35 C
Athens
Κυριακή, 23 Ιουνίου, 2024
ΑρχικήΙστορίαΗ ιστορία της επιστήμης της Αρχαιολογίας

Η ιστορία της επιστήμης της Αρχαιολογίας


Της Κατερίνας Γκόσντεν,

Μεγαλώνοντας, οι περισσότεροι από εμάς, ήρθαμε σε επαφή με τον κόσμο της αρχαιολογίας μέσω ταινιών, βιντεοπαιχνιδιών και ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση. Η επιστήμη αυτή έχει γίνει αντικείμενο θαυμασμού από τη γέννησή της, αλλά και αντικείμενο μεγάλης κριτικής λόγω του προβληματικού παρελθόντος της. Τα ντοκιμαντέρ μας προσφέρουν βασικές γνώσεις πάνω σε κάποιον υλικό πολιτισμό, μια εποχή ή ένα συγκεκριμένο πρόσωπο της αρχαιότητας. Όμως, οι ταινίες και τα βιντεοπαιχνίδια, λόγω του ψυχαγωγικού τους χαρακτήρα, ενδέχεται να παραμορφώνουν την αλήθεια γύρω από το πεδίο και το επάγγελμα του αρχαιολόγου, εισάγοντας φανταστικά στοιχεία, όπως είναι το κυνήγι «θησαυρών», η ανακάλυψη πολύ καλά σωζόμενων πολιτισμών και το στοιχείο της αναζήτησής τους ως περιπέτειας.

Όλα αυτά δείχνουν ότι το αντικείμενο της αρχαιολογίας, δηλαδή η έρευνα του παρελθόντος μέσω του υλικού πολιτισμού που άφησαν πίσω τους άνθρωποι, συναρπάζει και εμπνέει τον κόσμο σε πολλά επίπεδα. Οι ταινίες μπορεί να μην προβάλλουν ρεαλιστικές αναπαραστάσεις του επαγγέλματος, αλλά η έρευνα του παρελθόντος, που είναι το βασικότερο στοιχείο της υπόθεσής τους, μπορεί να εμπνεύσει πολλούς να ακολουθήσουν το επάγγελμα αυτό ή να εντρυφήσουν περισσότερο στη μελέτη αρχαίων πολιτισμών. Σήμερα, η επιστήμη της αρχαιολογίας διέπεται από νόμους, κανόνες και συγκεκριμένες πρακτικές, προκειμένου να μην προκύπτουν ζητήματα λαθρανασκαφής, αρχαιοκαπηλίας, αλλά και για να υπάρχει απόλυτος σεβασμός απέναντι στον χώρο ανασκαφής και τους δημιουργούς αυτών των κοινωνιών, των οικισμών, των τάφων και των τεχνέργων.

Οι απαρχές, ωστόσο, της αρχαιολογίας δεν είχαν τον ίδιο χαρακτήρα. Για να κατανοήσουμε γιατί υπάρχουν ακόμη και σήμερα τέχνεργα πολιτισμών, όπως τα «μάρμαρα» του Παρθενώνα, σε χώρες που δεν αποτελούν τον τόπο ανακάλυψής τους, χρειάζεται να καταλάβουμε το παρελθόν της αρχαιολογίας και πώς εκκίνησε το ενδιαφέρον για τη μελέτη του παρελθόντος. Ήδη από την αρχαιότητα υπήρχε ενδιαφέρον για παλαιότερες εποχές, κάτι που φαίνεται από τα έργα του Ηρόδοτου και του Θουκυδίδη. Ο Ηρόδοτος, ο οποίος θεωρείται ο «πατέρας» της Ιστορίας, έγραψε γύρω στο 425 π.Χ. το έργο του Ιστορίαι, όπου περιγράφει τους Περσικούς Πολέμους. Το έργο του δεν χαρακτηρίζεται από αντικειμενικότητα ή αμεροληψία, αλλά αποτελεί μια πλούσια πηγή πληροφοριών για τους πολέμους και την πρώτη συστηματική ανάλυση του παρελθόντος σε γραπτή μορφή. Ο Θουκυδίδης, από την άλλη, έγραψε το Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου (περ. 431–404 π.Χ.) όσο διαρκούσε ο πόλεμος, αφού ζούσε κατά τη διάρκειά του. Έτσι, στηρίχθηκε στις δικές του εμπειρίες και αυτόπτες μάρτυρες για τη συγγραφή του έργου του, καθιστώντας το αρκετά πιο ακριβές από αυτό του Ηρόδοτου, ο οποίος έγραφε για ένα γεγονός προγενέστερό του.

