34.5 C
Athens
Παρασκευή, 1 Ιουλίου, 2022
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΠΑΣΟΚ: Η μεγάλη πληγή των οικονομικών χρεών του

ΠΑΣΟΚ: Η μεγάλη πληγή των οικονομικών χρεών του


Του Γιώργου Κοσματόπουλου,

Τα οικονομικά προβλήματα του ΠΑΣΟΚ είναι από τα ποιο γνωστά «σίριαλς» της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Το ζήτημα φυσικά δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο κόμμα. Εντάσσονται στο γενικότερο ζήτημα που αφορά το στρεβλό πλαίσιο χρηματοδότησης των ελληνικών κομμάτων. Όμως, η δημόσια έκταση που έχει λάβει και η δυναμική με την οποία επανεμφανίζεται στην επικαιρότητα, από καιρού εις καιρόν, έχουν δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση ότι δεν υπάρχει άλλος κακοπληρωτής σε επίπεδο κομματικών φορέων…

Το σύστημα χρηματοδότησης των κομμάτων ουδέποτε στη χώρα μας ήταν απολύτως ξεκάθαρο και διαφανές. Ευθύνη για αυτό έχει το πολιτικό σύστημα αλλά και οικονομικοί παράγοντες, οι οποίοι στήριζαν αυτή την κατάσταση για τους δικούς τους λόγους. Στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όταν η σύνδεση των πολιτών με τα κόμματα ήταν ισχυρότερη οι εισφορές των πρώτων αποτελούσαν μία καλή πηγή εσόδων για τα δεύτερα. Εισφορές μελών, κουπόνια, προσκλήσεις χοροεσπερίδων, λαχειοφόροι, πώληση κομματικών εντύπων και προϊόντων με το σήμα του κόμματος, ήταν μόνο μερικοί από τους τρόποι εισροής εσόδων. Ταυτοχρόνως, πολλά στελέχη πλήρωναν από την τσέπη τους για τη λειτουργία των δομών (γραφεία τοπικών οργανώσεων, υλικοτεχνική υποδομή κ.λπ.), ιδίως σε επαρχιακό επίπεδο. Πλέον, το κόμμα το οποίο μπορεί να βασίζεται σε ένα σημαντικό βαθμό σε τέτοιου είδους πόρους είναι το ΚΚΕ. Στα υπόλοιπα κόμματα σποραδικά εντοπίζονται λίγοι ρομαντικοί – ή κατ’ άλλους «κορόιδα» και «γραφικοί» – που από το υστέρημά μας προσπαθούμε να σώσουμε ό,τι σώζεται.

Εν πάση περιπτώσει, η κύρια πηγή εσόδων ήταν και παραμένει η κρατική επιχορήγηση. Αντίθετα, στον ακραίο λαϊκισμό που ενέσκηψε στη χώρα κατά τη μνημονιακή δεκαετία, η παροχή οικονομικής βοήθειας στα κόμματα εκ μέρους του κράτους είναι απαραίτητη για την ίδια τη Δημοκρατία. Οι κομματικοί φορείς αποτελούν πυλώνες ενός δημοκρατικού πολιτικού συστήματος, είναι οχήματα έκφρασης κοινωνικών αιτημάτων και είτε συγκροτώντας κυβερνήσεις είτε λειτουργώντας ως αντιπολίτευση εξασφαλίζουν την οργανωμένη δημόσια έκφραση διαφορετικών απόψεων. Στην περίπτωση που εκλείψει ολικά η επιχορήγηση αυτή είναι βέβαιο ότι οι δυνατότητες πολυφωνίας και ουσιαστικής πολιτικής παρέμβασης στο δημόσιο βίο θα περισταλούν. Τα περισσότερα κόμματα θα φυτοζωούν και η εξάρτηση ορισμένων από μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα θα ενταθεί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη Δημοκρατία.

