15 C
Athens
Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου, 2023
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΗ αναποτελεσματική ρύθμιση του Ποινικού Κώδικα περί συναίνεσης στο έγκλημα του βιασμού

Η αναποτελεσματική ρύθμιση του Ποινικού Κώδικα περί συναίνεσης στο έγκλημα του βιασμού


Του Σωτήρη Κολέλη,

Η παράγραφος 4 του άρθρου 336 ΠΚ ορίζει ότι όποιος, εκτός από την περίπτωση εξαναγκασμού σε γενετήσια πράξη με τη χρήση ή απειλή βίας, τελεί τέτοια πράξη χωρίς τη συναίνεση του παθόντος, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη. Από τη διατύπωση του νόμου διαφαίνεται εναργώς ότι το μόνο στοιχείο που μετατρέπει, εν προκειμένω, μια ποινικά αδιάφορη γενετήσια πράξη σε έγκλημα είναι η άρνηση του θύματος να τελέσει γενετήσια πράξη, η οποία πρέπει να προκύπτει με σαφήνεια σε κάθε περίπτωση.

Καθίσταται δεδομένα εύληπτο, ωστόσο, ότι κατά την αποδεικτική θεμελίωση της συναίνεσης ενδέχεται, όχι σπάνια, να εμφανιστούν κωλύματα. Τούτο μάλιστα ενισχύεται, σύμφωνα με το φεμινιστικό κίνημα, από το γεγονός ότι η κοινωνική πραγματικότητα εξακολουθεί να εκτυλίσσεται γύρω από την αμφισβήτηση του γυναικείου λόγου, με χαρακτηριστική τη στερεοτυπική αντίληψη πως «όταν οι γυναίκες λένε όχι, στην πραγματικότητα εννοούν ναι».

Σε νομικό επίπεδο, η συναίνεση αναφέρεται στον εσωτερικό κόσμο του προσώπου και ως εκ τούτου οφείλει να εξωτερικευθεί, χωρίς φυσικά κάτι τέτοιο να συνεπάγεται πως κάθε σιωπή του θύματος υποδηλώνει την ύπαρξη συγκατάθεσης για την τέλεση της πράξης. Εξάλλου, μία από τις πιθανές ψυχολογικές αντιδράσεις του θύματος βιασμού αποτελεί και η λεγόμενη κατάσταση «παγώματος», δηλαδή η αδυναμία εξωτερίκευσης οποιουδήποτε συναισθήματος και αντίστασης σε μία επικείμενη σεξουαλική πράξη, ως μέσο άμυνας απέναντι στον κίνδυνο που διατρέχει, η οποία βρίσκεται πέραν του συνειδητού του.

Πηγή Εικόνας: protothema.gr

Πρόκειται για μία κατάσταση που επιτείνεται από το αίσθημα της ματαιότητας οποιασδήποτε πράξης για αντίσταση. Για τον λόγο αυτόν, γίνεται δεκτό σε ευρωπαϊκό επίπεδο πως για τη διαπίστωση της έλλειψης ή της ύπαρξης συγκατάθεσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες τέλεσης της πράξης, όπως είναι η σωματική διάπλαση του δράστη, η ηλικία του, ο αριθμός των δραστών και ο τόπος τέλεσης. Άλλωστε, την αξιολόγηση τέτοιων παραγόντων επιτάσσει και η σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών, κάνοντας λόγο για «συνοδεύουσες περιστάσεις». Ίσως να μπορούσε να γίνει, επομένως, λόγος για κακή νομοτεχνική κατάστρωση και διατύπωση της διάταξης της παραγράφου 4, η οποία δεν φαίνεται να συμβαδίζει με τις ανωτέρω επιταγές.

Ενδεικτικά, η σημασία της άρνησης του θύματος να τελέσει γενετήσια πράξη, αλλά και η δυσκολία ως προς τη διάγνωση της αληθινής βούλησης του θύματος, απασχόλησε το υπ’ αριθμ. 253/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, που αντιμετώπισε στην πράξη και μεταξύ άλλων το ζήτημα της έννοιας της συναίνεσης στον βιασμό. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έχουν εντελώς συνοπτικά ως εξής: τον Οκτώβριο του 2017, η ανήλικη παθούσα ξεκίνησε πρακτική άσκηση στο κομμωτήριο που διατηρούσε ο κατηγορούμενος στον Βόλο. Κατά το χρονικό διάστημα των πρώτων τεσσάρων μηνών, ο κατηγορούμενος, ξεκινώντας από εκφράσεις θαυμασμού, πέρασε στις θωπείες σε διάφορα μέρη του σώματός της, τη φιλούσε στο στόμα, ενώ άρχισε να εκδηλώνει και την επιθυμία του για πλήρη ερωτική συνεύρεση.

