14.8 C
Athens
Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου, 2022
ΑρχικήΚοινωνίαΚοινωνική ανισότητα: Ένα φαινόμενο με βαθιές ρίζες

Κοινωνική ανισότητα: Ένα φαινόμενο με βαθιές ρίζες


Της Ευστρατίας Γούδα,

Με τον όρο κοινωνική ανισότητα, εννοούμε την κατάσταση κατά την οποία οι άνθρωποι έχουν άνιση προσβασιμότητα σε πόρους, υπηρεσίες και θέσεις στην κοινωνία. Μιλώντας για κοινωνική ανισότητα, έχουμε στον νου μας ότι αυτή χωρίζεται σε δυο παρακλάδια: την ανισότητα των συνθηκών και την ανισότητα των ευκαιριών. Η πρώτη σχετίζεται με την άνιση κατανομή του εισοδήματος, του πλούτου και γενικά των υλικών αγαθών. Η δεύτερη αφορά την άνιση κατανομή των «ευκαιριών ζωής» ή αλλιώς των άυλων αγαθών, όπως είναι το επίπεδο της εκπαίδευσης, η αντιμετώπιση από το σύστημα υγείας και από το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης. Οι διακρίσεις αυτές μπορεί να υφίστανται εξαιτίας του φύλου, της φυλής και της σεξουαλικότητας ενός ατόμου. Πολλές φορές, η άνιση αυτή μεταχείριση μπορεί να μην περιορίζεται μόνο σε κάποιες ομάδες λίγων ατόμων, αλλά να επηρεάζει μια ολόκληρη κοινότητα. Οι φτωχές, για παράδειγμα, και ασταθείς κοινότητες μαστίζονται από τη βία, ενώ άλλες έχουν ενισχυθεί από επιχειρηματικές δραστηριότητες και κυβερνήσεις, με αποτέλεσμα να ευδοκιμούν και να παρέχουν ασφαλείς, σίγουρες και χαρούμενες συνθήκες για τους κατοίκους.

Η κοινωνική ανισότητα δεν είναι μια συνθήκη που ξεκίνησε τώρα ή πριν από μερικά χρόνια. Υπήρχε ήδη από την αρχαιότητα σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης και, όπως και σήμερα, γινόταν εμφανής μέσα από τον διαχωρισμό του λαού σε κοινωνικές τάξεις. Λόγου χάρη, στην αρχαία Αθήνα η κοινωνία ήταν δομημένη ως εξής: οι άνδρες χωρίζονταν στους αριστοκράτες (άριστοι), στους πιο φτωχούς αγρότες (περίοικοι) και στους μεσοαστούς (τεχνίτες και έμποροι). Ακολουθούσαν οι ημι-ελεύθεροι εργάτες (π.χ. οι είλωτες στη Σπάρτη). Οι γυναίκες ανήκαν στις προαναφερόμενες ομάδες των ανδρών, χωρίς, όμως, τα δικαιώματα ενός πολίτη, το ίδιο και τα παιδιά κάτω των 18 ετών. Έπειτα, υπήρχαν οι σκλάβοι ή αλλιώς δούλοι, που είχαν πολιτικά ή στρατιωτικά καθήκοντα. Ξένοι ήταν όσοι δεν ζούσαν στην Αθήνα ή κατοικούσαν στα όρια μίας πόλης-κράτους αλλά δεν κατάγονταν από αυτή (μέτοικοι) και ήταν κατώτεροι από την κοινωνική ομάδα των ανδρών.

Σε αντίθεση, ωστόσο, με την αρχαία Ελλάδα στην οποία υπήρχε η δυνατότητα της κοινωνικής κινητικότητας, δηλαδή, της μετακίνησης από το ένα επίπεδο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε ένα άλλο, σε άλλα μέρη επικρατούν τα λεγόμενα κλειστά κοινωνικά συστήματα, όπως στις ινδικές κάστες, όπου η κοινωνική κινητικότητα είναι περιορισμένη, η κληρονομική κοινωνική θέση του ατόμου, δεν αλλάζει σε καμία περίπτωση, τα άτομα που ανήκουν σε κατώτερες τάξεις θεωρούνται άνθρωποι κατώτερης αξίας και αντικείμενα χλευασμού. Σήμερα, το σύστημα αυτό διατηρείται ακόμη σε κάποιες παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες.

