31.1 C
Athens
Κυριακή, 16 Ιουνίου, 2024
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΗ συναίνεση του ασθενούς υπό το φως της υπ’ αριθμ. 252/2020 Απόφασης...

Η συναίνεση του ασθενούς υπό το φως της υπ’ αριθμ. 252/2020 Απόφασης του ΣτΕ


Της Μαρίας Χαραλαμπίδου,

Στις μέρες μας, ζητήματα ιατρικής ευθύνης φαίνεται να απασχολούν, σε σημαντικό βαθμό, την κοινή γνώμη φτάνοντας, ουκ ολίγες φορές, ως το κατώφλι της δικαστικής αίθουσας. Τα ζητήματα αυτά μπορούν, αφενός, να αφορούν την ιατρική πράξη καθεαυτήν, όπως στην περίπτωση του  ιατρικού σφάλματος, που περιλαμβάνει τόσο θετικές ενέργειες όσο και παραλείψεις του ιατρού.  Εκτός από το  ιατρικό σφάλμα, ευθύνη απορρέει και από την πραγματοποίηση ιατρικής πράξης σε ασθενή, χωρίς να έχει δώσει την έγκυρη συναίνεσή του.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 επ. της Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Βιοϊατρική (Σύμβαση του Οβιέδο της 4ης Απριλίου 1997), η οποία κυρώθηκε από το Ελληνικό Κοινοβούλιο, με το ν.2619/1988, ο ιατρός υποχρεούται να λαμβάνει τη συναίνεση του ασθενούς, πριν από τη διενέργεια ιατρικών πράξεων σ’ αυτόν. Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (ν.3418/2005) επαναλαμβάνει τα όσα ορίζει η Σύμβαση του Οβιέδο και ρυθμίζει, με πιο ειδικό τρόπο, τα ζητήματα της πληροφόρησης και της συναίνεσης του ασθενούς. Τα εν λόγω κείμενα εξειδικεύουν τις υποχρεώσεις που υπέχει ο ιατρός απέναντι στον ασθενή του και, ταυτόχρονα, λειτουργούν επιβοηθητικά σε ζητήματα ερμηνείας της, μεταξύ των δύο, καταρτισθείσας  σύμβασης.

Η συναίνεση, που δίνει ο ασθενής, είναι έγκυρη και ισχυρή, υπό την προϋπόθεση πως έχει προηγηθεί πλήρης ενημέρωση, από πλευράς θεράποντα ιατρού, για την κατάσταση της υγείας του και την ιατρική μέθοδο που πρόκειται να ακολουθηθεί. Ο ιατρός υποχρεούται να πληροφορεί τον ασθενή για το είδος, την εξέλιξη και τη σοβαρότητα της ασθένειας, καθώς και τις ιατρικές μεθόδους, κατά τρόπο εξατομικευμένο και προσωπικό, βάσει των ειδικότερων συνθηκών, υπό τις οποίες βρίσκεται ο συγκεκριμένος ασθενής, ενώ δεν καλύπτουν γενικές αναφορές στην ασθένεια καθ’ αυτή ή στη θεραπεία της.

Στο πλαίσιο της υποχρέωσης ενημέρωσης, ο ιατρός οφείλει, κυρίως, να πληροφορεί τον ασθενή για τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών, τις παρενέργειες, το επώδυνο ή μη και τις πιθανότητες αποτυχίας της ενδεδειγμένης ιατρικής μεθόδου. Επίσης, υφίσταται υποχρέωσή του να ενημερώνει για την ύπαρξη άλλων θεραπευτικών μεθόδων, καθώς και για τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα τους, σε αντιδιαστολή με την προτεινόμενη θεραπεία. Αν η πληροφόρηση του ασθενούς δεν είναι πλήρης, δεν προσφέρεται σε αυτόν η δυνατότητα να διαπλάσει, με ελεύθερο τρόπο, τη βούλησή του και να συγκατατεθεί εγκύρως στην επιλογή και, κατ’ επέκταση , στην εφαρμογή μιας συγκεκριμένης θεραπευτικής μεθόδου, σταθμίζοντας, μεταξύ άλλων, τους κινδύνους που εγκυμονούν οι επιπλοκές των διαφόρων μεθόδων θεραπείας. Η ύπαρξη μη έγκυρης συγκατάθεσης, καθιστά παράνομη την χρήση της συγκεκριμένης θεραπευτικής μεθόδου, από πλευράς του ιατρού. Αν οι επιπλοκές της, παρανόμως επιλεγείσας, θεραπείας, οι οποίες δεν θα υπήρχαν, αν είχε γίνει επιλογή άλλης μεθόδου, επιφέρουν βλάβη στην υγεία ή τον θάνατο του ασθενούς, δηλαδή αν συνδέονται αιτιακά με την βλάβη ή τον θάνατο, θεμελιώνεται αστική ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση, βάσει των διατάξεων 105 του ΕισΝΑΚ και 932 του ΑΚ. Ενέργειες που θεμελιώνουν μία τέτοια ευθύνη είναι, μεταξύ άλλων, η εσφαλμένη διάγνωση της ασθένειας, η μη προσήκουσα επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής μεθόδου, η πλημμελής εκτέλεση ιατρικής πράξης και η παράλειψη ενημέρωσης του ασθενούς. Έχει μάλιστα, παγίως, επικρατήσει από τη νομολογία πως, ενώ για την στοιχειοθέτηση της ατομικής ευθύνης του ιατρού εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ και, συνεπώς, είναι αναγκαίο να γεννάται υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ιατρού, η ευθύνη του Δημοσίου είναι αντικειμενική και δεν απαιτείται υπαιτιότητα.