Ο Heinrich Schliemann και ο Wilhelm Dörpfeld στην Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες. Πηγή εικόνας: commons.wikimedia

Υπήρχαν και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς που ακολούθησαν τα βήματά τους, όπως ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (1ος αι. π.Χ.), ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (1ος αι. μ.Χ.) και ο Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.). Το ενδιαφέρον για το παρελθόν, λοιπόν, συνεχίζει στα ελληνιστικά και τα ρωμαϊκά χρόνια, ενώ αρκετοί αρχαίοι ηγέτες ήταν συλλέκτες τεχνέργων και φρόντιζαν για την αναστήλωση μνημείων ή κτιρίων. Η συγγραφή ιστορικών κειμένων συνεχίζει ανά τους αιώνες, αλλά αυτό που αποκαλούμε αρχαιολογία ή τουλάχιστον μια πρώιμη μορφή της δεν ξεκινά συστηματικά μέχρι την Αναγέννηση και το κίνημα του Ουμανισμού.

Η εποχή της Αναγέννησης (περ. 14ος–16ος αι.) χαρακτηρίζεται από μία «επανακάλυψη» της κλασικής αρχαιότητας των Ελλήνων και των Ρωμαίων, ο πολιτισμός και η τέχνη των οποίων θεωρήθηκαν το πρότυπο για τους Ουμανιστές. Μέσα στο κλίμα αυτό, πολλά μέλη της αναγεννησιακής ελίτ εντρύφησαν στη συλλογή τεχνέργων από την Ελλάδα και τη Ρώμη, δίνοντας περισσότερο έμφαση σε αυτά ως έργα τέχνης ή περίεργα αντικείμενα και όχι ως δημιουργήματα ενός πολιτισμού με συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Πρέπει να λάβουμε υπόψη πως την ίδια εποχή οι Ευρωπαίοι είχαν ξεκινήσει τα πρώτα μεγάλα ταξίδια τους προς την Ασία και την αμερικανική ήπειρο, οπότε τα ταξίδια αυτά ευνόησαν και την οργάνωση άλλων ταξιδιών με σκοπό τη συλλογή τεχνέργων και τη μεταφορά τους στις μητροπόλεις.

Η παράδοση αυτή της συλλογής αντικειμένων τέχνης από περιοχές που ήταν ιδιαίτερα αγαπητές, λόγω των αρχαίων πολιτισμών τους, συνέχισε τον 17ο και τον 18ο αιώνα. Περιηγητές και λόγιοι της εποχής συνέλεγαν έργα της κλασικής αρχαιότητας με σκοπό τη δημιουργία μεγάλων αρχαιολογικών συλλογών, που θα τους πρόσδιδαν κύρος και γοητεία, ενώ ορισμένοι, όπως ο Μαρκήσιος de Nointel και ο James Stuart μαζί με τον Nicholas Revett, έκαναν σχέδια γλυπτών, κτιρίων και τεχνέργων, πολλά από τα οποία σήμερα μας είναι πολύτιμα, καθώς απεικονίζουν αντικείμενα που δεν σώζονται πια ή δεν έχουν διατηρηθεί καλά. Το μεγάλο ενδιαφέρον για την ανακάλυψη της κλασικής αρχαιότητας, επομένως, οδήγησε στις πρώτες ανασκαφές και την ανακάλυψη των πρώτων αρχαιολογικών θέσεων.