Πηγή εικόνας: thumbs.dreamstime.com

Η κοινωνική ανισότητα τείνει να θεσμοποιηθεί και να αποκτήσει κοινωνική δομή. Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο είναι συγκροτημένες οι κοινωνίες συντελεί στο να υπάρχει ένα σύστημα ανισότητας που εμφανίζεται με συγκεκριμένες, επαναλαμβανόμενες και σχετικά σταθερές μορφές και μεταφέρεται από τη μια γενιά στην άλλη. Η κοινωνική ανισότητα συνιστά ένα σύστημα το οποίο δημιουργεί ηθική και νομική κατάσταση, για ένα σταθερά, αξιακά, επαναλαμβανόμενο μοτίβο συμπεριφοράς. Είναι μια δομή, ένας μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου που καθορίζει την κοινωνική συμπεριφορά ενός συνόλου ατόμων σε μια συγκεκριμένη κοινότητα. Όπως οι θεσμοί ταυτίζονται με έναν κοινωνικό σκοπό, υπερβαίνοντας τα άτομα και τις προθέσεις τους με το να καθορίζουν τους κανόνες που διέπουν τη συμπεριφορά τους, το ίδιο πετυχαίνει και η κοινωνική ανισότητα.

Η κοινωνική διαστρωμάτωση υπάρχει γιατί είναι ωφέλιμη για τη λειτουργία της κοινωνίας. Δεν υπάρχει αταξική κοινωνία. Για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας πρέπει να καταλαμβάνονται όλες οι κοινωνικές θέσεις, ακόμη και αυτές που θεωρούνται υποτιμητικές. Με αυτήν την άποψη συμφωνεί η φονξιοναλιστική θεωρία η οποία υποστηρίζει ότι οι σημαντικές θέσεις στην κοινωνία απαιτούν περισσότερη κατάρτιση και κατά συνέπεια θα πρέπει να λαμβάνουν περισσότερες ανταμοιβές. Έτσι, η κοινωνική ανισότητα και η κοινωνική διαστρωμάτωση θα οδηγήσει σε αξιοκρατία με βάση τις ικανότητες του κάθε ατόμου. Αντίθετα, η θεωρία της σύγκρισης βλέπει την ανισότητα να προκύπτει από την κυριαρχική δύναμη που ακούν κάποιες ισχυρές ομάδες πολιτών σε κάποιες λιγότερο ισχυρές. Η κοινωνική ανισότητα, σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, αποτρέπει και εμποδίζει την κοινωνική πρόοδο λόγω αυτής της πίεσης που ασκούν τα ισχυρά στρώματα προκειμένου να διατηρήσουν το status quo.

Αν και σχεδόν παντού μέσω της εκπαίδευσης, κοινωνικών διαμαρτυριών και αγώνων, γίνονται προσπάθειες για τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων, αυτές τείνουν να αυξάνονται τα τελευταία χρόνια σε όλον τον κόσμο. Όπως χαρακτηριστικά το θέτει ο Dworkin, η ισότητα έχει γίνει «το απειλούμενο είδος των πολιτικών ιδανικών». Το φαινόμενο, λοιπόν, της κοινωνικής ανισότητας γίνεται αντιληπτό ότι έχει ριζώσει για τα καλά, και δεν είναι βέβαιο αν και πότε θα σταματήσει να υπάρχει. Και όπως λέει και ο κοινωνιολόγος Dahrendorf, αν δεν υπάρξουν θεσμοί που θα περιορίσουν την άνισα κατανεμημένη δύναμη, οι κοινωνίες θα εισέλθουν στη βαρβαρότητα. Οι πλούσιοι θα γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Κοινωνική ανισότητα, el.wikipedia.org, διαθέσιμο εδώ
  • Κοινωνιολογία της κοινωνικής ανισότητας, socialpolicy.gr, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ευστρατία Γούδα
Γεννήθηκε το 1999 και μεγάλωσε στα Ιωάννινα. Απόφοιτη του τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων με ειδίκευση στη Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία. Κάτοχος πτυχίων αγγλικών και ισπανικών. Στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με τους υπολογιστές, τη μουσική και την μελέτη άλλων πολιτισμών. Λατρεύει τα ταξίδια και ένα από τα όνειρα της είναι να πραγματοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερα.