22.5 C
Athens
Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου, 2022
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΣυγκριτικό Δίκαιο: Στον δρόμο για τη δημιουργία ενός ενοποιημένου δικαίου;

Συγκριτικό Δίκαιο: Στον δρόμο για τη δημιουργία ενός ενοποιημένου δικαίου;


Της Θεώνης Παπακωνσταντίνου,

Στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, συμπεριλαμβανόμενης και της Ελλάδας, επικρατεί ένα νομικό σύστημα, το οποίο στο μεγαλύτερο ποσοστό του είναι γραπτό. Στο εν λόγω σύστημα, ο δικαστής είναι ένας ανεξάρτητος φορέας εξουσίας που περιορίζεται στο να εξετάζει τα γεγονότα των υποθέσεων που του ανατίθενται, να σχηματίζει δικανικούς συλλογισμούς και έχει τη δυνατότητα απλώς να μην εφαρμόζει κάποιον νόμο, που, κατά περίπτωση, κρίνει ως αντισυνταγματικό.

Αντίθετα, σε χώρες, όπως στην Αγγλία ή στις Η.Π.Α., το δίκαιο έχει μία πιο αφηρημένη έννοια, η οποία δεν αποτυπώνεται πάντοτε ρητά σε κάποιο γραπτό κείμενο, ενώ, ακόμα, ο δικαστής αποκτά πολλές φορές ρόλο «νομοθέτη», καθώς έχει τη δυνατότητα να «δημιουργήσει» δίκαιο μέσα από τις αποφάσεις του που έχουν δεσμευτική ισχύ.

Τα παραπάνω νομικά συστήματα είναι γνωστά ως civil και common law αντίστοιχα. Αυτή η ποικιλομορφία των δικαϊκών συστημάτων εύκολα μπορεί να οδηγήσει κάποιον σε σύγχυση και να τον φέρει αντιμέτωπο με ένα καίριο ερώτημα που ταλανίζει εδώ και χιλιάδες χρόνια νομικούς και φιλοσόφους: τι είναι δίκαιο; Πόσο εύκολα μπορεί να σχηματιστεί μια σφαιρική άποψη πάνω σε αυτό το ερώτημα, όταν ανά χώρα παρατηρούνται τόσες διαφορές στα νομικά τους καθεστώτα; Αυτά κι άλλα ερωτήματα ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους αναδείχθηκε η ανάγκη να «γεννηθεί» ένας κλάδος δικαίου, αποκαλούμενος «Συγκριτικό Δίκαιο».

Πηγή Εικόνας: voices.worldinfo.org

Ήδη από μια πρώτη ανάγνωση της ονομασίας του, γίνεται αντιληπτό πως οι μελετητές του ασχολούνται με τη σύγκριση των δικαίων μεταξύ τους. Είναι προφανές πως αυτή η διεργασία απαιτεί εμβάθυνση και καλή κατανόηση του καθενός συστήματος ξεχωριστά, προκειμένου να είναι δυνατή η καταμέτρηση των διαφορών και ομοιοτήτων τους, μια προσπάθεια άκρως απαιτητική και χρονοβόρα.

Η εν λόγω διαδικασία μπορεί να γίνει είτε μέσα από τη σύγκριση ομάδων δικαίων και νομικών συστημάτων ως ενότητα συνολικά (λόγου χάρη, προβαίνοντας σε σύγκριση του ελληνικού δικαίου με το αγγλικό δίκαιο) είτε μέσα από την αντιπαράθεση συγκεκριμένων κανόνων και θεσμών στο πλαίσιο ενός δικαϊκού συστήματος (συγκρίνοντας, παραδείγματος χάρη, το νομικό πλαίσιο του γάμου στην Τουρκία με αυτό της Ιταλίας), πράγμα που απαιτεί λεπτομερειακή μελέτη για να καταστεί εφικτό.

Κατά τον Constantinesco [1], η πρώτη περίπτωση, αλλιώς «μακροσύγκριση», αποτελεί επιστήμη, η οποία περιορίζεται στην πλήρωση θεωρητικών σκοπών. Από την άλλη πλευρά, ο δεύτερος τρόπος σύγκρισης, που χαρακτηρίζεται ως «μικροσύγκριση», αποτελεί μία λειτουργική μέθοδο, η οποία έχει τόσο θεωρητικούς όσο και πρακτικούς σκοπούς. Πιο αναλυτικά, η προαναφερθείσα μέθοδος έχει ως αφετηρία ένα κοινωνικό ζήτημα, βάσει του οποίου γίνεται η προσπάθεια ρύθμισής του, γεγονός που καθίσταται εμφανές, όταν προκύπτουν ζητήματα νομοθετικής και νομολογιακής πολιτικής.

Πηγή Εικόνας: lawahead.ie.edu

Όπως, όμως, μπορεί να γίνει αντιληπτό, οι δύο παραπάνω τρόποι σύγκρισης συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους. Πιο συγκεκριμένα, μια επιστήμη όπως η μακροσύγκριση, είναι δυνατόν να αποτελείται από περισσότερες μεθόδους, ενώ, αντίστοιχα, η μακροσύγκριση αποτελεί βασική προϋπόθεση της μικροσύγκρισης, καθότι, όπως συνοπτικά αναφέρθηκε προηγουμένως, οι ειδικοί και συγκεκριμένοι κανόνες δικαίου που συγκρίνονται μέσω αυτής λαμβάνονται υπόψη εντός ενός γενικού πλαισίου δικαίου κάθε κράτους ή ομάδας κρατών.