Πηγή εικόνας: EUROKINISSI

Η αναγκαιότητα κρατικής στήριξης στη λειτουργία των κομμάτων δεν σημαίνει φυσικά ότι το υπάρχον σύστημα παροχής της δεν παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα που να καθιστούν επιτακτική την μεταρρύθμιση του. Υπάρχει ζήτημα με το ύψος της επιχορήγησης, τον τρόπο διανομής της, αλλά και ορισμένους από τους αποδέκτες της. Θα πρέπει το ύψος της χρηματοδότησης να είναι συνδεδεμένο με τις εκλογικές επιδόσεις των κομμάτων, υπακούοντας στις ανάγκες των καιρών και εναρμονιζόμενο με το κοινό αίσθημα. Πρέπει να υπάρξουν συγκεκριμένα κριτήρια τα οποία να μας αποκαλύπτουν τη διαφορά μεταξύ της εύρυθμης κι αξιοπρεπούς λειτουργίας ενός κομματικού φορέα από την ανεξέλεγκτη στήριξη κομματικών στρατών, από τον κρατικό κορβανά. Παράλληλα, ζήτημα υφίσταται και για τους ευρύτερους σκοπούς, οι οποίοι εξυπηρετούνται από τα επιχορηγούμενα κόμματα. Καίτοι λειτουργούν νόμιμα, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι επιμέρους δράσεις τους δε στρέφονται εναντίον της Δημοκρατίας. Στο πολίτευμά μας επιτρέπεται η διάδοση ιδεών ακόμη και εναντίον του – και έτσι πρέπει. Είναι, όμως, άλλο αυτό και άλλο η χρήση κρατικών πόρων για έκνομες ενέργειες, ειδικά για αυτές που εντάσσονται στο πεδίο της πολιτικής βίας. Τέλος, αυτό το οποίο είναι μείζονος σημασίας είναι η χρήση της κρατικής επιχορήγησης για τη λήψη τραπεζικών δανείων εκ μέρους των κομμάτων. Και εδώ η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Επί χρόνια, η πιστοληπτική ικανότητα των κομμάτων κρινόταν σχεδόν αποκλειστικά από το ύψος της κρατικής επιχορήγησης που λάμβαναν. Αυτή αποτελούσε την εγγύηση αποπληρωμής των υποχρεώσεών τους. Όπως όμως αναφέρθηκε ανωτέρω, το ύψος αυτής συναρτάται με τις εκλογικές της επιδόσεις. Προφανώς, μέχρι τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας ουδείς μπορούσε να προβλέψει τη βίαιη αναδιάταξη του πολιτικού-κομματικού συστήματος με την κατάρρευση του παραδοσιακού μεταπολιτευτικού διπολισμού ΠΑΣΟΚ-ΝΔ και την ανάδειξη του νέου, καχεκτικού, δικομματισμού με τον ΣΥΡΙΖΑ στη θέση του Κινήματος. Οι τράπεζες, λοιπόν, συνήπταν δανειακές συμβάσεις με το ΠΑΣΟΚ λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι αυτό θα συνέχιζε καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου αποπληρωμής των δανείων να εισπράττει την επιχορήγηση που αναλογούσε σ’ ένα κόμμα εξουσία της τάξεως του 40-45% των ψήφων. Ουδέποτε βρέθηκαν προ των ευθυνών τους τα τραπεζικά εκείνα στελέχη που ενέκριναν την παροχή δανείων σε πελάτη τους ο οποίος, αντικειμενικά, δεν μπορούσε να τους προσφέρει τις ανάλογες εξασφαλίσεις.

Έτσι, συνεχιζόταν η τραπεζική του χρηματοδότηση η οποία προφανώς δεν έτυχε της προσήκουσας διαχείρισης από αυτούς που είχαν τα ηνία του κόμματους, ιδιαίτερα κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Είναι δε τουλάχιστον προκλητικό να μέμφονται το ΠΑΣΟΚ για τα χρέη του άνθρωποι οι οποίοι ουδέποτε λογοδότησαν για την οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε το κόμμα την εποχή που οι ίδιοι κατείχαν υψηλόβαθμες θέσεις ευθύνης. Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου και Γιάννης Ραγκούσης, νυν βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και εκ των πλέον φανατικών εσωκομματικών οπαδών του Αλέξη Τσίπρα, διατέλεσαν Γραμματείς του ΠΑΣΟΚ την περίοδο της μεγάλης σπατάλης. Στην κομματική ιεραρχία κατείχαν τη θέση νούμερο δύο μετά τον Πρόεδρο και είχαν καθημερινή παρουσία στα κεντρικά γραφεία όντας οι κατεξοχήν υπεύθυνοι για την συνολική λειτουργία του κόμματος. Ακόμα και αν δεν ήταν αυτοί που έβαζαν την τελική υπογραφή για ορισμένες δαπάνες είναι γελοίο να υποστηρίξει κάποιος ότι δεν είχαν γνώση του τι γινόταν – εκτός και αν αναγνωρίσουν ευθαρσώς ότι ήταν μαριονέτες διακοσμητικής χρησιμότητας, κάτι που προφανώς θα πρέπει να οδηγήσει πάραυτα στην απόσυρσή τους από τη δημόσια ζωή του τόπου.

Πηγή εικόνας: EUROKINISSI

Ομοίως ουδέποτε λογοδότησαν, αν μη τι άλλο στον κόσμο της Παράταξης που τους πίστεψε, αλλά και στον ελληνικό λαό που χρηματοδοτούσε το κόμμα, άλλοι δύο πρώην Γραμματείς: ο Σωκράτης Ξυνίδης και ο Μιχάλης Καρχιμάκης. Αμφότεροι «ταλιμπάν» του πρώην Προέδρου Γιώργου Παπανδρέου και επίσης εκτός ΠΑΣΟΚ, μιας και τον ακολούθησαν στο ΚΙΔΗΣΟ. Ο ίδιος ο πρώην Πρωθυπουργός θα έπρεπε να ήταν ο πρώτος που θα έδινε δημόσια εξηγήσεις για την άθλια οικονομική κατάσταση στην οποία παρέδωσε το ΠΑΣΟΚ το 2012. Όλοι όσοι είχαν την ευθύνη της διαχείρισης του κόμματος αποτέλεσαν προσωπικές του επιλογές, ενώ επί ημερών του η έδρα του κόμματος μεταφέρθηκε από το ιστορικό κτήριο της οδού Χαριλάου Τρικούπη σε αυτό της οδού Ιπποκράτους, το οποίο εκτός των άλλων στέγαζε γυμναστήριο, σάουνα κ.α.