Η ανήλικη, παρά το γεγονός ότι αντιμετώπισε αρχικά με επιφυλακτικότητα τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, εντούτοις δεν την απέκρουσε, ούτε διαμαρτυρήθηκε ποτέ για αυτήν σε κανέναν. Τον Φεβρουάριο του 2018 και με πρόφαση την παρακολούθηση ενός σεμιναρίου κομμωτικής, ο κατηγορούμενος οργάνωσε ένα ταξίδι στην Αθήνα, όπου διέμειναν στο ίδιο δωμάτιο ξενοδοχείου με διπλό κρεβάτι. Εκεί ήρθαν για πρώτη φορά σε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή. Η ανήλικη στις καταθέσεις της ανέφερε ότι ήταν κουρασμένη, «σφιγμένη» και «αμήχανη» έχοντας κάποιες ανησυχίες, δεν περιέγραψε, όμως, κανενός είδους σωματική ή ψυχολογική βία από τον κατηγορούμενο, ούτε κάποιου είδους αντίδραση ή αντίσταση από την ίδια.

Πηγή Εικόνας: amnesty.gr

Με βάση αυτά, η πλειοψηφούσα άποψη του Συμβουλίου παρέπεμψε τον κατηγορούμενο να δικαστεί για την πράξη της κατάχρησης ανήλικης σε ασέλγεια (άρθρο 342 παρ. 1 γ΄ ΠΚ). Έκρινε, δηλαδή, ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την πράξη του βιασμού, που φέρεται να τέλεσε ο κατηγορούμενος σε βάρος της ανήλικης, καθώς επρόκειτο για μια αμοιβαία ηθελημένη συνουσία, χωρίς τη χρήση βίας, όπως υπαγορεύεται κατά λογική ακολουθία με βάση τόσο την προγενέστερη όσο και τη μετέπειτα συμπεριφορά τους. Κατά την άποψη, όμως, της μειοψηφίας, το γεγονός ότι η ανήλικη δεν αντιστάθηκε ενεργά με μυϊκές κινήσεις, φωνές ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο, ουδόλως καταλύει την κατάφαση του εξαναγκασμού της από τον κατηγορούμενο σε συνουσία, η δε σωματική βία, την οποία άσκησε ο κατηγορούμενος επ’ αυτής (ακινητοποίηση των άνω άκρων του σώματός της), ήταν απολύτως πρόσφορη στη συγκεκριμένη περίπτωση να κάμψει την όποια αντίσταση της παθούσας, την οποία εντέλει και έκαμψε.

Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η ανήλικη δέχτηκε αναντίρρητα να κοιμηθεί στο ίδιο κρεβάτι με τον κατηγορούμενο, γεγονός που ακόμη κι αν υποτεθεί αληθινό, νομικά (και όχι με βάση τις ηθικές αντιλήψεις ενός εκάστου) δεν μπορεί να θεμελιώσει συναίνεση εκ μέρους της για ερωτική συνεύρεση με τον κατηγορούμενο, δοθέντος ότι η συναίνεση για την ερωτική συνεύρεση, υπό οποιαδήποτε μορφή κι αν λαμβάνει χώρα, είναι μια εκούσια και συνεχιζόμενη συμφωνία συμμετοχής σε μια συγκεκριμένη σεξουαλική δραστηριότητα και μπορεί να ανακληθεί ελεύθερα οποιαδήποτε στιγμή.