Υπάρχει όριο στον αριθμό των δικαίων που είναι δυνατόν να συγκριθούν μεταξύ τους; Η προσπάθεια σύγκρισης πολλών δικαίων ελλοχεύει αρκετούς κινδύνους. Αναλυτικότερα, δεν είναι δυνατόν να διακριθούν οι λεπτομέρειες των συγκρινόμενων δικαϊκών συστημάτων, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζονται στην αντιπαραβολή ορισμένων μόνο χαρακτηριστικών των δικαίων. Για τον λόγο αυτό, ενώ εν δυνάμει όλα τα δίκαια μπορούν να συγκριθούν, ενδεχομένως να είναι ορθότερο να αντιπαραβάλλονται δίκαια που εμφανίζουν έναν ελάχιστο βαθμό ομοιότητας ως προς τη φύση τους, διότι εκ των πραγμάτων δεν είναι εφικτή η σύγκριση ανόμοιων καταστάσεων.

Στο σημείο αυτό, εύλογα κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί: ποιους σκοπούς εξυπηρετεί το Συγκριτικό Δίκαιο και ποια οφέλη προσφέρει ο εν λόγω κλάδος δικαίου στο νομικό κόσμο; Αρχικά, μέσα από τη μελέτη των διαφορών και των ομοιοτήτων των δικαίων μεταξύ τους, πέρα από το γεγονός ότι γνωρίζουμε τα δίκαια των άλλων χωρών, μαθαίνουμε καλύτερα το δικό μας δίκαιο, καθώς το χρησιμοποιούμε ως «δίκαιο αναφοράς», ρίχνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο φως σε ιδιαιτερότητες του δικαίου του κράτους μας. Εξίσου σημαντικό, όμως, είναι να τονιστεί πως απόρροια των παραπάνω είναι η απόκτηση μιας όσο το δυνατόν σφαιρικότερης αντίληψης του δικαίου εν γένει.

Άλλες επιμέρους συνεισφορές του Συγκριτικού Δικαίου είναι ότι μελετώντας διαφορετικά νομικά συστήματα, καθίσταται ευκολότερη η επίλυση διαφόρων κοινωνικών προβλημάτων, καθώς είναι δυνατό να επιλεγεί η καλύτερη, κατά περίπτωση, με βάση τον χώρο και τον χρόνο, λύση, μέσα από την επιρροή των άλλων δικαίων. Επιπλέον, οι θετικές συνέπειες του προαναφερθέντος δικαιϊκού κλάδου διαφαίνονται και με έμμεσο τρόπο μέσα από τη συνδρομή του σε άλλους τομείς, όπως το Ιδιωτικό Δίκαιο, το Δημόσιο Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο, την Ιστορία του Δικαίου και την Κοινωνιολογία.

Πηγή Εικόνας: lawahead.ie.edu

Αξιοσημείωτο, ακόμα, είναι ότι μελετώντας τα διαφορετικά δίκαια, αποβάλλονται οι προκαταλήψεις γύρω από το δικό μας δίκαιο, με αποτέλεσμα να προβαίνουμε στην κρίση των δικαίων των άλλων κρατών με μεγαλύτερη αντικειμενικότητα και διαλλακτικότητα.

Τελειώνοντας, έχει υποστηριχθεί από πολλούς συγκριτικολόγους πως ένας από τους σκοπούς του συγκριτικού δικαίου είναι η προσέγγιση των δικαίων σε ένα διεθνές επίπεδο. Το όραμα πίσω από αυτή τη σκέψη είναι μια παγκόσμια ενοποίηση των δικαίων. Προς το παρόν, το εγχείρημα αυτό φαντάζει αδύνατο και περιορίζεται απλώς στη σύναψη Διεθνών Συμβάσεων, περνώντας, έτσι, από την προσπάθεια για ενοποίηση σε προσπάθεια εναρμόνισης και αυτή, μάλιστα, στο πλαίσιο μιας πιο συγκεκριμένης ομάδας κρατών, όπως βλέπουμε να συμβαίνει με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αδιαμφισβήτητα, ο σκοπός αυτός φαντάζει ουτοπικός, μιας και χρειάζονται ιδανικές συνθήκες για να επιτευχθεί. Είναι δυνατόν ποτέ να γίνει πραγματικότητα η παραπάνω ιδέα; Ακόμα κι αν καταστεί εφικτή, σε ένα δεύτερο επίπεδο χρειάζεται να αναλογιστούμε κατά πόσο θα μπορέσει να πραγματωθεί με τη δέουσα προσοχή, ώστε να μη δημιουργήσει περαιτέρω σύγχυση και εντάσεις μεταξύ των κρατών. Τελικά, μια παγκόσμια ενοποίηση των δικαίων είναι μια κατάσταση για την οποία πρέπει να ευχόμαστε;

[1]Léontin-Jean Constantinesco-συγκριτικολόγος


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Ε. Μουσταΐρα, Συγκριτικό Δίκαιο, Εκδόσεις: Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2012
  • Civil Law vs. Common Law, διαθέσιμο εδώ

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Θεώνη Παπακωνσταντίνου
Γεννήθηκε στην Πάτρα και ζει στην Αθήνα. Είναι 22 ετών και απόφοιτη του Τμήματος Νομικής του ΕΚΠΑ. Ήδη από τα σχολικά της χρόνια την ενδιέφερε η ενασχόληση με την εθελοντική εργασία, γι' αυτό και συνέχισε και κατά τα φοιτητικά της χρόνια συμμετέχοντας σε εθελοντικές ομάδες και οργανώσεις. Τα χόμπι της είναι η ζωγραφική, ο χορός, τα ταξίδια, η παρακολούθηση ταινιών στο σινεμά και το διάβασμα βιβλίων ψυχολογίας και αυτοβελτίωσης. Τώρα εργάζεται ως ασκούμενη δικηγόρος σε μια δικηγορική εταιρεία στην Αθήνα. Γνωρίζει Αγγλικά, Ισπανικά και Γαλλικά.