Πηγή Εικόνας: yeastar.com

Για τη στοιχειοθέτηση του παρανόμου είναι κρίσιμη όχι μόνο η θεραπεία του ασθενούς, εν στενή εννοία, αλλά και η καθολική οργάνωση των υπηρεσιών δημόσιας υγείας, συμπεριλαμβανομένης της δραστηριότητας των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού. Μάλιστα, έχει κριθεί ότι η υποχρέωση εφημερίας αποτελεί την βασική πτυχή άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος, με αποτέλεσμα η απουσία του ιατρού από προγραμματισμένη εφημερία και η παράλειψη εξέτασης περιστατικού, που τελικά οδήγησε στο θάνατο ή τη μη σωστή διάγνωση της νόσου, να δημιουργεί τόσο την ευθύνη του ιατρού όσο και του δημοσίου νοσηλευτικού ιδρύματος.

Ρίχνοντας μια ματιά στην πρόσφατη νομολογία, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την υπ’ αριθμ. 252/2020 απόφασή του, στοιχειοθέτησε την αστική ευθύνη του Δημοσίου, απορρέουσα από μη συναίνεση του ασθενούς, πριν από την εκτέλεση ιατρικών πράξεων. Με την απόφαση αυτή, δημιουργείται, για πρώτη φορά, νομολογία αναφορικά με το ζήτημα της συγκατάθεσης του ασθενούς και την πλήρη ενημέρωση που πρέπει αυτός να απολαμβάνει αναφορικά με την θεραπεία του, με το ΣτΕ να θεμελιώνει το παράνομο στην Σύμβαση του Οβιέδο. Συγκεκριμένα, τα κρίσιμα ζητήματα που ανέκυψαν, αφορούν την παράλειψη σχετικής ενημέρωσης του ασθενούς για τα πλεονεκτήματα, τα μειονεκτήματα και τους κινδύνους επιπλοκών των προτεινόμενων θεραπευτικών μεθόδων. Όπως αναφέρθηκε σχετικώς, ο ιατρός υποχρεούται να πληροφορεί τον ασθενή για τις παρενέργειες, τις πιθανότητες αποτυχίας και τους κινδύνους επιπλοκών που ελλοχεύει η ενδεδειγμένη θεραπευτική μέθοδος. Επίσης, υφίσταται υποχρέωσή του να ενημερώνει για την ύπαρξη άλλων θεραπευτικών μεθόδων και για τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα αυτών, εξ’ αντιδιαστολής, με την προτεινόμενη θεραπεία. Στην απόφαση αυτή, διαφαίνεται, πως για τη στοιχειοθέτηση της παρανομίας, δεν απαιτείται υποχρεωτικά η ύπαρξη σφάλματος ή πλημμελούς, εν στενή εννοία, συμπεριφοράς. Το ΣτΕ θεώρησε ότι, αν η συναίνεση του ασθενούς είναι ελλιπής, δεν δύναται να διαμορφώσει αυτοβούλως τη συναίνεση του σταθμίζοντας τους κινδύνους επιπλοκών που συνδέονται με τις διαφορετικές μεθόδους θεραπείας. Υπό την έννοια αυτή, σύμφωνα με τον διοικητικό δικαστή, η έλλειψη έγκυρης συναίνεσης καθιστά παράνομη την επιλογή της συγκεκριμένης θεραπευτικής μεθόδου εκ μέρους του ιατρού. Αν οι επιπλοκές της, παρανόμως επιλεγείσας, θεραπευτικής μεθόδου, οι οποίες δεν θα εμφανίζονταν, αν είχε χρησιμοποιηθεί άλλη μέθοδος θεραπείας, επιφέρουν βλάβη στην υγεία ή τον θάνατο του ασθενούς και υπάρχει σχέση αιτίου-αποτελέσματος με την βλάβη ή τον θάνατο, στοιχειοθετείται αστική ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση (αρ. 105 ΕισΝΑΚ και 932 ΑΚ), όπως αναφέρθηκε εκτενώς και παραπάνω. Όπως μάλιστα υπογραμμίσθηκε στην απόφαση, η ευθύνη γεννάται, ακόμη κι αν ο ιατρός, κατά την εφαρμογή της αυθαιρέτως και, άρα, παρανόμως επιλεγείσας θεραπείας διενήργησε τις επιμέρους ιατρικές πράξεις, που προβλέπονται σε αυτή σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου, τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες και τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης.

