουρκικής ισλαμιστικής σκέψης. Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη, 2016.
  • Γώγος Χ., Κωνσταντίνος. Τουρκικό πολιτικό ισλάμ και ισλαμιστικά δίκτυα στην Γερμανία. Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη, 2011.
  • Erik J. Zürcher, Σύγχρονη Ιστορία της Τουρκίας. Μετάφραση από Βαγγέλη Κεχριώτη. Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2004.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Μαρία Πέπονα
Μαρία Πέπονα
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 2002. Είναι φοιτήτρια του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου και σπουδάζει στο τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών. Ενδιαφέρεται για θέματα Ελληνικής, Τουρκικής αλλά και παγκόσμιας ιστορίας και πολιτικής. Στον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει βιβλία ιστορικού, γεωπολιτικού και πολιτικού περιεχομένου, ενώ παράλληλα ασχολείται με την συγγραφή διάφορων κειμένων και με την ζωγραφική.