Εκ των ανωτέρω, λοιπόν, καταδεικνύονται τα αποδεικτικά κωλύματα που έθεσε η κακότεχνη εισαγωγή της παρ. 4 στο άρθρο 336 ΠΚ. Η ως άνω περίπτωση μαρτυρεί την αμηχανία του νομοθέτη, όπως εκφράζεται μέσα από την έλλειψη εξειδίκευσης νέων εννοιών, που συναντάει κανείς στην απουσία διευκρινήσεων γύρω από τη νεοεισαχθείσα έννοια της συναίνεσης. Ειδικότερα, ο νομοθέτης δεν συγκεκριμενοποίησε την έννοια της συναίνεσης είτε διατυπώνοντάς την περιφραστικά στη διάταξη του ίδιου του άρθρου είτε αναλύοντάς την στην Αιτιολογική Έκθεση του νόμου. Αντ’ αυτού, άφησε το εν λόγω έργο στη νομολογία, και μάλιστα καθυστερημένα – εν έτει 2019 – σε σχέση με άλλα σύγχρονα κράτη που υπηρετούν ευλαβικώς το ποινικό δίκαιο.

Πηγή Εικόνας: skai.gr

Το ζήτημα και ζητούμενο γύρω από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 4 ΠΚ είναι αν αυτή αρκεί, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι εδραιωμένες πατριαρχικές αντιλήψεις που διαπερνούν οριζόντια την κοινωνία. Ουκ ολίγες φορές, μάλιστα, οι δημιουργοί των νόμων και υποστηρικτές τους πολιτικοί, ουδεμία πρόθεση έχουν να ζητήσουν την επιβολή τους· τους ενδιαφέρει απλώς να τους ενσωματώσουν στο πολιτικό τους πρόγραμμα. Στην κοινωνιολογία του ποινικού δικαίου γίνεται, κατά τούτο, λόγος για «συμβολική ενέργεια» των νόμων. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται στην παρατηρούμενη τις τελευταίες δεκαετίες υπερπαραγωγή τους (κατεξοχήν πρόβλημα στο πεδίο των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας), η οποία συνοδεύεται συχνά από την αναποτελεσματικότητα και την αντιφατικότητά τους, προκαλώντας περισσότερο την προσοχή και λιγότερο την αντίδραση.

Η περίπτωση των συμβολικών νόμων οδηγεί αναπόφευκτα σε μία «προγραμματισμένη αναποτελεσματικότητα», καθώς η θέσπισή τους δεν υπαγορεύεται από την ανάγκη επίτευξης του διακηρυσσόμενου σκοπού τους. Οι συμβολικοί νόμοι πάντως δεν είναι κατ’ ανάγκη μεμπτοί, ειδικά όταν έχουν ηθικό χαρακτήρα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 336 ΠΚ. Αποτελεί έργο, επομένως, της δικαστηριακής πρακτικής και γενικώς των αρμόδιων δικαστικών και ανακριτικών αρχών να αμβλύνουν τις δυσχέρειες αυτές, ώστε εξατομικευμένα κάθε περίπτωση να κρίνεται με βάση το αποδεικτικό υλικό που θα συγκεντρωθεί και να καταλήγει στην εκφορά μιας ουσιαστικής δικαιοδοτικής κρίσης.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Λεωνίδας Νικολόπουλος (2021). Νομικά ζητήματα και προβληματισμοί από τη διάταξη του άρθ. 336 ΠΚ. Ημερίδα της ΕΣΔΙ για τα Ερμηνευτικά ζητήματα σχετικά με τα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας. Ποινική, αστική και πειθαρχική ευθύνη, 22-4-2021, διαθέσιμο εδώ
  • ΠοινΔικαιοσύνη 1/2020, τευχ. 236
  • Λαμπροπούλου, Έφη. Κοινωνιολογία του ποινικού δικαίου και των θεσμών της ποινικής δικαιοσύνης. 2η εκδ. Αθήνα: Ι. Σιδέρης, 2012.
  • Παρασκευόπουλος, Νικόλαος Α., και Ευτύχης Φυτράκης. Αξιόποινες σεξουαλικές πράξεις: άρθρα 336-353 ΠΚ. Αθήνα ; Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα, 2011.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Σωτήρης Κολέλης
Σωτήρης Κολέλης
Κατάγεται από την Αθήνα και είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Πλέον εργάζεται σε συμβολαιογραφείο. Έχει εμπειρία από επιστημονικά συνέδρια νομικού ενδιαφέροντος, ενώ αγαπημένες του θεματικές αποτελούν ζητήματα γύρω από το ποινικό δίκαιο. Γνωρίζει άριστα αγγλικά και στον ελεύθερό του χρόνο ασχολείται με τον αθλητισμό.