Πηγή Εικόνας: flash.gr

Η απόφαση αυτή επιβεβαιώνει πως οι υπηρεσίες υγείας λειτουργούν δυνάμει μιας ανθρωποκεντρικής οπτικής και οφείλουν να αντιμετωπίζουν το άτομο, που χρήζει θεραπείας, ως ένα αυτόβουλο και με ικανότητα αυτοδιάθεσης ον. Πρέπει να τονιστεί, ωστόσο, πως η απόφαση δεν αποδίδει στον ασθενή δικαίωμα να επέμβει και να επιλέξει τις ιατρικές μεθόδους που θα εφαρμοστούν σε αυτόν.

Εν ολίγοις, καθίσταται αντιληπτό ότι η προάσπιση της δημόσιας υγείας (πλήρης, ασφαλής κι επιστημονικά άρτια παροχή στο κοινό, υπηρεσιών υγείας) είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους κανόνες της επαγγελματικής δεοντολογίας, πάντα σε συνάρτηση με τις απαιτήσεις του δικαίου και της ηθικής. Έτσι, παρόλο που στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό αναγνωρίζεται ευρεία επιστημονική ευχέρεια, αναφορικά με τη λήψη αποφάσεων στις ιατρικές πράξεις, που να συνάδουν, βέβαια, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε περίπτωσης ασθενούς, ο σεβασμός στην αξία του ατόμου αποτελεί θεμελιώδες σημείο εκκίνησης του ιατρικού λειτουργήματος.

Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, το Συμβούλιο της Επικρατείας επιβεβαίωσε πως ο ιατρός παρέλειψε να πληροφορήσει τον ασθενή για τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της θεραπευτικής μεθόδου που ακολούθησε —παράβαση νόμιμης υποχρέωσής του— ,με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην έχει δώσει την έγκυρη συναίνεσή του και, τελικώς, ότι η παράλειψη αυτή συνδεόταν, με σχέση αιτίου-αποτελέσματος, με τον θάνατό του, που προέκυψε λόγω επιπλοκών της, παρανόμως, επιλεγείσας και εφαρμοσθείσας θεραπείας.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • ΣτΕ 252/2020 Τμ.Α’ : Παράλειψη ιατρού να ενημερώσει ασθενή ως προς τα πλεονεκτήματα & μειονεκτήματα εφαρμοσθείσας θεραπείας στοιχειοθετεί ευθύνη του Δημοσίου, διαθέσιμο εδώ
  • Παπαρρηγοπούλου – Πεχλιβανίδη Πατρίνα, Το δημόσιο δίκαιο της υγείας, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2009

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Μαρία Χαραλαμπίδου
Μαρία Χαραλαμπίδου
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Eίναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Τμήματος Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του ΕΚΠΑ. Στον ελεύθερό της χρόνο, της αρέσει να προσεγγίζει ζητήματα που άπτονται του διεθνούς δικαίου και των εξελίξεων του διεθνούς γεωπολιτικού γίγνεσθαι. Γνωρίζει 4 ξένες γλώσσες, δύο εκ των οποίων άπταιστα. Λατρεύει το σκάκι, την ποίηση και τα ταξίδια.