Η επίσκεψη του Κάιζερ Γουλιέλμου στην Πομπηία. Πηγή εικόνας: commons.wikimedia

Σημαντική ήταν η ανακάλυψη του Ηρακλείου και της Πομπηίας το 1710 και το 1748, αντίστοιχα, θέσεις που καλύφθηκαν κάτω από τη λάβα του ηφαιστείου του Βεζουβίου μετά την έκρηξή του το 79 μ.Χ. Η ανασκαφή τους, όμως, δεν έγινε με επιστημονική μέθοδο μέχρι το 1860. Η πρώτη συστηματική και επιστημονική ανασκαφή αποδίδεται στον τρίτο Πρόεδρο της Αμερικής, τον Thomas Jefferson, ο οποίος ανέσκαψε ταφικές τύμβους στο κτήμα του στη Βιρτζίνια το 1784. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε πως μέχρι τότε η αρχαιολογία δεν είχε συγκροτηθεί ακόμα επιστημονικά, άρα δεν υπήρχαν οι κανόνες για μια σωστή και επιστημονική ανασκαφή, ούτε κάποιος νόμος που απαγόρευε τη μεταφορά αρχαιοτήτων από τη χώρα προέλευσής τους σε μια άλλη. Το γεγονός αυτό, φυσικά, άνοιγε τον δρόμο για λαθρανασκαφές και μία διαχείριση του παρελθόντος που δεν υπάκουε σε κανέναν κανόνα δεοντολογίας. Σε αυτό το κλίμα έδρασαν πολλοί Ευρωπαίοι άντρες με εξουσία, όπως ο Λόρδος Έλγιν και ο Ερρίκος Σλήμαν.

Μια σημαντική τομή θεωρείται η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο το 1798 έως το 1800, όπου μελετήθηκε ο υλικός πολιτισμός της Αρχαίας Αιγύπτου στο πλαίσιό του, δηλαδή δημιουργήθηκε η αντίληψη ότι οι αρχαιότητες έπρεπε να παραμείνουν στις χώρες προέλευσής τους και να μην ξεριζωθούν από το ιστορικό και αρχαιολογικό τους πλαίσιο, προκειμένου να μελετηθούν. Εδώ τοποθετείται και η γέννηση της Αιγυπτιολογίας. Η ανασκαφή των Μυκηνών από τον Σλήμαν το 1784 ίσως ήταν από τις τελευταίες που δεν χρησιμοποιήθηκαν τα σωστά μέσα, αφού ο Σλήμαν έκανε χρήση δυναμίτη, για να φτάσει στα αρχαιολογικά στρώματα που επιθυμούσε, καταστρέφοντας πολύτιμο υλικό για μεταγενέστερους ερευνητές.

Η αρχαιολογία συγκροτείται ως επιστήμη στα τέλη του 19ου αιώνα και σταδιακά απέκτησε τον χαρακτήρα που έχει σήμερα ως μια επιστήμη που σκοπό έχει όχι μόνο την έρευνα του παρελθόντος μέσω του υλικού πολιτισμού, αλλά και την ανάδειξη αυτού του πολιτισμού και την προστασία του. Όταν αναρωτιόμαστε σήμερα γιατί υπάρχουν τόσες αρχαιότητες εκτός των χωρών τους, σε μουσεία του εξωτερικού, πρέπει πάντοτε να λαμβάνουμε υπόψη το πλαίσιο, στο οποίο μεταφέρθηκαν αυτές. Τόσο η αρχαιολογία όσο και πολλές άλλες επιστήμες παλαιότερα δεν διακατέχονταν από τον ίδιο προσανατολισμό, που τις χαρακτηρίζει στη σύγχρονη εποχή, οπότε δεν μπορούμε να κρίνουμε τις πρακτικές του παρελθόντος με βάση τη σύγχρονη επιστημονική μεθοδολογία, όταν αυτά τα δύο δεν ταυτίζονται.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Dowdey, Sarah, How Archaeology Works, science.howstuffworks.com. Διαθέσιμο εδώ
  • History.com (2019), Herodotus. Διαθέσιμο εδώ
  • History.com (2019), Thucydides. Διαθέσιμο εδώ
  • Jewkes, Maisie (2013), Archaeology, World History Encyclopedia. Διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Κατερίνα Γκόσντεν
Κατερίνα Γκόσντεν
Γεννήθηκε το 1999 στην Ολλανδία. Μεγάλωσε στην Αγγλία και την Ελλάδα όπου τώρα σπουδάζει στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Tα επιστημονικά της ενδιαφέροντα είναι η Νεότερη και Σύγχρονη Ευρωπαϊκή αλλά και Αμερικανική Ιστορία. Επιπλέον, της αρέσουν οι ταινίες, η μουσική και γενικότερα η ποπ κουλτούρα.