Ευθύνη, βεβαίως, για την απουσία λογοδοσίας εκ μέρους αυτού και των συνεργατών του έχουν και οι διάδοχοί του στην ηγεσία του Κινήματος. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος ανέθεσε σε εταιρείες ορκωτών λογιστών να διερευνήσουν τα οικονομικά του ΠΑΣΟΚ. Το πόρισμα όμως έμεινε στο συρτάρι του επειδή θεώρησε εσφαλμένα ότι έτσι υπηρετούσε την ενότητα ενός κόμματος που βρισκόταν στο μάτι του κυκλώνα. Ακολούθως, η αείμνηστη Φώφη Γεννηματά, όχι μόνο δεν κάλεσε τον Γ. Παπανδρέου και τους πιστούς του να δώσουν εξηγήσεις για τα πεπραγμένα τους, αλλά αντιθέτως του επιβράβευσε, ικανοποιώντας το σύνολο των αξιώσεών τους, στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης ενότητας.

Όσο, όμως, οι ευθύνες κρύβονταν κάτω από το χαλί, η αναπόφευκτη λειτουργική φθορά του ΠΑΣΟΚ συνδυαζόταν με την επικοινωνιακή, μιας και αυτό καταγραφόταν στην συνείδηση σημαντικής μερίδας του ελληνικού λαού, ως ο μεγάλος «μπαταχτσής» που κατά τα άλλα επέβαλε επώδυνες θυσίες στους πολίτες. Το γεγονός ότι η χρεοκοπία του κόμματος συνδυάστηκε και με την αλλαγή ονομάτων επέτεινε την απαξίωσή του. Το ΠΑΣΟΚ φάνταζε σαν διάφορες φαλιρισμένες ΠΑΕ, που αλλάζουν συνεχώς ΑΦΜ για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους. Έφτασε, μάλιστα, να γίνεται επίκληση της οικονομικής δυσπραγίας του κόμματος προκειμένου να δικαιολογηθούν πολιτικές επιλογές οι οποίες συνειδητά κινούνταν στην κατεύθυνση της απόσυρση του ονόματος και του εμβλήματός του από την πρώτη γραμμή, προς εξυπηρέτηση ατομικών επιδιώξεων: για τη δημιουργία σχημάτων, βασιζόμενων σε συγκλίσεις κορυφής με εταίρους μηδενικής κοινωνικής αναφοράς, αλλά σταθερού αντι-πασοκικού μένους και για να περάσουν στη λήθη οι πολιτικές παρακαταθήκες του κόμματος και ο μηχανισμός του να εξυπηρετεί δήθεν προοδευτικά αφηγήματα «σοσιαλ-φιλελέ» ύφους.

Ο κόσμος όμως του ΠΑΣΟΚ ουδέποτε έπαψε να επιθυμεί την επιστροφή του ονόματος και του εμβλήματός του. Αυτό προέκυψε και από τις τελευταίες εσωκομματικές κάλπες, όπου οι εκτός ΠΑΣΟΚ απαρτίζοντες το ΚΙΝΑΛ, που πάθαιναν αναφυλαξία στο άκουσμα της επιστροφής στον πράσινο ήλιο, ηττήθηκαν κατά κράτος. Ο Νίκος Ανδρουλάκης οφείλει να βρει τρόπο ώστε να ικανοποιηθεί το αίτημα της βάσης του κόμματος και ταυτοχρόνως να διευθετηθούν οι οικονομικές του υποχρεώσεις. Με μια έντιμη και ρεαλιστική συμφωνία αποπληρωμής με τους πιστωτές του και με μία χρηστή διαχείριση των οικονομικών του κόμματος από εδώ και πέρα. Η οικονομική εξυγίανση του ΠΑΣΟΚ πρέπει να είναι μέρος του συμβολαίου τιμής που θα υπογράψει με τον ελληνικό λαό.


TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Γιώργος Κοσματόπουλος
Γεννήθηκε το 1989 στη Λαμία και έζησε μέχρι τα 18 μου χρόνια στον Άγιο Κωνσταντίνο Φθιώτιδας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Νομικά στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, εργαζόμενος παράλληλα τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, πάνω στα αντικείμενα των σπουδών του. Αρθρογραφεί για θέματα πολιτικής επικαιρότητας.